Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Αργεί ακόμη η χρηματοδότηση της οικονομίας από το τραπεζικό σύστημα.




Οι δραματικές επιπτώσεις των μνημονιακών προγραμμάτων στον τραπεζικό τομέα  αντικατοπτρίζονται με τρόπο ξεκάθαρο κατ’ αρχάς στις πολλαπλές ανακεφαλαιώσεις που έλαβαν χώρα από το 2012 μέχρι και το 2015. Βεβαίως δεν πρέπει να ξεχνούμε και τη «βοήθεια»(;) του έτους 2008.
Επίσης αυτό εκφράζεται και στα βασικά μεγέθη του τραπεζικού συστήματος. Συγκεκριμένα: στη συνεχή μείωση του συνολικού ενεργητικού (Ιανουάριος 2010: 593,5 δις ευρώ, Αύγουστος 2018: 402,1 δις ευρώ). Δηλαδή το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται ακόμη και σήμερα σε διαδικασία απομόχλευσης. 

 

 Στη συνεχή μείωση του ύψους των συνολικών δανείων και καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα. Σύμφωνα με στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος,  τα δάνεια των τραπεζών (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) μειώθηκαν από περίπου 317,5  δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2010 σε περίπου 193,3  δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2018 (ήτοι μείωση 39,0%) 

 



Παράλληλα  οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα μειώθηκαν από περίπου 233,1 δισ. Ευρώ(Ιανουάριος 2010)  σε 131,5 δισ. Ευρώ (Αύγουστος 2018) (ήτοι μείωση 43,5%).

 





