Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

Διαχρονικές και στενές οι σχέσεις Γερμανίας –Τουρκίας.


Για τη μεταπολιτική Γερμανία, ιδιαίτερα, ( αλλά ίσως, υπό μια έννοια, και για την Γερμανική Αυτοκρατορία από την ίδρυσή της το 1871) οι οικονομικές σχέσεις αποτελούν έναν πολύ σημαντικό παράγοντα αλληλεξάρτησης σε διακρατικό επίπεδο. Για τη γερμανική αντίληψη, η οικονομική ισχύς αποτελεί παράγοντα εξαιρετικής αποτελεσματικότητας προκειμένου να εδραιωθεί η κυριαρχία τους επί των άλλων χωρών. Ανεξαρτήτως αν για τη Γερμανία η κυριαρχία επιτυγχάνεται, τελικά,  μέσω της πολιτικοστρατιωτικής ισχύος, όταν αυτή δεν είναι εφικτή, η οικονομική εξάρτηση των άλλων χωρών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να δημιουργηθούν οι όροι για την τελική κυριάρχηση. 
Οι Γερμανοτουρκικές σχέσεις ανάγονται από την εποχή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και της αντίστοιχης Οθωμανικής (στο τέλος του 19ου αιώνα) , και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Οι σχέσεις τους είναι πολιτικές, στρατιωτικές  και οικονομικές.  Οι δύο αυτοκρατορίες συμβίωναν εκείνη την περίοδο με βάση τη στρατηγική τους συμπληρωματικότητα, αλλά με προοπτικές  διαφορετικές. Η μια, η νέα γερμανική αυτοκρατορία του Γουλιέλμου, αυξανόμενη δύναμη στην κεντρική Ευρώπη προσπαθούσε να ανταγωνιστεί τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις , Αγγλία και Γαλλία και η άλλη αυτοκρατορία «η ασθενής της Ευρώπης» προσπαθούσε να αποφύγει τη διαφαινόμενη πολιτική και οικονομική κατάρρευση. Όμως η Οθωμανική αυτοκρατορία κατείχε μια στρατηγική γεωγραφική θέση τουλάχιστον, εκείνη την εποχή, αναφορικά με τον έλεγχο της διώρυγας του Σουέζ. 
Το 1896 ο Αυτοκράτορας Γουλιέλμος ΙΙ αρχίζει τη νέα αποικιακή πολιτική της Γερμανίας (μετά την αποπομπή του καγκελαρίου Μπίσμαρκ) προκειμένου η αυτοκρατορία «να βρει μια θέση στον ήλιο» και η Τουρκία ανακαλύπτει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα μάτια του Βερολίνου. Η Γερμανία είχε ανάγκη της υποστήριξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το Orient Express συνέδεε τη Δυτική Ευρώπη, μέσω των Βαλκανίων με την Κωνσταντινούπολη από το 1889 και ο Σουλτάνος Abdul-Hamid II δέχτηκε αίτημα από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα Γουλιέλμο ΙΙ να επεκταθεί η σιδηροδρομική γραμμή μέχρι τη Βαγδάτη, διαμέσου της Ανατολίας, Στόχος ήταν η μετέπειτα επέκταση μέχρι τη Βασόρα ώστε να φθάσει στον Περσικό κόλπο και να υπάρχει πρόσβαση στην Ινδία προκειμένου να υπάρξει ναυτική  βάση του γερμανικού στόλου. Μία γεωστρατηγική θέση που θα έφερνε σε δύσκολη θέση την Αγγλία. Παράλληλα  σχεδιάστηκε μια διακλάδωση προς την Δαμασκό που θα συνέχιζε μέχρι την Μεδίνα. Το δίκτυο θα εξυπηρετούσε τις οικονομικές βλέψεις της Γερμανίας (εύκολη πρόσβαση στις πρώτες ύλες απαραίτητες στην αναπτυσσόμενη ραγδαία βιομηχανία της Γερμανίας) τόσο στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά θα διευκόλυνε  και την  πρόσβαση  στις γερμανικές αποικίες της Ανατολικής Αφρικής. Η αποδοχή του γερμανικού σχεδίου από τον Σουλτάνο Abdul-Hamid II υποβοηθήθηκε από το γεγονός ότι η Γερμανία εμφανιζόταν ως ένας ισότιμος οικονομικός εταίρος που επιδίωκε μόνο οικονομικές συνεργασίες, σε αντίθεση με τους Άγγλους και Γάλλους που ασκούσαν αποικιακή πολιτική και διακρατούσαν το μεγαλύτερο ποσοστό του δημοσίου χρέους της χώρας.

