Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

Μπορεί μια Κεντρική Τράπεζα να "πτωχεύσει" ;



  1. Η Κεντρική Τράπεζα  μιας χώρας προσομοιάζει ως προς τη λειτουργία της με μια ιδιωτική επιχείρηση- τράπεζα;
Μεγάλο μέρος των αναλύσεων σύμφωνα με τις οποίες υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υποστούν απώλειες οι πιστώτριες χώρες και μεταξύ αυτών πρωτίστως η Γερμανία , στηρίζονται στην άποψη ότι η ΕΚΤ ή κάποια άλλη Κεντρική Τράπεζα (ΚΤ) πχ FED, λειτουργούν όπως οι ιδιωτικές επιχειρήσεις σχετικά με την φερεγγυότητά τους. Δηλαδή θεωρούν ότι η έννοια της φερεγγυότητας λαμβάνει το περιεχόμενο που η έννοια έχει και σε μια ιδιωτική επιχείρηση-τράπεζα.   Το περιεχόμενο της έννοιας όταν αναφερόμαστε σε μια ιδιωτική επιχείρηση είναι γνωστό[1].  Η μεταφορά της έννοιας φερεγγυότητα με το συγκεκριμένο περιεχόμενο που ισχύει στην ιδιωτική επιχείρηση δεν αφορά στη ΚΤ, διότι απλούστατα οποιαδήποτε ΚΤ δεν μπορεί να προχωρήσει σε «αθέτηση πληρωμών» (default) ή να το πούμε με όρους που αφορούν στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, «δεν μπορεί να πτωχεύσει».
Τούτο διότι η ΚΤ μπορεί να εκδώσει ,θεωρητικά, οποιαδήποτε ποσότητα χρήματος για να αποζημιώσει – πληρώσει τους πιστωτές της  και πρωταρχικά  τους διακρατητές ρευστού χρήματος[2] . Δηλαδή τους πολίτες της χώρας στην οποία ανήκει ως ΚΤ. Συνεπώς η αποπληρωμή θα μετατρέψει το «παλαιό» χρήμα σε «νέο» χρήμα. Αντίθετα με ότι συμβαίνει στις ιδιωτικές επιχειρήσεις , η έκδοση νέου χρήματος  (αύξηση των υποχρεώσεων της ΚΤ) δεν δημιουργεί  «ειδικού τύπου» απαιτήσεις στο ενεργητικό της με το υπάρχον και ευρισκόμενο σε λειτουργία Διεθνές Νομισματικό Σύστημα (ΔΝΣ).  Η ΚΤ δεν υπόσχεται , όπως στην περίοδο κατά την οποία επικρατούσε ο Κανόνας Χρυσού (gold standard), ότι θα μετατρέψει τις υποχρεώσεις της σε χρυσό. Ούτε όταν ίσχυε το σύστημα σταθερών (με περιορισμένη προσαρμογή) ισοτιμιών ( Bretton Woods) και υποσχόταν ότι θα μετατρέψει τις υποχρεώσεις της σε συνάλλαγμα με σταθερή τιμή. Όλες οι σύγχρονες ΚΤ δεν προβαίνουν σε παρόμοιες υποσχέσεις. Επομένως ο κίνδυνος  «πτώχευσης» δεν υφίσταται για οποιαδήποτε ΚΤ. Η βασική υπόσχεση την οποία δίνουν  σήμερα, όλες οι ΚΤ (ή η μεγάλη πλειοψηφία τους)  και μεταξύ αυτών και η ΕΚΤ  είναι  ότι το χρήμα θα μπορεί να μετατρέπεται σε ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών σε μια σχετικά σταθερή τιμή. Δηλαδή με άλλα λόγια η ΕΚΤ (και οι άλλες ΚΤ) υπόσχονται σταθερότητα τιμών[3]. Ως εκ τούτου  δεν έχει νόημα η άποψη ότι μπορούμε να υπολογίζουμε σε κάθε χρονικό σημείο τις απώλειες (ζημιές) της (Ε)ΚΤ με βάση τη μέθοδο της παρούσας αξίας των μελλοντικών κερδών.  Η (Ε)ΚΤ μπορεί να παρουσιάζει ζημιές  με την προϋπόθεση να διατηρεί την υπόσχεσή της για διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Η (Ε)ΚΤ δεν χρειάζεται να διατηρεί θετικά ίδια κεφάλαια για να πιστοποιεί την φερεγγυότητά της.  Η άποψη που κυριαρχεί σήμερα , ότι δηλαδή όταν η (Ε)ΚΤ παρουσιάζει αρνητικά ίδια κεφάλαια χρειάζεται ανακεφαλαιοποίηση από την κυβέρνηση της χώρας (υπουργείο οικονομικών) στην οποία ανήκει  δεν έχει νόημα.
Συνεπώς:
Η (Ε)ΚΤ δεν μπορεί να πτωχεύσει και επομένως δεν χρειάζεται δημοσιονομική στήριξη (ανακεφαλαιοποίηση) από το Υπουργείο Οικονομικών της κυβέρνησης της χώρας που μπορεί να πτωχεύσει. Η μοναδική δημοσιονομική πράξη την οποία χρειάζεται η (Ε)ΚΤ από το υπουργείο οικονομικών είναι η διατήρηση του εκδοτικού προνομίου. Με αυτό το όπλο η (Ε)ΚΤ καθίσταται ελεύθερη από κάθε περιορισμό.   
  1. Αγορά ομολόγων από την ΚΤ ενός ενιαίου κράτους. Δημοσιονομικές ή άλλες επιπτώσεις.
Υποθέτουμε ότι η ΚΤ  προβαίνει σε αγορά κρατικών ομολόγων χρέους από τη δευτερογενή αγορά.  Αυτό που κάνει η ΚΤ με την αγορά αυτή  είναι η μετατροπή της φύσης του Δημοσίου Χρέους.  Το κρατικό ΔΧ το οποίο ως γνωστό φέρει επιτοκιακό κίνδυνο και πιστωτικό κίνδυνο μετατρέπεται σε χρέος το οποίο λαμβάνει τη μορφή νομισματικής (χρηματικής)  υποχρέωσης της ΚΤ (γίνεται μέρος της νομισματικής βάσης) η οποία δεν υπόκειται σε κίνδυνο «πτώχευσης» αλλά υπόκειται μόνο στον κίνδυνο του πληθωρισμού και συνεπώς στις πιθανές δημοσιονομικές  απώλειες που μπορούν να προκύψουν εξ αυτού του γεγονότος. Όλα αυτά γίνονται εύκολα κατανοητά αν προχωρήσουμε στην ενοποίηση των  πράξεων της ΚΤ και του υπουργείου Οικονομικών δεδομένου και οι δύο οργανισμοί είναι μέρος του Δημοσίου Τομέα.