Συγχρόνως τα Μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, εξακολουθούν να βρίσκονται σε πολύ μεγάλο ύψος, δημιουργώντας τεράστιες δυσκολίες στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Στο τέλος Ιουνίου του 2018,το ύψος των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (ΜΕΑ) άγγιξε τα 88,6 δισ. ευρώ ή το 47,6% των συνολικών ανοιγμάτων. Τον Μάρτιο του 2016 καταγράφηκε το υψηλότερο επίπεδο ΜΕΑ, 107,2 δις ευρώ. Εδώ χρειάζεται να σημειωθεί ότι ο τριμηνιαίος ρυθμός αποκατάστασης της τακτικής εξυπηρέτησης δανείων (β’ τρίμηνο 2018) παρέμεινε στα ίδια επίπεδα με τα δύο προηγούμενα τρίμηνα (στο 1,8%), χαμηλότερος από τον τριμηνιαίο δείκτη αθέτησης, ο οποίος εμφανίζει αυξητική πορεία για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, φτάνοντας το 2,1% και επιβεβαιώνοντας την αρνητική τάση που παρατηρήθηκε ήδη από το α ́τρίμηνο του 2018.Χρειάζεται να υπογραμμισθεί ότι στις   πρώτες ανακεφαλαιοποιήσεις  (δηλαδή πριν από την τελευταία του 2015) δεν υπήρχε ρητή  σύνδεση αυτών με την επίλυση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων , μολονότι αυτά αυξάνονταν ραγδαία.
 Είναι γνωστό ότι, ένα εύρωστο και ορθώς δομημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελεί ισχυρό ενισχυτικό παράγοντα των προοπτικών ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας μέσω του ρόλου του που αφορά τη διαμεσολάβηση στην παροχή κεφαλαίων. Η παροχή πίστωσης σε επιχειρήσεις, νοικοκυριά (αλλά λελογισμένα και σε φορείς του Δημοσίου) συμβάλει αποφασιστικά, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία νέων ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων και στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, στοιχείων κρίσιμων για την περαιτέρω απαραίτητη και προσδοκώμενη ανάκαμψη του πραγματικού ΑΕΠ.
Η επόμενη ημέρα της ολοκλήρωσης του μνημονιακού προγράμματος  έφερε –δυστυχώς για πολλοστή φορά-  στη δημόσια συζήτηση τον αναπτυξιακό τους ρόλο και πώς πρέπει να κινηθούν για να τον επιτύχουν. Το αίτημα χρηματοδότησης της οικονομίας επανέρχεται για ακόμη μια φορά , εάν κανείς αναλογιστεί τον πραγματικό ρόλο των τραπεζών στην οικονομία. Οι πολίτες ακούν συνεχώς τους παράγοντες της δημόσιας ζωής να απευθύνουν έκκληση στις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν την πραγματική αγορά . Η συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη, όμως,  αγνοεί παντελώς ή υποβαθμίζει την πραγματικότητα.
Οι τράπεζες λειτουργούν μέσα στο συγκεκριμένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον.  Σε συνθήκες ύφεσης ή σχετικής στασιμότητας, διαρκώς μειούμενης ρευστότητας, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να αποτελούν μέγιστο  βραχνά και την ικανότητα δημιουργίας εσωτερικού κεφαλαίου και προστιθέμενης αξίας των τραπεζών να μειώνεται, έχουν πάψει να συντρέχουν οι ευνοϊκές προϋποθέσεις για χορήγηση δανείων. Η ίδια η ζήτηση για δανεισμό παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Οι τράπεζες έχουν πάψει να παίζουν τον παραδοσιακό τους ρόλο.
Για να διαδραματίσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα με επάρκεια, ασφάλεια και αποτελεσματικότητα τον ρόλο του στην προσπάθεια επιστροφής στην ανάπτυξη, πρέπει αφενός να αρχίσει να μειώνεται δραστικά  ο αριθμός και ο όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (άρα χρειάζεται να συλλογιστούμε αν η ακολουθητέα οδός μας οδηγεί σε αυτό τον στόχο) και αφετέρου να επιστρέψει η εμπιστοσύνη των διεθνών κεφαλαίων αλλά και των πολιτών. Πιστεύω ακράδαντα ότι αυτό θα συμβεί μόνο όταν αρχίσει να αυξάνεται σημαντικά και σταθερά το ΑΕΠ της χώρας και pari passo το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.  Οι τράπεζες θα ακολουθήσουν. Είναι αδύνατον  να προηγηθούν οι τράπεζες  με βάση τη σημερινή κατάσταση.  Η Ελλάδα δηλαδή βρίσκεται αντιμέτωπη με μια  κατάσταση όπου η οικονομία της επανέρχεται σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης χωρίς την υποστήριξη της τραπεζικής χρηματοδότησης.  Πρόκειται για μια επώδυνη διαδικασία η οποία χαρακτηρίζεται από χαμηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης σε σχέση με τις περιπτώσεις ανάκαμψης με παράλληλη ενίσχυση της τραπεζικής χρηματοδότησης.

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

Η κατάσταση στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.