Η Γερμανία άνοιξε τις πόρτες της, και έγινε ο πρώτος οικονομικός εταίρος, στην Ευρώπη, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συνεργασία αυτή μετατράπηκε σε στενή αμυντική συμφωνία και η Τουρκία συμμετείχε στον Α’ ΠΠ στο πλευρό των Κεντρικών δυνάμεων. 
Θα πρέπει να ειπωθεί, στο σημείο αυτό, ότι η Γερμανία είχε ένα σημαντικό ρόλο, από την εποχή του Tanzimat (προσπάθεια εκμοντερνισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από το μέσο του 19ου αιώνα) στην οργάνωση του οθωμανικού στρατού και γενικότερα στα αιτήματα εκσυγχρονισμού που προέβαλαν οι ανερχόμενες κοινωνικές κατηγορίες με αστικό και εθνικιστικό προσανατολισμό. Με τη λήξη του Α’ΠΠ και οι δύο αυτοκρατορίες μετατράπηκαν σε δημοκρατίες με τα γνωστά αποτελέσματα.

Μετά τη λήξη του Β’ΠΠ, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο πλαίσιο της ανοικοδόμησης της κοινωνίας και της οικονομίας της στράφηκε πάλι προς την Τουρκία. Ενώ Γαλλία, Αγγλία και οι Κάτω Χώρες είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν εργατική δύναμη από τις αποικίες τους, η Γερμανία στράφηκε αφενός προς την εργατική δύναμη των ευρωπαϊκών χωρών του Νότου αλλά από το 1961 και προς την εργατική δύναμη της Τουρκίας. Μέχρι το 1969 περίπου 1.000.000 τούρκοι εργάτες απασχολούνταν στις γερμανικές βιομηχανίες. Μέχρι το 2001 ο νόμος για την γερμανική υπηκοότητα βασίζονταν στην έννοια  ius sanguinis . Τη χρονιά αυτή ο νόμος άλλαξε (μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Schröder) και η πλειοψηφία των τούρκων μεταναστών (περίπου 3,5 εκατομμύρια το 2010) έλαβαν γερμανική υπηκοότητα και το δικαίωμα ψήφου. Το γεγονός αυτό, όπως είναι ευνόητο, έδωσε μεγαλύτερο πολιτικό βάρος στην τουρκική μειονότητα από αυτό που είχε προηγουμένως.
Η Γερμανία αποτελεί το σπουδαιότερο προορισμό των τούρκικων εξαγωγών (2017) 17,4 δις δολάρια. Οι τούρκικες εξαγωγές στην Γερμανία συνίστανται σε οχήματα, διάφορα τμήματα  και εξαρτήματα αυτοκινήτων, και υφάσματα, ενώ οι κύριες εισαγωγές από τη Γερμανία είναι, μηχανήματα, ηλεκτρονικά, οχήματα, φάρμακα, οπτικά  και διάφορα τμήματα  και εξαρτήματα για την κατασκευή κινητήρων  αυτοκινήτων αλλά και υλικό για σιδηροδρόμους. Επίσης σημαντικές είναι οι δαπάνες (εισαγωγές) για οπλικά συστήματα από τη Γερμανία . Τους 8 πρώτους μήνες του 2019 ανήλθαν σε250.4 εκατομμύρια ευρώ  (277 εκατομμύρια δολάρια). 
Ενώ, όπως είπαμε για την Τουρκία η Γερμανία αποτελεί την πρώτη χώρα για τις εξαγωγές της, για την Γερμανία αντίστοιχα η Τουρκία βρίσκεται στη 16η θέση. Ο όγκος των γερμανικών εξαγωγών (2018) ανήλθε στα 22,8 δις δολάρια. Υπάρχει δηλαδή μια ασυμμετρία στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών σαφέστατα υπέρ της Γερμανίας. Επίσης αυτή η ασυμμετρία φαίνεται και στον όγκο των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) μεταξύ των δύο χωρών. Η Γερμανία, την περίοδο 2002-2018, έχει τοποθετήσει  ΑΞΕ στην Τουρκία ύψους  9,469 δις δολάρια, ενώ η Τουρκία, αντίστοιχα, ΑΞΕ ύψους 2,443 Δις δολάρια (στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας). Πίσω από αυτές τις επενδύσεις υπάρχουν περίπου 80000 τουρκογερμανικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Γερμανία , με ετήσιο τζίρο περίπου 52 δις ευρώ. Απασχολούνται περίπου 500.000 άτομα σε 50 διαφορετικούς οικονομικούς τομείς.  Από την άλλη μεριά περίπου 7.500 γερμανικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην Τουρκική επικράτεια.
