Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2019

Ο πλούτος των Ελλήνων 2000-2019.



Πως εξελίχθηκε ο πλούτος των Ελλήνων την περίοδο 2000-2018; Την περίοδο εντάξεως της χώρας στην ευρωζώνη και στο ενιαίο νόμισμα και συγχρόνως της μεγάλης οικονομικής κρίσης και των μνημονιακών προγραμμάτων; Απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίνει μια πρόσφατη μελέτη της Ελβετικής τράπεζας Credit Suisse    (The Global Wealth Report 2019). Στην εν λόγω έρευνα, ο πλούτος ορίζεται ως το σύνολο της τρέχουσας αξίας του χρηματοοικονομικού και του μη-χρηματοοικονομικού πλούτου , από τον οποίο έχει αφαιρεθεί το σύνολο του ιδιωτικού χρέους.
Εξετάστηκαν  οι σωρευτικές  μεταβολές  του πλούτου ανά ενήλικο άτομο,  για τα χρονικά διαστήματα,  2000-2010 και 2010-2019.  Με βάση τους υπολογισμούς της ελβετικής τράπεζας  διαπιστώνεται, ότι ο πλούτος ενός ενήλικου Έλληνα σχεδόν διπλασιάστηκε τη δεκαετία 2000-2010 (+91%),  ενώ την περίοδο 2010-2019 απωλέσθηκε το 30%.
Ο πλούτος ανά ενήλικα ακολούθησε έντονα ανοδική πορεία μέχρι το 2007, ενώ παράλληλα, οι ετήσιοι ρυθμοί της πιστωτικής επέκτασης των νοικοκυριών ήταν ιδιαίτερα υψηλοί, με σκοπό κυρίως τις επενδύσεις σε κατοικίες και το ποσοστό της ετήσιας αποταμίευσής τους διατηρούνταν υψηλό. Η οικονομική κρίση εξασθένησε τον πλούτο των ελληνικών νοικοκυριών από το 2008 και έπειτα, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχουν ανακτηθεί οι απώλειες που καταγράφηκαν.
Το έτος 2007 ο πλούτος ανά ενήλικα έφθασε στο υψηλότερο σημείο του την εξεταζόμενη περίοδο, σε 180.000 δολάρια, εκ των οποίων 50.000 δολάρια αντιστοιχούσαν στο χρηματοοικονομικό πλούτο , 140.000 δολάρια στο μη χρηματοοικονομικό πλούτο ενώ το ιδιωτικό χρέος ( αφαιρείται) είχε ύψος 10.000 δολάρια.
Αντιθέτως το έτος 2015 ο πλούτος ανά ενήλικα βρέθηκε στο χαμηλότερο ύψος, 80.000 δολάρια , εκ των οποίων 25.000 δολάρια αντιστοιχούσαν στον χρηματοοικονομικό πλούτο, ο μη χρηματοοικονομικός σε 75.000 δολάρια, ενώ το ιδιωτικό χρέος είχε ύψος 20.000 χιλιάδες δολάρια.
Το επίπεδο του πλούτου ανά ενήλικο άτομο στην Ελλάδα  στα μέσα του 2019 διαμορφώθηκε σε 96.000 δολάρια από 150.0000 το 2008. Όλες οι συνιστώσες του πλούτου σημείωσαν αρνητική μεταβολή στο ίδιο χρονικό διάστημα, με μεγαλύτερη αυτή του μη-χρηματοοικονομικού πλούτου που συρρικνώθηκε κατά 41%. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ο μη-χρηματοοικονομικός πλούτος εξακολουθεί να έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς αποτελεί το 69,2% του συνολικού πλούτου, δηλαδή του αθροίσματος χρηματοοικονομικού και μη-χρηματοοικονομικού πλούτου.  Τέλος, το ιδιωτικό χρέος, στην Ελλάδα, ανά ενήλικο άτομο, διαμορφώθηκε σε 13.000 δολάρια το 2019, από 21.000 το 2008, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στον περιορισμό της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα από το τραπεζικό σύστημα ,κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στη χώρα.
Η σύνθεση του πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο παρουσιάζει αντίθετη εικόνα, καθώς όπως αναφέρει η έρευνα της Credit Suisse, στα μέσα του 2019 το 55% του παγκόσμιου πλούτου αντιστοιχούσε στην αξία των χρηματοοικονομικών στοιχείων που κατέχουν τα νοικοκυριά και το υπόλοιπο 45% στην αξία των μη χρηματοοικονομικών στοιχείων.