Μετά τη μετατροπή του , το ΔΧ το οποίο παρακρατείται από τη ΚΤ διαγράφεται. Αποτελεί στοιχείο ενεργητικού ενός οργανισμού (ΚΤ) και υποχρέωση ενός άλλου οργανισμού (υπουργείου Οικονομικών) οι οποίοι όμως ανήκουν στο δημόσιο τομέα.  Το συνολικό αλγεβρικό αποτέλεσμα είναι μηδενικό. Η ΚΤ μπορεί να το διατηρεί στα λογιστικά της βιβλία , αλλά αυτό δεν έχει πάντως καμία οικονομική αξία. Το ίδιο μπορεί να κάνει και το υπουργείο οικονομικών. Δεν έχει καμία οικονομική αξία διότι υποκαταστάθηκε από ένα νέο τύπο χρέους, το χρήμα, το οποίο φέρει πληθωριστικό κίνδυνο αντί για πιστοδοτικό κίνδυνο (αθέτησης πληρωμών). Συνεπώς δεν έχει κανένα νόημα ο ισχυρισμός ότι η ΚΤ υφίσταται απώλειες όταν οι αγοραίες τιμές των κυβερνητικών ομολόγων πέφτουν ( ανεβαίνουν οι αποδόσεις) . Οποιαδήποτε απώλεια την οποία υφίσταται η ΚΤ την καρπούται ως κέρδος το υπουργείο οικονομικών. Επομένως εάν η ΚΤ διατηρήσει την υπόσχεσή της να έχει  υπό έλεγχο την αγορά ομολόγων έτσι ώστε  να μην εμφανιστούν πληθωριστικές πιέσεις τότε δεν τίθεται κανένα πρόβλημα. Πρόβλημα τίθεται όταν η κυβέρνηση μέσω του υπουργείου Οικονομικών πιέζει την ΚΤ να εκδώσει περισσότερο χρήμα από το επιτρεπτό ώστε να χρηματοδοτηθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα δεδομένου ότι λόγω της πτώχευσης το υπουργείο οικονομικών δεν μπορεί να πωλήσει στην αγορά.  Μπορούμε να δώσουμε ένα παράδειγμα : υποθέτουμε ότι η ΚΤ της Ιταλίας αγοράζει ιταλικά κρατικά ομόλογα 1 δις ευρώ  από τη δευτερογενή αγορά με τοκομερίδιο 3,5%. Τα εγγράφει στον ισολογισμό της . Κάθε χρόνο θα πρέπει να λαμβάνει από το υπουργείο οικονομικών της χώρας 35 εκατομμύρια ευρώ. Επίσης κάθε χρόνο θα πρέπει να επιστρέφει 35 εκατομμύρια ευρώ στο υπουργείο οικονομικών στο οποίο ανήκει . Συνεπώς  ότι κερδίζει ο οργανισμός ΚΤ χάνει ο οργανισμός υπουργείο Οικονομικών αλλά ο δημόσιος τομέας της Ιταλίας ούτε χάνει ούτε κερδίζει (με την προϋπόθεση ότι το οριακό κόστος διαχείρισης της ΚΤ είναι μηδέν).
  1. Αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ (νομισματική αλλά όχι δημοσιονομική ένωση). Δημοσιονομικές ή άλλες επιπτώσεις.
Όπως έχουμε υποθέσει στο προηγούμενο παράδειγμά μας η ΕΚΤ τώρα αγοράζει 1 δις ευρώ κρατικά ιταλικά ομόλογα από τη δευτερογενή αγορά με επιτόκιο 3,5%. Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις είναι οι ακόλουθες : Η ΕΚΤ λαμβάνει κάθε χρόνο 35 εκατομμύρια ευρώ (τόκους) από το υπουργείο Οικονομικών της Ιταλίας. Το συνολικό ποσό το επιστρέφει στις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες σύμφωνα με τη συμμετοχή της κάθε μιας στο κατανεμημένο κεφάλαιο της  ΕΚΤ[4] (μετά από την αφαίρεση του υποχρεωτικού αποθεματικού 20,0%). Κάθε Εθνική Κεντρική Τράπεζα επιστρέφει το μερίδιό της στο υπουργείο οικονομικών της χώρας της. Άρα στην περίπτωση αυτή έχουμε μεταφορά δημοσιονομικού αποτελέσματος από τη χώρα την οποία η ΕΚΤ κατέχει ομόλογα προς τις χώρες  που δεν κατέχει ομόλογα. Αν η Ιταλία σταματήσει να καταβάλει τα 35 εκατομμύρια ευρώ λόγω «αθέτησης πληρωμών» απλά η ΕΚΤ δεν θα λάβει το ποσό αυτό, δεν θα το μεταβιβάσει , (αναλογικά με τη συμμετοχή στο κεφάλαιο της ΕΚΤ) στις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες και αυτές δεν θα το μεταβιβάσουν με τη σειρά τους στα υπουργεία οικονομικών των χωρών τους.
Με την έννοια αυτή κανένας πολίτης χώρας της οποίας  δεν υπάρχουν ομόλογα στο ενεργητικό της ΕΚΤ δεν θα πληρώσει τίποτε λόγω της αθέτησης πληρωμών της Ιταλίας. Απλά δεν θα λάβει το αναλογούν μέρος του τοκομεριδίου. Οι γερμανοί φορολογούμενοι , δεν θα λαμβάνουν το μερίδιό τους, από αυτό το ποσό όπως και οι φορολογούμενοι των άλλων χωρών. Συνεπώς κανείς δεν θα καταβάλει  κανένα κόστος . Κανένας δεν θα πληρώσει τίποτε. Εκτός αν θεωρήσουμε ως καταβολή  πληρωμής  την απώλεια εσόδων.
Βεβαίως υπάρχει η πιθανότητα πάντοτε του κινδύνου πληθωρισμού και τον εξ αυτού συνεπαγόμενο φόρο  πληθωρισμού. Άρα πάντοτε το πρόβλημα συνίσταται σε ποιο ύψος η αγορά ομολόγων, από την  ΕΚΤ μέσω της δευτερογενούς  αγοράς ,  ενδέχεται   να οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού.
  1. Η αύξηση της νομισματικής βάσης σηματοδοτεί αύξηση του νομισματικού αποθέματος στην οικονομία;
Παράλληλα όπως γνωρίζουμε η αύξηση της νομισματικής βάσης[5] της οικονομίας , η οποία βρίσκεται στον  απόλυτο έλεγχο της ΚΤ , δεν σημαίνει, αυτόματα, μονοσήμαντη αύξηση της ποσότητας του χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία. Τούτο διότι μεσολαβεί ο λεγόμενος πιστωτικός πολλαπλασιαστής του οποίου το μέγεθος εξαρτάται από τις διαθέσεις –προσδοκίες του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας και πρωταρχικά του τραπεζικού τομέα.   Άρα μπορεί να αυξάνεται η νομισματική βάση της οικονομίας με τις πράξεις ανοικτής αγοράς της ΚΤ , αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυξάνεται και το απόθεμα χρήματος στην οικονομία, το οποίο συναρτάται , σύμφωνα με  μια θεώρηση (την ποσοτική θεωρία του χρήματος) , ευθέως με τον πληθωρισμό.
Συνεπώς προκύπτει ζήτημα εμπειρικής διερεύνησης  αν  οι  αυξήσεις στη νομισματική βάση της οικονομίας(παθητικό της ΚΤ) οδηγούν σε  αυξήσεις στο απόθεμα χρήματος και μάλιστα σε τι αναλογία. Εδώ η εμπειρική διερεύνηση χρειάζεται να λάβει σοβαρά υπόψη   την ιστορική περίοδο εντός της  οποίας  πραγματοποιούνται οι μετρήσεις.    