 Ο  όγκος του εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών ανήλθε  περίπου στα 40 δις δολάρια, (2017) αντιπροσωπεύοντας περίπου το 1,5% του γερμανικού διεθνούς εμπορίου και το 10,0% του αντίστοιχου τούρκικου. Οι συνολικές εξαγωγές της Γερμανίας (2017) ανήλθαν σε περίπου 1,4 τρις δολάρια ενώ οι τουρκικές εξαγωγές, αντίστοιχα ,σε 156 δις δολάρια.  Παράλληλα:
Η Γερμανία βλέπει πως η ανατολική Μεσόγειος έχει αρχίσει να ανασυγκροτείται γεωπολιτικά . Οι Γερμανοί βλέπουν ότι αποκλείονται από τις εξελίξεις στη Μεσόγειο. Για άλλη μια φορά, προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν την Ε.Ε ως όχημα για την υλοποίηση των επιδιώξεών τους που εδώ δεν είναι άλλες από το να μπουν από το παράθυρο στη Λιβύη. Επιπρόσθετα, το Βερολίνο θεωρεί ότι το Παρίσι προσπαθεί να γίνει η ευρωπαϊκή δύναμη της Μεσογείου. Οποιαδήποτε πρωτοβουλία δεν ξεκίνησε με τις γερμανικές ευλογίες, καταδικάστηκε από το Βερολίνο. Μην ξεχνάμε πως η Γερμανία εκτός από έλλειψη φυσικών πόρων, έχει και έλλειψη μεγάλης ακτογραμμής. Επομένως, ο έλεγχος της Μεσογείου για τη Γερμανία είναι προτεραιότητα. Για να κάμψει την όποια αντίδραση της Ιταλίας ή και της Γαλλίας, η Γερμανία επιστρατεύει παζάρια που αφορούν την ΕΖ και τη δημοσιονομική προσαρμογή. Η Γερμανία με άλλα λόγια, προσπαθεί να παρέμβει στις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω των γνωστών  «ειρηνικών πρωτοβουλιών». Σε όλο αυτό το σχεδιασμό η Τουρκία , στα μάτια της Γερμανίας, αποτελεί παίκτη με τον οποίο μπορεί να συνεργασθεί.
Υπό το φως της ιστορίας, φαίνεται ότι έχουν σφυρηλατηθεί στενές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα. Μάλιστα, θα διακινδύνευα να πω ότι και οι δύο χώρες θα επιθυμούσαν οι σχέσεις τους να επανέλθουν σε εκείνες που ίσχυαν στις αρχές του 20ου αιώνα.     









Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Για ακόμη μια φορά η ΕΕ κομπάρσος και όχι πρωταγωνιστής.




Το νέο έτος δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει με χειρότερες προοπτικές για την ΕΕ. Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στις σχέσεις ΗΠΑ –Ιράν, μετά τη δολοφονία του Στρατηγού Σολεϊμανί , η όξυνση της κρίσης στη Λιβύη, με την επίθεση του Στρατηγού Χαφτάρ και την αποστολή μισθοφόρων εκ μέρους της Ρωσίας και αντίστοιχων  τζιχαντιστών εκ μέρους της Τουρκίας , έδειξαν για ακόμη μια φορά την ουσιαστική αδυναμία της διεθνούς παρέμβασης της ΕΕ.
 Οι συνήθεις λόγοι που αναφέρονται για αυτή την αδυναμία παρέμβασης της ΕΕ είναι οι ακόλουθοι: η μη καταλληλότητα των μηχανισμών απόφασης που ακόμη βασίζονται στην ομοφωνία, απουσία μιας αξιόπιστης αμυντικής δύναμης, έλλειψη ηγετικών πολιτικών μορφών με  διεθνή αναγνώριση και κύρος.