Η έντονη καθοδική πορεία των χρηματιστηριακών τιμών των  τραπεζών που ξεκίνησε από το τέλος Αυγούστου συνεχίζει να δημιουργεί έντονες ανησυχίες για την κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος . Αποκορύφωμα υπήρξε η  συνεδρίαση, της Τετάρτης 03.10.2018 , με ένα εντυπωσιακό ξεπούλημα και σημαντική πτώση των τιμών των τραπεζικών μετοχών.
Αφορμή υπήρξε η αδυναμία γνωστής ελληνικής τράπεζας να δανεισθεί για να καλύψει τις κεφαλαιακές της ανάγκες σύμφωνα με τις οδηγίες του SSM. Τα επιτόκια ήταν απαγορευτικά.
Αυτό οδήγησε στην αποκρυστάλλωση και την ανάδυση στο προσκήνιο των γνωστών αδυναμιών των ελληνικών τραπεζών που σχετίζονται πρωταρχικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που έχουν στους ισολογισμούς τους.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αποκρυστάλλωση των αδυναμιών έπαιξαν αφενός η υποβολή των σχεδίων μείωσης  των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον SSM, η αναβίωση του πολιτικού ρίσκου εν’ όψει των εκλογικών αναμετρήσεων στην Ελλάδα, αλλά και εξωγενείς παράγοντες, όπως οι εξελίξεις στην Ιταλία και το Brexit.
Η κατάθεση των νέων στόχων μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων για την τριετία 2019-21 αποτέλεσε τη θρυαλλίδα από πλευράς θεμελιωδών στοιχείων, για την ενεργοποίηση «τερματισμού των απωλειών» (  stop losses) από ξένους επενδυτές.
Με βάση τους στόχους, που διέρρευσαν για μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων από τα επίπεδα του 43% με 54% που ήταν στις 30/6/2018 στο 17% με 22% στο τέλος του 2021, οι διαχειριστές των funds  συνειδητοποίησαν ότι μεγάλο μέρος των προ προβλέψεων κερδών της επόμενης τριετίας θα απορροφηθεί από τις προβλέψεις που θα συνοδεύσουν πωλήσεις ή διευθετήσεις «κόκκινων» δανείων.
Αυτό οδήγησε σειρά από funds που είχαν τοποθετηθεί σε υψηλότερα επίπεδα στους  τραπεζικούς τίτλους, να ενεργοποιήσουν κινήσεις «τερματισμού των απωλειών».
Ένα ακόμα στοιχείο  για να εξηγηθεί η υπερβολή στην πτώση αποτελεί η αβεβαιότητα  που περιβάλει την ελληνική οικονομία για τους επόμενους 16 μήνες.
Η χώρα έχει εισέλθει σε ένα μακρύ προεκλογικό κύκλο που μπορεί να κρατήσει ως την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας στις αρχές του 2020, την ώρα που χρειάζεται πολιτική σταθερότητα για να επιταχυνθεί ο ρυθμός μεγέθυνσης.
Η αβεβαιότητα για τις πολιτικές και μακροοικονομικές εξελίξεις, όπως είναι αναμενόμενο, έχει αντίκτυπο στις τράπεζες, καθώς η ενίσχυση του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας  αποτελεί προαπαιτούμενο, αφενός για να αυξήσουν τις νέες χορηγήσεις, ενισχύοντας έσοδα και μειώνοντας το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων επί του συνόλου των δανείων, αφετέρου για να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα σε όσο το δυνατόν καλύτερες συνθήκες ανάκτησης.
Ο συνδυασμός χαμηλής μελλοντικής κερδοφορίας και αβεβαιότητας για τις πολιτικές και μακροοικονομικές εξελίξεις έχει ως αποτέλεσμα,  οι «επενδυτές» να είναι επιφυλακτικοί και να  τηρούν στάση αναμονής.
Τα παραπάνω έρχονται σε μια κρίσιμη συγκυρία σε διεθνές επίπεδο. Από τη μια πλευρά υπάρχει η κρίσιμη διαπραγμάτευση για το Brexit. Καθώς οδεύουμε για την έκτακτη Σύνοδο Κορυφής στις 17 Νοεμβρίου οι δυο πλευρές σκληραίνουν τη στάση τους και ορατός είναι ο κίνδυνος να μην υπάρξει συμφωνία μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Μεγαλύτερο βραχυπρόθεσμα πρόβλημα αναδεικνύεται όμως η Ιταλία και η διαμάχη της με την ευρωπαϊκή επιτροπή  σχετικά με το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος.  Η απόφαση της κυβέρνησης να καταθέσει προϋπολογισμό για το 2019 με στόχο για το έλλειμμα το 2,4% του ΑΕΠ  προκάλεσε αύξηση στις αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων με αποτέλεσμα να παρασυρθούν ανοδικά  και τα αντίστοιχα ελληνικά.