Η εξέλιξη των δύο μεγεθών  (νομισματικής βάσης και νομισματικού αποθέματος –Μ3) παρουσιάζει την περίοδο 2004-2013(Φεβρουάριος) , εξαιρετικό ενδιαφέρον στην περίπτωση της ΕΚΤ και της ευρωζώνης.
Πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση 2004-2008(Οκτώβριος) ο πιστωτικός πολλαπλασιαστής ήταν περίπου ίσος με την μονάδα. Συνεπώς τα δύο μεγέθη ακολουθούσαν την ίδια πορεία. Αντιθέτως την περίοδο 2012 (Οκτώβριος) -2013 (Φεβρουάριος) ενώ η νομισματική βάση αυξήθηκε κατά περίπου 50,0% , το νομισματικό απόθεμα (Μ3) αυξήθηκε μόνο κατά 7,0% . Αυτό σημαίνει ότι ο πιστωτικός πολλαπλασιαστής μειώθηκε δραματικά κάτω από την μονάδα.
Συγχρόνως την περίοδο πριν την παγκόσμια κρίση ο ετήσιος  πληθωρισμός ήταν περίπου 2,3% ενώ την περίοδο 2008-2013 παρότι  η ετήσια μεγέθυνση της νομισματικής βάσης ήταν περίπου 11,0% ο  ετήσιος πληθωρισμός αντιθέτως κυμάνθηκε περίπου στο 2,0% . Δηλαδή όχι μόνο δεν αυξήθηκε αλλά   αντιθέτως,  μειώθηκε[6].
  1. Κάθε αύξηση του νομισματικού αποθέματος προκαλεί πάντοτε πληθωριστικές πιέσεις

