Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Καταλονία: τοπικισμός ή εθνικισμός;





1.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ισπανία αναφορικά  με το   δημοψήφισμα της Καταλονίας προκειμένου να αποκτήσει την εθνική της ανεξαρτησία εγκαταλείποντας το ενιαίο  κράτος της Ισπανίας , επαναφέρουν με εμφατικό τρόπο στον ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο ζητήματα που άπτονται της κρατικής κυριαρχίας και της εθνικής αυτοδιάθεσης. Η αμοιβαία οροθέτηση των δύο αυτών εννοιών υπό συνθήκες φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος γεννά διχογνωμίες και προκαλεί αντιδράσεις. Πολλές αναλύσεις έχουν γραφτεί από «επαΐοντες» και μη αλλά κανείς δεν θέτει το χέρι στον τύπον των ήλων. 

Τα επιχειρήματα των δύο πλευρών είναι γνωστά :
Οι υποστηρικτές της κρατικής κυριαρχίας,  επικαλούνται το ισπανικό Σύνταγμα, τονίζοντας ότι δεν προβλέπεται παρόμοιου είδους δημοψήφισμα, ότι η Ισπανία είναι ενιαίο κράτος, ότι η  πρωτοβουλία για το δημοψήφισμα  είναι εμφανώς αντισυνταγματική ,και ως τέτοια καταστέλλεται από την δικαστική λειτουργία και ότι, σε τελική ανάλυση, δικαίωμα ψήφου σε ένα τέτοιο πιθανό δημοψήφισμα θα έπρεπε να έχει κάθε Ισπανός πολίτης.  Δηλαδή επιχειρούν να λύσουν την αντίθεση που έχει προκύψει , εντός των συνταγματικών ορίων του υπάρχοντος «κράτους δικαίου» στην Ισπανία.  
Από την άλλη μεριά, οι Καταλανοί υποστηρικτές του δημοψηφίσματος ,  το αντιλαμβάνονται ως μέσο ελεύθερης έκφρασης του λαού της Καταλονίας  με στόχο  την κατοχύρωση της  εθνικής τους κυριαρχίας, ήτοι ως κυριαρχία του  λαού της Καταλονίας να αποφασίζει δημοκρατικά για το μέλλον του εντός ή εκτός της Ισπανίας.
Πως επιλύεται το συγκεκριμένο πρόβλημα ; Δύσκολα.
Όμως , για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα σε όλες του τις διαστάσεις θα πρέπει να προσπαθήσουμε να δείξουμε (σωστότερο έκφραση είναι να αποδομήσουμε) το λάθος ορισμένων επιχειρημάτων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας . Έτσι , ίσως, θα έχουμε μια σφαιρικότερη αντίληψη της πραγματικότητας και άρα , ίσως, μεγαλύτερη ευχέρεια να κατανοήσουμε το πρόβλημα.
Στο παρόν άρθρο θα αντιμετωπίσουμε την άποψη που υποστηρίζει ότι το πρόβλημα είναι τοπικιστικού χαρακτήρα , αρνούμενο την εθνική διάσταση του προβλήματος. Σε επόμενο άρθρο θα ασχοληθούμε με την χρησιμοποίηση του όρου «Διεθνής πρακτική» ως δρόμο επίλυσης του προβλήματος.


2.