Στις υπόλοιπες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, η σωρευτική μεταβολή του πλούτου ανά ενήλικα τη δεκαετία 2000-2010, ήταν μεγαλύτερη σε σύγκριση με την Ελλάδα, καθώς στην Κύπρο ήταν ίση με 165%, στην Ιταλία με 98% και στην Πορτογαλία με 114%. Παρά το γεγονός ότι δύο χώρες από αυτές , όπως και η Ελλάδα, ακολούθησαν προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, εντός της τελευταίας δεκαετίας, η εικόνα που παρουσιάζουν στο διάστημα 2010-2019 είναι διαφορετική, καθώς η μείωση του καθαρού πλούτου ανά ενήλικο άτομο ήταν σχετικά περιορισμένη στην Κύπρο (-6%) και την Ιταλία (-1%), ενώ στην Πορτογαλία σημειώθηκε αύξηση ύψους 16%.Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι τα προγράμματα προσαρμογής σε αυτές τις χώρες, ολοκληρώθηκαν νωρίτερα σε σχέση με την Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να περιμένουμε τουλάχιστον δύο έτη ακόμη για να έχουμε ακριβείς συγκρίσεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, τελικά, την εποχή της χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης, η αξία του πλούτου αυξάνει πρωταρχικά με τη συμβολή του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ο δανεισμός και η εξάπλωση των χρηματοπιστωτικών εργαλείων χρέους αποτελούν τον μηχανισμό δημιουργίας πλούτου. Βεβαίως λόγω της φύσης του τομέα αυτού οι κρίσεις που μειώνουν τον πλούτο, είναι περισσότερο συχνές και πιο βαθιές, αλλά παρόλα αυτά ο συνολικός πλούτος στο τέλος της κρίσης φαίνεται ότι παραμένει υψηλότερος από την αρχή του ανοδικού κύκλου. Το ζήτημα είναι ότι αυτή η διαδικασία αύξησης του συνολικού πλούτου συνοδεύεται σχεδόν πάντοτε με έντονες ανισοκατανομές διογκώνοντας  περαιτέρω την υφιστάμενη ανισότητα κατανομής του πλούτου.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗ 17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2019

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

Η προσπάθεια ηθικοποίησης της πολιτικής.




Δια γυμνού οφθαλμού διαπιστώνεται, από τον απλό παρατηρητή της δημόσιας συζήτησης στη χώρα μας,  η προσπάθεια «ηθικοποίησης» της πολιτικής αντιπαράθεσης. Όλο και πιο συχνά οι πολιτικές δυνάμεις χρησιμοποιούν στο καθημερινό τους λεξιλόγιο ρήσεις όπως : «ηθικό πλεονέκτημα», «ηθική υποχρέωση έναντι των πολιτών», κτλ.
 Συγκεκριμένα, σχετικά με το παραπάνω θέμα ,μπορώ  να ισχυριστώ τα παρακάτω:
Πρώτον, δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί «ηθικό πλεονέκτημα»(στην πολιτική),  καθώς κάθε ηθική αντίληψη που δεν έχει  ως αντίπαλό της τα προβλήματα ενός πραγματικού κράτους,  ανακαλύπτει εν τέλει ότι, όταν κατακτήσει την εξουσία, δεν μπορεί να κυβερνήσει.  Η προσπάθεια ιστορικής θεμελίωσης (αν μπορεί να υπάρξει και πιστέψτε με είναι δύσκολο αυτό να τεκμηριωθεί ) προσκρούει με ορμή στην ιστορική πραγματικότητα της διακυβέρνησης. Αρχή άνδρα δείκνυσι.
Δεύτερον, αυτό το λεγόμενο «ηθικό πλεονέκτημα»  αλλά και τα υπόλοιπα «ηθικά» συμπαρομαρτούντα, στηρίζονται σε μια ηθική βεβαιότητα από διάφορες φιλοσοφίες της ιστορίας που τους επιτρέπουν να σχεδιάζουν το μέλλον, ένα πλήρως ηθικό μέλλον. Ο εγγενώς ουτοπικός ,εσχατολογικός και ηθικολογικός  χαρακτήρας της φιλοσοφίας της ιστορίας έχει αναλυθεί επαρκώς έτσι ώστε να μην σταθούμε σε περισσότερες αναφορές εδώ. Οι  συνέπειες της εφαρμογής τέτοιων αντιλήψεων  στην ιστορία επίσης.