Κάθε πράξη αγοράς ομολόγων στη δευτερογενή αγορά προσβλέπει στην αύξηση της ποσότητας χρήματος η οποία κυκλοφορεί στην οικονομία . Δηλαδή επιχειρείται να ασκηθεί επεκτατική νομισματική πολιτική  με προφανή στόχο , κατ’ αρχάς, την υποβοήθηση της μεγέθυνσης της οικονομίας.  Το αν θα έχει επιτυχία η επεκτατική νομισματική πολιτική εξαρτάται από πολλούς παράγοντες η διαμεσολαβητική επίδραση των οποίων μπορεί να εξακριβωθεί μόνο εκ των υστέρων. Όπως όλες οι πολιτικές έτσι και η νομισματική πολιτική ασκείται σε καθεστώς αβεβαιότητας.  Βασικό  προαπαιτούμενο  όμως για να ασκηθεί επεκτατική νομισματική πολιτική είναι η   ύπαρξη  αργούντος παραγωγικού δυναμικού ή η οικονομία να «δουλεύει» σε σημαντικά  χαμηλότερο  επίπεδο παραγωγής  από το δυνητικό της επίπεδο. Θα πρέπει επιτέλους να υπερβούμε την ψευδή αντίληψη ότι οποιαδήποτε προσπάθεια επεκτατικής νομισματικής πολιτικής προκαλεί πληθωριστικές πιέσεις.  Ουδέν ψευδέστερον  τούτου.

  1. Συμπέρασμα.
Η αγορά ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά εξαρτάται από την κατάσταση της οικονομίας.  Ο κίνδυνος  πληθωριστικών πιέσεων από την αγορά ομολόγων συναρτάται απολύτως από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η οικονομία.  Σε περιόδους κρίσεων η ύπαρξη παγίδας ρευστότητας αλλά  και η αρχιτεκτονική του χρηματοπιστωτικού συστήματος  (σε κάθε περίοδο) δημιουργούν καταστάσεις  οι οποίες αποτρέπουν την δημιουργία πληθωριστικών πιέσεων.





[1] Μια ιδιωτική επιχείρηση βρίσκεται σε θέση φερεγγυότητας όταν τα ίδια κεφάλαιά της είναι θετικά.
[2] Δες: Κ. Μελάς, Οι Σύγχρονες Κρίσεις του Παγκόσμιου Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (1974-2008), ΑΑ. Λιβάνη, 2011, σ. 335- 340.  Βεβαίως αυτό δεν μπορεί να συμβεί για τις υποχρεώσεις της ΚΤ σε συνάλλαγμα.
[3] Η ΕΚΤ θέτει ποσοτικό στόχο στο ύψος του ετήσιου πληθωρισμού, με βάση το καταστατικό της,  κάτι που τη διαφοροποιεί από τις άλλες ΚΤ των ισχυρών χωρών. Επίσης άλλες ΚΤ θέτουν συγχρόνως στόχους όπως η μεγέθυνση της οικονομίας , η μείωση της ανεργίας κτλ κάτι που φαίνεται ότι  δεν απορρέει από το καταστατικό της ΕΚΤ.
[4] European Central Bank (2012), "Capital subscription", ECB.int, 27 December.
[5] Για τους ορισμούς δες: Κ.Καρφάκης., Κ.Μελάς, Θ.Μπένος , Εισαγωγή στη Νομισματική Θεωρία και Πολιτική , Εκδόσεις Ε. Μπένου 2000.  
[6] Σύμφωνα με : De Grauwe, P, and Y Ji (2013), "Fiscal Implications of the ECB’s Bond Buying Program (OMT)", University of Leuven, mimeo.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

Η απόκλιση των οικονομιών της ζώνης του ευρώ καθοριστικός παράγοντας της αποτυχίας του ευρωπαϊκού σχεδίου.