Το ζήτημα της αναγνώρισης του διακριτικού χαρακτήρα – ιδιαιτερότητας [ distinctiveness (Αγγλικά) , character distintivo- peculiaridad (Ισπανικά)], της Καταλονίας, της Χώρας των Βάσκων και της Γαλικίας , εντός του Ισπανικού Κράτους υπήρξε το σημαντικότερο σημείο πρόκλησης και αντιπαράθεσης κατά τη συζήτηση του Ισπανικού Συντάγματος το 1978 στο Ισπανικό Κοινοβούλιο.
Πράγματι, στη τελική μορφή που έλαβε το άρθρο 2 του  Ισπανικού Συντάγματος ,  αναγνωρίστηκαν « las nacionalidades y regiones» ( «nationalities and regions») .
Μεταφέρω το άρθρο 2 του Ισπανικού Συντάγματος στα Ισπανικά:
 La Constitución se fundamenta en la indisoluble unidad de la Nación española, patria común e indivisible de todos los españoles, y reconoce y garantiza el derecho a la autonomía de las nacionalidades y regiones que la integran y la solidaridad entre todas ellas.
Και σε Αγγλική μετάφραση:
The Constitution is based on the indissoluble unity of the Spanish Nation, the common and indivisible homeland of all Spaniards; it recognizes and guarantees the right to self-government of the nationalities and regions of which it is composed and the solidarity among them all
— Second Article of the Spanish Constitution of 1978
Η φυσική συνέπεια της συζήτησης του όρου "nationalities" ήταν η σχέση του με τον όρο "nation". Κατά τη διάρκεια της συζήτησης το πλαίσιο αναφοράς καθορίστηκε από δύο ακραίες θέσεις: η πρώτη που θεωρούσε όχι αναγκαία τη χρησιμοποίηση του όρου "nationalities" υποστηρίζοντας ότι υπήρχε one "nation" and "nationality" ,το Ισπανικό και η Ισπανική. Η δεύτερη που θεωρούσε την Ισπανία πολυεθνικό κράτος , δηλαδή κράτος που αποτελείται από διάφορα έθνη. Τελικά το άρθρο 2 ψηφίστηκε αναγνωρίζοντας την ύπαρξη των «nationalities» αλλά παράλληλα αναγνώριζε την αδιαχώριστη- αδιάσπαστη  ενότητα του Ισπανικού έθνους. Η εισαγωγή του όρου "nationality" ,  στο άρθρο 2 οφείλεται στην ανυποχώρητη στάση των αυτονομιστών και της Αριστεράς. Αντιθέτως η Δεξιά ήταν υπέρμαχος της μη εισαγωγής  του.  
Το Σύνταγμα, βεβαίως ,όπως ήταν αναμενόμενο,  δεν προσδιόρισε τον όρο. Επομένως έπρεπε να ερμηνευθεί με κάποιο τρόπο. Ανεξαρτήτως της ερμηνείας που έδωσαν  οι πολιτικές  παρατάξεις , όλες, αναγνώρισαν ότι ο όρος σηματοδοτεί , τουλάχιστον, ιστορικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες οι οποίες χρειάζεται να αναγνωριστούν στο πλαίσιο της αυτονομίας αυτών των περιοχών. Μεταφέρω ορισμένες από τις ερμηνείες των πολιτικών παρατάξεων.
« Έκφραση ιστορικών και πολιτιστικών ταυτοτήτων ….. εντός της ανώτερης ενότητας της Ισπανίας» , καθώς και «κοινότητες με εμφανή  πολιτιστική, ιστορική ή πολιτική προσωπικότητα» από εκπροσώπους της  Unión de Centro Democrático, UCD. (Κεντροδεξιά)
« Αντίθεση με τον όρο nationalities επειδή είναι συνώνυμος με τον όρο nation» Alianza Popular.(Συντηρητική Δεξιά)
«Έθνος χωρίς Κράτος ….εντός μιας πολυεθνικής Ισπανίας» Partit Socialista Unificat de Catalunya, PSU. (Κομμουνιστικό Κόμμα Καταλονίας)