Τρίτον , μια εντελώς ηθικοποιημένη πολιτική δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στον τρόμο και σε ένα ολοκληρωτικό κράτος , όπου η πραγματική κυριαρχία των ατόμων μένει κρυμμένη πίσω από το προσωπείο μιας δήθεν ανώνυμης διακυβέρνησης  υπό τον μανδύα της ηθικής. Πρόκειται για μια ουτοπική διακυβέρνηση μέσω του τρόμου και της ιδεολογίας, τα δύο κύρια χαρακτηριστικά που η Hanna Arendt  είχε αποδώσει , ως γνωστόν, στον ολοκληρωτισμό.
Τέταρτον, το να μιλάει κανείς στο όνομα της ηθικής είναι ένδειξη πολιτικής αδυναμίας ή μια εξαιρετικά δόλια άσκηση της εξουσίας.  Συγχρόνως σε όλο αυτό το σκηνικό ενυπάρχει η αιώνια απειλή της αυταπάτης στην πολιτική. Η αληθινή αυταπάτη είναι ο μόνιμος κίνδυνος στην πολιτική και όσοι ,ειδικότερα, μιλούν στο όνομα της ηθικής οφείλουν να εξετάσουν τα κίνητρά τους. Τελικά κάθε απάτη περιέχει εγγενώς την αυταπάτη. Η απάτη αποτελεί το θεμέλιο της κάθε εξουσίας.
Πέμπτον,  τα ηθικά ζητήματα χρειάζεται να πολιτικοποιούνται και όχι να ηθικοποιείται η πολιτική.   Εξαρχής υπογραμμίζεται ότι αναλύοντας τις αφετηρίες και τις διαδρομές του πολιτικού πολιτισμού έχουμε πολιτική ηθική και όχι ηθική γενικώς και αορίστως.
Κύριο γνώρισμα του πολιτικού πολιτισμού είναι η συγκρότηση σε πολιτικές ομάδες, ο προσδιορισμός συλλογικών σκοπών υπέρτατος εκ των οποίων είναι η συλλογική επιβίωση, η θέσπιση των διανεμητικών λειτουργιών της ισχύος στο πλαίσιο της πολιτικής οργάνωσης και η πολιτειακή νομιμοποίηση της εξουσίας και των κοινωνικών ιεραρχιών με ηθικά κριτήρια κοινωνικοπολιτικά σμιλευμένα.
Κάποιοι θα έλεγαν ότι η πολιτική νομιμοποίηση συναρτάται και με θεμελιώδεις κοσμοθεωρητικές παραδοχές οι οποίες προσφέρουν σε μια κοινωνία μονιμότερο πνευματικό και στρατηγικό προσανατολισμό.
Η πολιτική ηθική και η πολιτική νομιμοποίηση είναι οργανικά συνδεδεμένες έννοιες.
 Στον πολιτικό στοχασμό, ως εκ τούτου, είναι ένα πράγμα η  πολιτικά προσδιορισμένη πολιτική ηθική και άλλο η γνωσιολογικά-ιδεολογικά προσδιορισμένη «ηθική». Η πρώτη συναρτάται με τα κοινωνικοοντολογικά γεγονότα η δεύτερη είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, πολιτική θεολογία.
Ακόμη και η μεταφυσικά προσδιορισμένη ηθική των θρησκευτικών δογμάτων, επισημαίνεται, όταν εμπλακεί στο Πολιτικό γεγονός , με τον ένα ή άλλο τρόπο και στην μια ή άλλη βαθμίδα ολοκληρώνεται μέσα στην πολιτική δίνη που διαμορφώνει την πολιτική ηθική.
Κανένας αφηρημένος κανόνας, καμία καθολική προσταγή με συγκεκριμένο περιεχόμενο, δεν μπορεί να μας απαλλάξει από το βάρος και από την ευθύνη της δράσης μας.
Η δράση τοποθετείται πάντοτε αναγκαστικά στο επιμέρους και όχι στο καθολικό, συνεπώς απαιτείται η άσκηση της φρόνησης. Η φρόνηση είναι η δυνατότητα κρίσις εκεί όπου δεν υπάρχουν μηχανικοί , αντικειμενικοί κανόνες που επιτρέπουν την κρίση.