1.
Η μέχρι σήμερα πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πραγματοποιήθηκε χωρίς ποτέ να αντιμετωπισθούν οι θεμελιώδεις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ. Θεμελιώδεις και πάγιες αντιθέσεις , όχι απλές αποκλίσεις θέσεων , ποικιλία απόψεων ή έστω ιδεολογικές συγκρούσεις. Αναφερόμαστε  σε αντιθέσεις που άπτονται της πολιτικής ενοποίησης η οποία άλλωστε αποτελούσε τον καταληκτικό στόχο του ενοποιητικού εγχειρήματος. Τις αντιθέσεις αυτές οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ με την μέχρι σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν θέλησαν να αντιμετωπίσουν. Παραμερίστηκαν με επιμέλεια , κρύφτηκαν κάτω από το χαλί. Η προώθηση της ολοκλήρωσης ουσιαστικά στηρίχθηκε σε «μη-λύση» των βασικών προβλημάτων. Αυτή η λογική της ολοκλήρωσης ήταν απολύτως σύμφωνη με τη «μέθοδο Μονέ»  η οποία στηρίζεται ως γνωστό ,στην αλληλουχία κρίσεων. Με τα ίδια τα λόγια του Μονέ  «Η Ευρώπη θα συντίθεται μέσω κρίσεων και δεν θα είναι παρά το άθροισμα των λύσεων που η ίδια θα φέρει στις λύσεις αυτές» Η κρίση αποτέλεσε πάντοτε ανάγκη γιατί μόνο έτσι η λύση , ο τελικός συμβιβασμός επεκτεινόταν και σε άλλους τομείς , διευρύνοντας το φάσμα των τομέων της από κοινού δράσης , βαθαίνοντας την ολοκλήρωση. Αποτέλεσμα αυτής της νεολειτουργικής λογικής ήταν και η διαμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με προεξάρχουσα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
 Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπήρξε προϊόν μιας συνωμοσίας των πολιτικών ελίτ.
Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ αντελήφθησαν εγκαίρως ότι η επέκταση της ενοποίησης σε χώρους που παράγουν σύγκρουση και όχι συναίνεση , εκεί δηλαδή όπου διακυβεύεται η ίδια η αυτονομία των κρατών , όπως στους χώρους της «υψηλής πολιτικής» θα υπονόμευε την επιχειρησιακή ικανότητα της υπερεθνικής μεθόδου να ορίσει το κοινό συμφέρον και να το αναδείξει μέσα από συντονισμένες μορφές συλλογικής δράσης. 
 Βασίσθηκε στην παθητική συναίνεση των πολιτών των ευρωπαϊκών χωρών , οι οποίοι θεώρησαν  κατ’ αρχάς αδιάφορα τα γενόμενα λόγω της σαφούς έλλειψης ενημέρωσης δεδομένου ότι οι διαδικασίες προώθησης της ολοκλήρωσης γίνονταν (και γίνονται ) «εξ’ υφαρπαγής» - «στα μουλωχτά», και   δευτερευόντως επειδή  φαίνεται ότι «πείσθηκαν» μέσω μιας βασικής υπόσχεσης εκ μέρους των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα έχει θετικές οικονομικές επιδράσεις στην καθημερινότητά τους και στην γενικότερη ευημερία τους φθάνει να εγκαταλειφθεί κάθε είδος «λαϊκισμού» που δημιουργεί μόνο προβλήματα στην οικονομία.

2.