Παρότι μπορούμε να συμμεριστούμε τους παραπάνω λόγους θεωρούμε ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ΕΕ ως προς την διεθνή της παρουσία στον καταμερισμό ισχύος προέρχονται από τον ίδιο τον τρόπο δόμησης της κατασκευής της.    
Οι υπέρμαχοι της ενοποίησης της ΕΕ τα τελευταία χρόνια αναφέρονται σε αυτή ως το κυριότερο επίτευγμα του «μετανεωτερικού κόσμου». Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά κράτη του «νεωτερικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτερικό κόσμο», δηλαδή το χάος που προηγήθηκε του κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών. Η μετανεωτερική ΕΕ προσφέρει το όραμα ενός μεταμοντέρνου «συνεργατικού διακυβερνητικού χώρου», με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, με μειωμένη εθνική κυριαρχία – στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες στην ιστορία. 
Μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state-building, η ΕΕ σχηματοποιείται σιγά-σιγά  σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα», που έχει σαφή χαρακτηριστικά  μεταεθνικής, μετακυριαρχικής ή μετακρατικής πολιτείας.
Ένα τέτοιο μετανεωτερικό μόρφωμα καθοδηγούμενο από μεταμοντέρνες αντιλήψεις αλλά και από αντιλήψεις  «εκσυγχρονιστικού ορθολογισμού,  αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο καμία χώρα δεν κυριαρχεί και το οποίο γεννά αρχές που δεν είναι εθνικές αλλά ηθικές και  νομικοκανονιστικές.
Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ επιχειρούν να  διαμορφώσουν  το πρώτο μεταεθνικό διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το μόρφωμα αποκτά μια διακριτότητα μέσα από τη χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού του διεθνούς περιβάλλοντος , αποκλειομένης της στρατιωτικής ισχύος.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ιδιαίτερο διακρατικό μόρφωμα  που, μόνο ως τέτοιο , θεωρεί ότι ο πόλεμος –η τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων  προβάλλεται ως βασικό επιχείρημα – αποτελεί αποτυχία της πολιτικής.
Οι Ευρωπαίοι τείνουν να αντιλαμβάνονται το δικό τους μεταμοντέρνο σύστημα ως μέρος ενός γενικότερου συστήματος, στο οποίο η έννοια του συσχετισμού δυνάμεων πρέπει να αντικατασταθεί από έννοιες όπως η «απόρριψη της ισχύος» και η «αυτοεπιβαλλόμενη συμπεριφορά». Αυτό τους οδηγεί στην απόρριψη του κλασικού raison d’état από την εποχή του Μακιαβέλι, δηλαδή της αποτελεσματικότητας –άρα, εν πολλοίς, και της μη ηθικής– της λειτουργίας του κράτους, και στην αντικατάστασή του από μια συγχορδία , όσο και να φαντάζει αντιφατικό, οικουμενικής και  σχετικιστικής ηθικής  στις διεθνείς υποθέσεις.
 Ο αποκλεισμός της χρήσης στρατιωτικής ισχύος προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκτεταμένη χρησιμοποίηση της διπλωματίας, όχι ενός οποιουδήποτε είδους διπλωματίας, αλλά συγκεκριμένα της «κοσμοπολίτικης διπλωματίας», η οποία προκύπτει από έναν νέο τρόπο «μετακρατικής » συγκρότησης. Η «κοσμοπολίτικη διπλωματία» δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στο επίπεδο της εμφάνισής τους (π.χ. τρομοκρατία), αλλά και στο επίπεδο της πρωταρχικής δημιουργίας τους. Δηλαδή επιχειρεί να τα απαλείψει στο επίπεδο παραγωγής τους. Αυτό πιστεύεται ότι μπορεί να επιτευχθεί με την πειθώ , τη συνεργασία, το διάλογο και την επικοινωνία μέσω της  επίκλησης οικουμενικών αξιών και γενικών συμφερόντων. Οι προσπάθειες των οικουμενιστών κατατείνουν στην απόδειξη ύπαρξης πανανθρώπινων καταβολών ή νοητικών ικανοτήτων και προδιαθέσεων , πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό διαπιστώνονται κοινές αξίες , κοινοί τρόποι σκέψης  και συνεπώς χώρος για καθολική συνεννόηση. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η προσεχής πρωτοβουλία της καγκελαρίου Μέρκελ για το λιβυκό ζήτημα.