Αν ανατρέξει κανείς στη ιστορία της Καταλονίας θα πληροφορηθεί ότι έχει  ιστορικά σύνορα από το έτος 987 όταν ο Borell II, Κόμης της Barcelona, δεν αναγνώρισε ως βασιλιά τον Hugh Carpet  συνεχιστή του θρόνου του Καρόλου, έχει δική της γλώσσα, είναι οικονομικά υγιής και έχει υποστεί στο παρελθόν την καταπίεση του κεντρικού ισπανικού κράτους. Όμως όλα αυτά αναγνωρίζονται και από το Ισπανικό Σύνταγμα, όπως είπαμε προηγουμένως. Συνεπώς η μη αναγνώριση του Καταλανικού ιστορικού εθνικισμού νομίζω ότι είναι εξόχως ανιστόρητη και λανθασμένη.
3.
Το ζήτημα , για να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο, είναι να αντιληφθούμε το πώς δρα ή δρουν σήμερα οι κατά τόπους εθνικισμοί. Εδώ , κατά την άποψή μου έγκειται και η δυνατότητα κατανόησης  του συγκεκριμένου ζητήματος.
Η προσήλωση στο παρελθόν προκαλεί εσφαλμένες κρίσεις για τον χαρακτήρα του εθνικισμού στο παρόν. Η ερμηνεία του εθνικισμού ως μιας εισβολής του παρελθόντος στο παρόν συνδέεται με αντιλήψεις οι οποίες ανάγουν την επίμονη επιβίωση του εθνικιστικού φρονήματος στην ανάγκη του ανθρώπου για ψυχικούς και ουσιακούς δεσμούς και για την αντίστοιχη ταυτότητα, θεωρώντας τον εθνικισμό ως φυσική και αναμενόμενη εξέγερση ενάντια στην ορθολογικότητα του εκτεχνικευμένου κόσμου και συνάμα ενάντια στη χρησιμοθηρική ορθολογικότητα του κράτους δικαίου. Όμως ελάχιστα πράγματα κερδίζουμε, εφ’ όσον δεν εξειδικεύουμε τις ιστορικές συνθήκες ή τα μακρόβια ιστορικά μεγέθη . Δεν αρκεί η γενική αναφορά στο «έθνος» αν δεν περιγράψουμε λεπτομερέστερα τον κόσμο, μέσα στον οποίο το έθνος θέλει να σταθεί στα πόδια του, να εκδιπλώσει τις δυνάμεις του- και να ορίσει τον εαυτό του.
Χωρίς λεπτομερείς αναλύσεις μπορούν να αναφερθούν τα παρακάτω.
Ο Ευρωπαϊκός αστικός εθνικισμός του 19ου  αιώνα συγκρότησε το έθνος με τα πολιτικά συνθήματα της ελευθερίας και της ισότητας. Αυτό στην πράξη σήμαινε την ενοποίηση του εθνικού χώρου , υπό την καθοδήγηση της αστικής τάξης , έναντι του υφιστάμενου διαχωρισμού του από την αριστοκρατία , τον κλήρο και τους τοπικούς φεουδάρχες. Δηλαδή ο αστικός εθνικισμός αποτελούσε μια κατάκτηση προς τα μέσα του εθνικού χώρου , με στόχο την πολιτική, κοινωνική και οικονομική ενοποίησή του.
Με τον αντιαποικιακό εθνικισμό του 20ου αιώνα τα πράγματα αντιστράφηκαν. Όχι ότι δεν έγιναν προσπάθειες ενοποίησης του εσωτερικού εθνικού χώρου , αλλά το κύριο μέλημα τους ήταν η ανεξαρτησία προς τα έξω , από τους ξένους κυριάρχους. Επίσης την εκάστοτε πολιτική καθοδήγηση των εθνικισμών ανέλαβαν πολύ διαφορετικά στρώματα και ποικίλες ελίτ.
Στην τελευταία έκρηξη των εθνικισμών των χωρών που ανήκαν στο στρατόπεδο της Σοβιετικής Ένωσης και των αντίστοιχων βαλκανικών το κύριο μέλημα ήταν , όχι η ενοποίηση και ομοιογένεια του εθνικού χώρου , αυτό είχε ήδη συντελεστεί, αλλά  η πεποίθησή τους (σωστή ή λανθασμένη) ότι η αυτόνομη ένταξη του έθνους τους , με τη δημιουργία κράτους βεβαίως, στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και ισχύος, θα ήταν σημαντικό πλεονέκτημα για την  μελλοντική τους πορεία στην παγκόσμια κοινωνία των εθνών. Δηλαδή θεωρούν ότι με την αυτόνομη παρουσία τους, ως έθνη κράτη, θα επιτύχουν καλύτερα οικονομικά ,και όχι μόνο, αποτελέσματα τα οποία θα βελτιώνουν τη θέση τους στην κατάταξη των παγκοσμίων ιεραρχιών αξίας.  
Δηλαδή , στην παρούσα φάση της πλανητικής πολιτικής , παρατηρείται , σύζευξη εθνικών-πολιτιστικών και οικονομικών αιτημάτων με κύριο στόχο αιτήματα ανακατανομής.
 Με αυτό το κριτήριο μπορούμε να αντιληφθούμε και τα φαινόμενα που παρατηρούνται στο εσωτερικό μερικών μαζικών δημοκρατιών της Δύσης ,όπου εθνότητες και μειονότητες, θέτουν επιτακτικά την αυτονόμησή τους από το κεντρικό κράτος στο οποίο μέχρι τώρα ανήκουν.
Όμως σε σχέση με αυτή τη θέση, θα  πρέπει να είμαστε προσεκτικοί διότι όλες οι περιπτώσεις δεν είναι ίδιες. Άλλωστε για αυτό το λόγο, γράψαμε εθνότητες και μειονότητες. Η περίπτωση της Καταλονίας και της Σκοτίας δεν είναι ίδια με την περίπτωση ,πχ. της Λομβαρδίας. Στις πρώτες δύο σαφώς υπάρχει και υπερισχύει η εθνική διάσταση η οποία βεβαίως συντίθεται με οικονομικά αιτήματα ανακατανομής. Αντίθετα στη Λομβαρδία υπάρχει μόνο το αίτημα της ανακατανομής . Άρα θα μπορούσαμε να αποδώσουμε  αυτή την περίπτωση ως τοπικισμό.
 Συνεπώς , πρέπει πολύ προσεκτικά να αντιμετωπίζουμε, τα ζητήματα που αφορούν σε αποσχιστικά κινήματα και να μην τα βάζουμε όλα σε ένα σακί.   


Η έννοια του τοπικισμού υποκρύπτει την απόλυτη ταύτιση με την αντίληψη του Ραχόϊ και των λοιπών κληρονόμων της ιδέας για την Ισπανία ως ένα έθνος και μια εθνικότητα κάτι που βρίσκεται στον αντίποδα της ιστορικής πραγματικότητας.