Σε αυτό το πλαίσιο αντιλήψεων, επιλέχτηκε η οικονομία ως ο χώρος που θα επιχειρείτο πρωταρχικά η σύγκλιση των επιμέρους ευρωπαϊκών οικονομιών έτσι ώστε, η πολιτική ενοποίηση θα ακολουθούσε, υπό μια έννοια, ως ώριμος  καρπός. Όλες οι εθνικές αρχηγεσίες των επιμέρους χωρών και ειδικά των «μεγάλων» , γνώριζαν (ουν) ότι η πολιτική ενοποίηση(με όποια μορφή)  αποτελεί τη βασική προϋπόθεση , την ικανή και αναγκαία συνθήκη , για την λειτουργία μιας οικονομικής και νομισματικής ζώνης με βάση τα ιστορικά πραγματικά χαρακτηριστικά των υπαρχόντων εθνικών κρατών.  Με αυτό τον σχεδιασμό οι ευρωπαϊκές πολιτικές και οικονομικές αρχηγεσίες έθεσαν σε εφαρμογή το σχεδιασμό για την σύγκλιση των οικονομιών των συμμετεχουσών χωρών. Σύμφωνα με τους ιθύνοντες της ΕΕ, Η ενίσχυση της βιώσιμης οικονομικής σύγκλισης μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ κατέχει κεντρική θέση στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ιδιαίτερα στη συζήτηση για τη βάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Η σύγκλιση συμβάλλει στην ομαλή λειτουργία της ΟΝΕ και μακροπρόθεσμα στην οικονομική ανάπτυξη και στην κοινωνική και πολιτική συνοχή της ΕΕ στο σύνολό της.

Υπάρχουν διαφορετικές διαστάσεις της οικονομικής σύγκλισης στην ΕΕ, συγκεκριμένα η πραγματική, η ονομαστική, η κυκλική και η διαρθρωτική. Αυτή που μας ενδιαφέρει είναι η πραγματική σύγκλιση. Ως πραγματική σύγκλιση ορίζεται η διαδικασία σύγκλισης των εισοδημάτων (κατά κεφαλήν ΑΕΠ) και εξομοίωσης των επιπέδων διαβίωσης και συνιστά πολιτικό στόχο κατοχυρωμένο στη Συνθήκη για τη λειτουργία της ΕΕ.

Ας δούμε πως εξελίχθηκε ιστορικά η διαδικασία πραγματικής σύγκλισης των χωρών της ΕΕ.
Οι 12 χώρες που συμμετείχαν αρχικά στην ευρωζώνη (ΕΖ-12) παρουσίασαν σε γενικές γραμμές μια πορεία πραγματικής σύγκλισης από το 1960 μέχρι και περίπου την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2007-08.
Η σύγκλιση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μπορεί να διακριθεί σε δύο φάσεις: (α) από το 1960 και μέχρι την πετρελαϊκή κρίση του 1973, κατά την οποία το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις περισσότερες χώρες χαμηλότερων εισοδημάτων (π.χ. Ελλάδα, Πορτογαλία και Ισπανία) αυξανόταν με ρυθμό πολύ ταχύτερο από τον αντίστοιχο των χωρών με υψηλότερα εισοδήματα, και (β) από το 1986, με την υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, μέχρι και την υιοθέτηση του ευρώ το 1999, περίοδο κατά την οποία ο ρυθμός πραγματικής σύγκλισης ήταν πιο υποτονικός.
Tην περίοδο 2000-09 η διαδικασία σύγκλισης στη ζώνη του ευρώ παρουσίασε σημάδια κόπωσης, ενώ η κρίση δημόσιου χρέους το 2010 οδήγησε σε έντονη πραγματική απόκλιση μέχρι και το τέλος του 2017. Ως αποτέλεσμα, η εισοδηματική ανισότητα έχει αυξηθεί από το 2012 σε ανησυχητικά επίπεδα. Σημειώνεται επίσης ότι αυτή η πραγματική απόκλιση φαίνεται  να μην σχετίζεται αποκλειστικά με τη βαθιά και παρατεταμένη ύφεση στην Ελλάδα. Αντίθετα, φαίνεται ότι συνδέεται με πιο θεμελιώδεις παράγοντες, που αφορούν και άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ.



Γραφική παράσταση 1

 

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος , Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική,2018


Το βασικό πρόβλημα της αποτυχίας σύγκλισης των οικονομιών της ευρωζώνης αποτυπώνεται με σαφήνεια αν μελετήσουμε την κατάσταση των πέντε μεγαλύτερων οικονομιών της ΕΕ : Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας και Ηνωμένου Βασιλείου. (Γραφική παράσταση2 ). Προσαρμοσμένες ως προς το διαφορετικό ύψος των τιμών, η Γερμανία δεν είναι πλουσιότερη αναφορικά με το μέσο όρο των ΕΕ-15 από όσο ήταν το 1991, παρά τη δυναμική ανάπτυξή της τα τελευταία έτη. Η Γαλλία είναι λίγο φτωχότερη από ότι ήταν 25 έτη πριν. Η Ιταλία είναι δραματικά φτωχότερη. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι λίγο πλουσιότερη. Η Ισπανία συνέκλινε γρήγορα τα πρώτα χρόνια αλλά μετά την χρηματοοικονομική κρίση του 2008 έχασε περίπου το μισό αυτών των κερδών. Αν όμως η σύγκριση γίνει με αναφορά το έτος δημιουργίας του ενιαίου νομίσματος (2000) η κατάσταση διαφοροποιείται σημαντικά: εκτός από την Γερμανία , όλες οι υπόλοιπες χώρες που ανήκουν στον χώρο του ευρώ, παρουσιάζουν απώλειες.