Η  ισχύς  θεσπίζεται κοινωνικοπολιτικά επειδή  νομιμοποιείται από μια κοινωνικά προσδιορισμένη πολιτική ηθική και ένα συνδεδεμένο με αυτή «σύστημα» διανεμητικής δικαιοσύνης. Η πολιτική ηθική, όπως συγκροτείται και όπως αλλάζει στο εσωτερικό μιας πολιτικά κυρίαρχης πολιτείας, έχει ως  αποστολή τη ρύθμιση των διανεμητικών  λειτουργιών της ισχύος, των πολιτικοοικονομικών δραστηριοτήτων  και των κοινωνικοπολιτικών ιεραρχιών.
Τουτέστιν, εξ αντικειμένου για να υπάρχει πολιτική ηθική απαιτείται να διαθέτει κοινωνική αναφορά και ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα εντός του οποίου διαρκώς ορίζονται οι συλλογικές ηθικές επιταγές με τρόπο που νομιμοποιούν ακατάπαυστα την πολιτειακή διανεμητική δικαιοσύνη και τις κανονιστικές δομές και ιεραρχίες του κοινού βίου.
Λογικά και εξ αντικειμένου, λοιπόν, η πολιτική ηθική και τα συμπαρομαρτούντα θεσμικά ζητήματα ή άλλες πτυχές της πολιτικής ζωής ανάγονται σε κάποιο κοινωνικό ον. Πολιτική και ον είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος του πολιτικά πολιτισμένου βίου.
 
 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΚΥΡΙΑΚΗ 17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2019


Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Μια ματιά στην τουρκική οικονομία.



Τα γεωπολιτικά παίγνια του Ερντογάν την τελευταία περίοδο έχει θέσει σε δεύτερο πλάνο τις εξελίξεις στην οικονομία της γειτονικής χώρας.  Ο παράγων οικονομία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνικής υποστήριξης της πολιτικής του τούρκου προέδρου. Είναι γνωστό ότι η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε δύσκολη συγκυρία. Για δεύτερη φορά, η πρώτη ήταν το 2009 στην κορύφωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το τρέχον έτος,  υπάρχει πιθανότητα να παρουσιάσει αρνητική μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας, την εποχή διακυβέρνησης Ερντογάν.   Η προσπάθεια εξάλειψης των σημαντικών οικονομικών ανισορροπιών που επιχειρεί η τουρκική κυβέρνηση τον τελευταίο χρόνο βρίσκεται σε δύσκολο σταυροδρόμι. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις με δεδομένο το βαθμό αβεβαιότητας στο γεωπολιτικό περιβάλλον. Με αυτά τα δεδομένα ας ρίξουμε μια ματιά στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται η οικονομία της χώρας.
Ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ της Τουρκίας σημείωσε σημαντική επιβράδυνση το 2018 ( +2,8%) σε σχέση με το 2017 (7,4%). Από το δ’ τρίμηνο του 2018 και τα επόμενα  δύο τρίμηνα του 2019  η τουρκική οικονομία  κατέγραψε αρνητικό ρυθμό μεγέθυνσης ( -2,8%, -2,4%, -1,5% ) σε σχέση με τα αντίστοιχα τρίμηνα του προηγουμένου έτους. Δηλαδή η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε ύφεση. Για το 2019 προβλέπεται ότι η οικονομία θα παραμείνει σε ύφεση (-2,0%) λόγω της χειροτέρευσης όλων των συνιστωσών που διαμορφώνουν το ΑΕΠ. Σε αυτήν την εξέλιξη συνέβαλαν πολλαπλοί παράγοντες. Η απώλεια εμπιστοσύνης στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική προκάλεσε εκτεταμένη υποτίμηση της τουρκικής λίρας έως τον Αύγουστο του 2018, άνοδο του πληθωρισμού και τελικά αύξηση των επιτοκίων και του εξωτερικού χρέους, το οποίο αντανακλά το επίπεδο δανεισμού σε ξένο νόμισμα. Ως αποτέλεσμα, η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις σημείωσαν ραγδαία επιδείνωση (από 6,1% και 7,8% το 2017 σε 1,1% και -1,7% το 2018 αντίστοιχα), η οποία εν μέρει αντισταθμίστηκε από τη μεγάλη υποχώρηση των εισαγωγών (-7,9% το 2018 από +10,3% το 2017).
Τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2019, η οικονομική δραστηριότητα παρουσιάζει μικρή βελτίωση παραμένοντας πάντως σε αρνητική κλίμακα. Ενώ η συμμετοχή των καθαρών εξαγωγών στον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης ήταν υψηλή, η εγχώρια ζήτηση ήταν ασθενική σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Στη θετική συμμετοχή της  μείωσης του αρνητικού ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ (σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2018) συνέβαλαν τόσο η εγχώρια ζήτηση όσο και οι καθαρές εξαγωγές. Η αύξηση της εγχώριας ζήτησης  οφείλεται στη δημόσια κατανάλωση καθώς και στην αντίστοιχη των νοικοκυριών ( λόγω της μείωσης του ΦΠΑ στα διαρκή καταναλωτικά προϊόντα). Από την άλλη μεριά οι επενδύσεις παρέμειναν σε χαμηλό επίπεδο λόγω του υψηλού ασφαλίστρου κινδύνου της χώρας  και των σφιχτών  χρηματοοικονομικών συνθηκών.  
Το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών συρρικνώθηκε σημαντικά το 2018. Κύριοι λόγοι αποτελούν το πλεονασματικό ισοζύγιο υπηρεσιών (ο τουρισμός πρωτίστως) και η βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου λόγω υποχώρησης των εισαγωγών εξαιτίας της μειωμένης εγχώριας ζήτησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία και του Αυγούστου 2019,εκτιμάται ότι το τρέχον έτος θα καταγραφεί εξισορρόπηση (πιθανά και πλεόνασμα) στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η υποτίμηση της ονομαστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας του τουρκικού νομίσματος έναντι των ισχυρών νομισμάτων αλλά και των υπολοίπων των αναδυομένων χωρών, μείωσε σημαντικότατα την πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία βοηθώντας στην ανταγωνιστικότητα (ως προς τη τιμή) των εξαγομένων προϊόντων.
Οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις το 2018 ήταν 6,7 δις δολάρια έναντι 7,4 δις δολάρια το 2017. Σημειώνουμε ότι οι ΑΞΕ βαίνουν συνεχώς μειούμενες από το 2011 και μετά. Το πρώτο οκτάμηνο του 2019 το ύψος τους είναι 4,2 δις δολάρια.
Το δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 30,4% του ΑΕΠ το 2018, έναντι 28,3% το 2017.
Το ύψος του βραχυχρόνιου εξωτερικού χρέους (απόθεμα) είναι 120,7 δις δολάρια ΗΠΑ στο τέλος του Αυγούστου 2019, αυξημένο κατά 5,4% σε σχέση με το τέλος του 2018. Τα 57,2 δις δολάρια αφορούν στις τράπεζες και τα υπόλοιπα στους άλλους τομείς της οικονομίας.
Η ύφεση, η μείωση των έμμεσων φόρων σε μια σειρά προϊόντων και η σχετική σταθεροποίηση της τουρκικής λίρας από τους τελευταίους μήνες του 2018 και μετά, συγκράτησαν κατ’ αρχάς τις ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό και οδήγησαν (σε συνδυασμό με τα υψηλά επιτόκια) στη σταδιακή αποκλιμάκωσή του: από το υψηλό 25,24% τον Οκτώβριο 2018 στο 8,55% τον αντίστοιχο μήνα του 2019. Ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης επιβραδύνθηκε σημαντικά, από 21,2% τον Ιανουάριο του 2018 στο 5,0% τον Οκτώβριο του 2019 , αφού ενδιαμέσως  ο ρυθμός μηδενίστηκε (Απρίλιος 2019) ,  κυρίως διότι αυξήθηκε δραματικά το κόστος δανεισμού. Το βασικό επιτόκιο της ΚΤ, αυξήθηκε από 16,5% (Ιούνιος 2018) σε 24,0% (Σεπτέμβριος 2018) και μειώθηκε πρόσφατα στο 14,0% (τέλος Οκτωβρίου 2019).
 Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε τον Απρίλιο του 2019 στο 4,1%. Η κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού συστήματος βρίσκεται στο 14%.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι επερχόμενες οικονομικές εξελίξεις  προμηνύονται δύσκολες  για την κυβέρνηση Ερντογάν, λαμβάνοντας πάντα υπόψη και τις γεωπολιτικές εξελίξεις. 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ 10 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2019