Με το ελληνικό 10ετές να έχει απόδοση  γύρω στο 4,5%  τα σχέδια για έξοδο στις αγορές μπαίνουν στο συρτάρι και αυτό με τη σειρά του δημιουργεί προσκόμματα στις αντίστοιχες κινήσεις που σχεδιάζουν οι ελληνικές τράπεζες.
Μετά από αυτές τις εξελίξεις , η κυβέρνηση «διερευνά» λύση που λέγεται APS (Asset Protect Scheme). Το σχέδιο που εξετάζει η κυβέρνηση είναι μια πρόταση που έχει παρουσιάσει πριν ένα χρόνο το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας .
Το εν λόγω σχέδιο προβλέπει την παροχή εγγύησης του Δημοσίου για ενδεχόμενες ζημιές των τραπεζών από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, μέσω ενός ειδικού εγγυητικού σχήματος (Asset Protect Scheme), με στόχο την άμεση κεφαλαιακή ανακούφισή τους και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Έναντι των δανείων, το Δημόσιο θα εκδώσει ομόλογα, παρέχοντας την εγγύησή του. Τα ομόλογα θα διατεθούν σε επενδυτές και θα είναι διαπραγματεύσιμα στη δευτερογενή αγορά, δημιουργώντας μια πραγματική αγορά για τα ελληνικά μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Με τη μέθοδο αυτή προβληματικά περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας τιμολογούνται με ευνοϊκό τρόπο, χωριστά από τα λοιπά  στοιχεία ενεργητικού.
Αρχικά καθορίζεται ένα κατώτερο όριο για την τιμή που μπορούν να λάβουν τα δάνεια που θα τιτλοποιηθούν (π.χ. 30 λεπτά ανά 1 ευρώ δανείου). Στη συνέχεια, παρέχεται η κυβερνητική εγγύηση πως οποιαδήποτε ζημία έως, πχ,  το 90% της τιμής που έχει προσδιοριστεί (στο παράδειγμα μας 27 λεπτά ανά 1 ευρώ δανείου) θα καλυφθεί από το Δημόσιο, με το πρώτο 10% της ζημίας (3 λεπτά) να αναλαμβάνεται από την τράπεζα.
Το ΤΧΣ υποστηρίζει πως το Asset Protect Scheme δεν προϋποθέτει τη μετακίνηση των προβληματικών δανείων από τα βιβλία των τραπεζών και την άμεση καταβολή των κεφαλαίων από τον εγγυητή.
Οι θεσμοί ωστόσο θεωρούν πως η μη επαρκώς επεξεργασμένη πρόταση του ΤΧΣ αντιμετωπίζει αδυναμίες, με τη μεγαλύτερη να είναι το πού θα βρεθούν πόροι για να καλύψουν τις εγγυήσεις. Η ευρωζώνη φαίνεται ότι  δεν συζητά (;)  τη χρήση του ταμειακού μαξιλαριού ασφαλείας για την χρηματοδότηση ενός τέτοιου σχήματος και παράλληλα τίθεται και ζήτημα κρατικών ενισχύσεων.
Η λύση αυτή δεν είχε περιληφθεί στο σχέδιο μείωσης των κόκκινων δανείων, προκρίθηκε όμως με κριτήριο τις ανάγκες των τραπεζών , επειδή δεν υπάρχουν funds για να  αγοράσουν τα «κόκκινα» δάνεια. Τα δάνεια που θα συμπεριληφθούν είναι  ενυπόθηκα επιχειρηματικά και στεγαστικά δάνεια με σκοπό να αναδιαρθρωθούν επιχειρήσεις και να ρευστοποιηθούν περιουσιακά στοιχεία, προκειμένου να μην βρεθεί εκτεθειμένο σε μεγαλύτερες ζημιές το ελληνικό Δημόσιο.
Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση του ΤΧΣ, δεδομένης και της τεχνικής δυσκολίας να μην χαρακτηριστεί ότι παραβιάζει τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, δεν γνωρίζουμε αν θα προχωρήσει.
Οι "θεσμοί" παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τις κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης, με την πρόταση του ΤΧΣ. Δεν γνωρίζουμε ακόμα πως θα συμπεριφερθούν.