Γραφική παράσταση 2

 
Πηγή: IMF,



Επίσης αποτυπώνεται στην εξέλιξη του κατά κεφαλή ΑΕΠ (σε όρους αγοραστικής δύναμης) στις χώρες του Νότου (Γραφική παράσταση 3). Δραματική είναι η εικόνα της Ιταλίας και της Ελλάδας. Η Ιταλία το 1995 κατείχε κατά κεφαλή ΑΕΠ (σε όρους αγοραστικής δύναμης) που έφθανε το 125% των χωρών ΕΕ-28 και το 2019 κατέχει το 95%. Αντίστοιχα η Ελλάδα από το 85% έπεσε στο 68% του κατά κεφαλή ΑΕΠ.

Γραφική παράσταση 3

 



Είκοσι χρόνια μετά την εφαρμογή του εγχειρήματος μπορούμε αβίαστα να πούμε ότι το εγχείρημα οδηγείται σε αποτυχία. Η ποθητή σύγκλιση των οικονομιών όχι μόνο δεν έχει συμβεί, αλλά παρατηρείται ότι  η πραγματικότητα κινείται σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή οι οικονομίες αποκλίνουν.

Θα πρέπει να αναφερθεί επίσης, προκειμένου να υπάρξει πλήρης εικόνα, ότι οι χώρες του λεγόμενου Ανατολικού συνασπισμού, σε όρους αγοραστικής δύναμης του κατά κεφαλή ΑΕΠ παρουσιάζουν σύγκλιση με το μέσο όρο των χωρών ΕΕ-28 (Γραφική παράσταση 4). Ο ρυθμός σύγκλισης είναι μικρότερος αν θεωρήσουμε ως αρχικό έτος, όχι το 1995, αλλά το 2004 , έτος εισόδου των χωρών αυτών στην ΕΕ. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι χώρες που ξεκινούν από χαμηλότερο επίπεδο εισοδήματος παρουσιάζουν μεγαλύτερο ρυθμό σύγκλισης.  Όμως αυτή η εξέλιξη δικαιολογείται από το πολύ χαμηλό αρχικό επίπεδο των χωρών αυτών σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ. Το ίδιο είχε συμβεί και με τις χώρες του Νότου (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία) τα πρώτα χρόνια εισόδου στην ΕΕ. Στη συνέχεια οι εξελίξεις ήταν αντίθετες από τις αναμενόμενες. 

Γραφική παράσταση 4


 


3.