Δυστυχώς η αδήριτη πολιτική, κοινωνική, οικονομική και ιστορική πραγματικότητα εύκολα ανατρέπει σχεδιασμούς που την «διαβάζουν» εντελώς λανθασμένα.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ  ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2020

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2020

Η τουρκική οικονομία συνεχίζει να βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού



Από το τέταρτο τρίμηνο του 2018 και για τα δύο πρώτα  τρίμηνα του 2019 η τουρκική οικονομία συρρικνώθηκε κατά -1,39% , σχετικά όχι πολύ σε σχέση με τις εκτιμήσεις που είχαν σχηματισθεί ( κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2009 η συρρίκνωση ήταν -5,0%). Είχε προηγηθεί η υποτίμηση της τουρκικής λίρας , κατά 30,0%, μετά τη νομισματική κρίση του Αυγούστου 2018. Χάρις τις δημόσιες δαπάνες και την επεκτατική νομισματική πολιτική, το τρίτο τρίμηνο του 2019 ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ επανήλθε σε θετικό πρόσημο (0,9% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2018). Θα πρέπει να αναμένουμε τα αποτελέσματα του τετάρτου τριμήνου 2019 για να δούμε την ετήσια μεγέθυνση του ΑΕΠ. Απαραίτητη σημείωση : αποδεχόμαστε τα στοιχεία της Τουρκικής Στατιστικής Υπηρεσίας όπως αυτά δίνονται. Πάντοτε υπάρχει η πιθανότητα χειραγώγησης των στοιχείων (κάτι γνωρίζουμε ως Έλληνες).
Ο περιορισμός των υποτιμητικών τάσεων του τουρκικού νομίσματος ήταν συνέπεια των συστηματικών κυβερνητικών παρεμβάσεων μέσω χειραγώγησης της πιστωτικής πολιτικής των κρατικών τραπεζών στις εγχώριες και διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.  
Η νομισματική κρίση και η δραστική υποτίμηση του νομίσματος που αυτή επέφερε,  προκάλεσε διόγκωση του ιδιωτικού χρέους κάτι που η τουρκική κυβέρνηση φαίνεται ότι επιχειρεί να αντιμετωπίσει μέσω της κατάλληλης διαχείρισης του δημοσίου χρέους. Με απλά λόγια επιδιώκει να μεταφέρει ιδιωτικό χρέος στο αντίστοιχο δημόσιο ώστε να απελευθερώσει τις δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα να συνεχίσει τις δραστηριότητές του, προκειμένου να συνεχίσει να «σπρώχνει» τη μεγέθυνση της οικονομίας.  
Παρότι ο ιδιωτικός τομέας βρίσκεται σε κατάσταση υψηλής δανειακής επιβάρυνσης εντούτοις , από το 2016, έχει εύκολη πρόσβαση σε φτηνό δανεισμό. Πολλές επιχειρήσεις παρότι στην κυριολεξία ανήκουν στην κατηγορία Zombie, έχουν καταφέρει να επιζήσουν μέχρι τώρα χάριν του φτηνού δανεισμού, κυρίως μέσω των κρατικών τραπεζών. Δηλαδή όχι μόνο επιζούν αλλά δημιουργούν και νέα χρέη.
Η επιμονή του Erdoğan να μειωθούν τα επιτόκια οδήγησε την ΚΤ να τα προσαρμόσει στο 12,0%, περίπου το μισό από την αρχή της κρίσης.
Επιδιώκονται πάση θυσία συμφωνίες αναδιάρθρωσης δανείων μεταξύ επιχειρήσεων και τραπεζών. Είναι κάτι που συνεχώς αναγγέλλεται αλλά ποτέ δεν πραγματοποιείται. Ο κύριος λόγος μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στο ότι ο Erdoğan δεν θέλει να εμπλακεί σε διαδικασίες που είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσουν σε υποχρεωτικές πτωχεύσεις επιχειρήσεων. 
Όμως  η Αρχή για την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος έχει υποδείξει ότι χρειάζεται οι τράπεζες να προχωρήσουν σε αναβαθμολόγηση δανείων ύψους 46 δις TL (8,1 δις δολάρια) και να τα τοποθετήσουν στην κατηγορία των Μη Αποτελεσματικών Δανείων , προχωρώντας παράλληλα και στον αντίστοιχο καταλογισμό των προβλέψεων.
Οι τουρκικές τράπεζες διακρατούν στους ισολογισμούς τους   139 δις TL μη αποτελεσματικά δάνεια ή 5,4% των συνολικών δανείων, το Δεκέμβριο 2019, έναντι 88 δις TL την αντίστοιχη περίοδο του 2019 , σύμφωνα με τα στοιχεία της Turkeys Banking Association (TBB).
Επίσης οι καταθέσεις σε συνάλλαγμα, στο τέλος του α’ εξαμήνου 2019, ανέρχονταν σε 194 δις δολάρια ΗΠΑ και αναλογούσαν στο 52,0% του συνόλου των καταθέσεων.
Τα ακαθάριστα κέρδη των τουρκικών τραπεζών ανήλθαν σε 46,6 δις TL, το ενδεκάμηνο του 2019, μειωμένα έναντι του αντίστοιχου διαστήματος του 2018 (50,7 δις TL), παρότι το συνολικό ενεργητικό τους αυξήθηκε , την ίδια περίοδο, κατά 488 δις TL ή 12,6% φθάνοντας τα 4,36 τρις TL.
Το βραχυπρόθεσμο εξωτερικό χρέος (απόθεμα) της χώρας , στο τέλος του Οκτωβρίου 2019, ανερχόταν σε 118 δις δολάρια , σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΤ. Επίσης τα χρέη που χρειάζεται να αποπληρωθούν τους προσεχείς 12 μήνες (10.2019-10.2020) εμφανίζονται αυξημένα κατά 3,6%.
Επίσης τους τρεις προσεχείς μήνες (Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος) θα πρέπει να αποπληρωθούν εγχώρια δάνεια ύψους 80 δις TL (περίπου 13,4 δις δολάρια). Το Υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζει να τα καλύψει με εγχώριο δανεισμό περίπου αντίστοιχου ύψους (73,8 δις TL).
Το δημόσιο εξωτερικό βραχυπρόθεσμο χρέος (κυρίως των κρατικών τραπεζών) αυξήθηκε κατά 3,7% σε 21,7 δις δολάρια ΗΠΑ ενώ το αντίστοιχο του ιδιωτικού τομέα κατά 5,2% φθάνοντας τα 89,9 δις δολάρια ΗΠΑ , την ίδια περίοδο.
Στο τέλος του Νοεμβρίου 2019, το ύψος των συναλλαγματικών αποθεμάτων της χώρας ανέρχονταν σε 104,8 δις δολάρια ΗΠΑ (το ιστορικό υψηλό των σχεδόν 136 δισ. δολαρίων  είχε καταγραφεί στα μέσα Δεκεμβρίου του 2013).  Στο συγκεκριμένο ύψος συνέβαλε και η μεταφορά διαθεσίμων ύψους 1 δις δολαρίων μέσω της διαδικασίας ανταλλαγής νομισμάτων ( lira-yuan swap agreement) τον Ιούνιο του 2019, ενεργοποιώντας τη συμφωνία του 2012 μεταξύ των δύο χωρών.
Η Διεθνής Επενδυτική Θέση της Τουρκίας (Οκτώβριος 2019) ήταν αρνητική ύψους – 341,0 δις δολάρια ΗΠΑ.( απαιτήσεις στο εξωτερικό: 247,7 δις δολάρια και υποχρεώσεις προς το εξωτερικό – 588,7 δις δολάρια).
Οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (απόθεμα) ανήλθαν σε 156,6 δις δολάρια, οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου(απόθεμα)  σε 131, 8 δις δολάρια (Οκτώβριος 2019).
Το απόθεμα του εξωτερικού δανεισμού του τραπεζικού συστήματος  ανήλθε σε 69,3 δις δολάρια ενώ το αντίστοιχο απόθεμα του ιδιωτικού τομέα ανήλθε σε 101,7 δις δολάρια (Οκτώβριος 2019).
Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι η τουρκική οικονομία συνεχίζει να βαδίζει ένα πολύ δύσκολο δρόμο παρά τα όσα υποστηρίζει η κυβέρνηση Erdoğan ότι η κρίση έχει παρέλθει. 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ  ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗ 12 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2020