Οι συγκεκριμένες εξελίξεις αναφορικά με την αποτυχημένη πορεία της σύγκλισης των οικονομιών, που αποτελούσε υπαρξιακό λόγο δημιουργίας της ευρωζώνης χρειάζεται, κατ’ αρχάς, να ερμηνευθούν και να κατανοηθούν. Χωρίς κανένα ενδοιασμό οι ευθύνες θα πρέπει να αποδοθούν στην ασκούμενη πολιτική της συνεχούς δημοσιονομικής προσαρμογής αλλά και στην γενικότερη αρχιτεκτονική του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας του ενιαίου νομίσματος. Η Γερμανία και οι σύμμαχοί της, είναι αυτοί που φέρουν την ευθύνη για αυτές τις επιλογές.
Οι αρχιτέκτονες των οικονομικών θεσμών  της ΕΕ δημιούργησαν ένα άκαμπτο και χωρίς δυνατότητα επιλογών πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας. Υιοθέτησαν εξ ολοκλήρου τις αποφάνσεις της νεοφιλελεύθερης αντίληψης  και της Νέας Κλασικής Μακροοικονομίας(ΝΚΜ)  επιλέγοντας τη θέσπιση απλών κανόνων ως μέσων άσκησης της οικονομικής πολιτικής  αποκλείοντας έτσι οποιαδήποτε μορφή διακριτικής πολιτικής.
Οι κανόνες είναι ένα σύνολο απλών και προκαθορισμένων κατευθυντηρίων γραμμών οικονομικής πολιτικής , που ανακοινώνονται δημοσίως. Αναφέρονται σε μεγέθη ελεγχόμενα πλήρως από τους ασκούντες την οικονομική πολιτική. Συνήθως οι κανόνες είναι σταθεροί και ως εκ τούτου χαρακτηρίζονται ως παθητική  πολιτική.
Παράλληλα με την ύπαρξη κανόνων  , η ΝΚΜ επιλέγει να ενσωματώσει στο κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικό σύστημα , με κατάλληλες συνταγματικές και νομοθετικές μεταρρυθμίσεις εκείνους τους θεσμούς μέσω των οποίων επιτυγχάνονται οι βασικοί σκοποί της οικονομικής πολιτικής . Με άλλα λόγια , με τους νέους θεσμούς επιδιώκεται η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταβολών στην οικονομία  ώστε να μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικά η συγκεκριμένη οικονομική πολιτική.
Ακολουθώντας κατά γράμμα τις υποδείξεις του παραπάνω οικονομικού υποδείγματος οι ηγέτες των Εθνικών χωρών της Ευρώπης προχώρησαν στη δημιουργία του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας  της ΕΕ (Μάαστριχτ  Δεκέμβρης 1991).
Η οικονομική πολιτική ασκείται μέσω απλών σταθερών κανόνων που αφορούν στα επιλεγμένα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη τα οποία συνάδουν με τη λογική του υποδείγματος  : πληθωρισμό, δημόσια ελλείμματα, δημόσιο χρέος.  Αναγνωρίζονται εύκολα ότι πρόκειται για στόχους  που ανήκουν  στο χώρο ευθύνης     της  νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής.
Για τη διαχείριση της νομισματικής πολιτικής δημιούργησαν ένα θεσμό , την ΕΚΤ, στον  οποίο έχουν παραχωρηθεί ευρύτατες αρμοδιότητες  κατευθείαν από την ιδρυτική συνθήκη της ΕΕ , αλλά επιπλέον έχει την ελευθερία να ερμηνεύει την αποστολή αυτή. Ο συγκεκριμένος θεσμός δεν έχει υποχρέωση λογοδοσίας –τουλάχιστον νομικά-  ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού θεσμού. Η ηγεσία της δεν μπορεί να εξαναγκαστεί σε παραίτηση. Ο μοναδικός της στόχος είναι η διατήρηση του πληθωρισμού κάτω και γύρω από το 2,0%.
Αντίστοιχα για την εποπτεία των κανόνων που έχουν τεθεί από τη Συνθήκη της Δημιουργίας της ΕΕ [συνθήκη του Μάαστριχτ (άρθρο 104Γ)]  για το πλαίσιο λειτουργίας της αποκεντρωμένης σε εθνικό επίπεδο  δημοσιονομικής πολιτικής αλλά και από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (Άμστερνταμ 1997) που καθορίζει τη διαδικασία εποπτείας των δημοσιονομικών πολιτικών με την εισαγωγή του Ευρώ (Κανονισμοί του Συμβουλίου 1466/97 και 1467/97 αλλά και Ψήφισμα του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 1997) έχει ανατεθεί στην  Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία δεν έχει εξουσία λήψης αποφάσεων αλλά έχει δυνατότητα άσκησης επιρροής με τη δημοσιοποίηση των στοιχείων που αφορούν τα δημοσιονομικά αποτελέσματα κάθε μέλους, αλλά και με τις συστάσεις στις οποίες προβαίνει προτού αποφανθεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Αρχηγών που αποτελεί το όργανο που λαμβάνει τις αποφάσεις.
Παράλληλα  υπάρχει ο πυλώνας  ενσωμάτωσης εκείνων των θεσμών που εξυπηρετούν το δόγμα της «ελεύθερης» αγοράς  που ακούει στο όνομα πολιτική ανταγωνισμού. Η ΕΕ αποτελεί το φορέα άσκησης της πολιτικής ανταγωνισμού συγκεντρώνοντας στα χέρια της εξουσίες νομοθετικές , εκτελεστικές και δικαστικές. Βασικός άξονας της πολιτικής ανταγωνισμού είναι η κατάργηση οποιασδήποτε δυνατότητας  κρατικής παρέμβασης και ως εκ τούτου αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ιδιωτικοποίηση των πάντων. Όχι  μόνο των επιχειρηματικών δράσεων αλλά και εκείνων που ανήκουν στην κοινωνική και δημόσια σφαίρα μέσα από τη διαδικασία κατάργησης των ρυθμιστικών παρεμβάσεων.
Είναι επομένως προφανές ότι η λογική που διέπει τους οικονομικούς θεσμούς δημιουργεί κατά τρόπο «αντικειμενικό» δυναμική εξέλιξη προς μια οικονομία όλο και πιο νεοφιλελεύθερη δεδομένου ότι αυτό παράγεται εγγενώς από τον τρόπο θέσπισής τους. Τη μόνη εξουσία που έχουν είναι να αυξάνουν την ένταση του ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά και όχι να τη μειώνουν.
Η λογική των οικονομικών θεσμών επομένως δείχνει προς μια μόνον κατεύθυνση αντιγράφοντας στην κυριολεξία τις αποφάνσεις ενός συγκεκριμένου … οικονομικού δόγματος. Η παντελής άρνηση  της δυνατότητας επιλογής που απορρέει από μια  στοιχειωδώς δημοκρατική πολιτεία είναι προφανής αλλά το κυριότερο είναι και επικίνδυνη. Η άσκηση της οικονομικής πολιτικής μέσω κανόνων που έχουν ενσωματωθεί  στο σκληρό πυρήνα της «συνταγματικής» ευρωπαϊκής  τάξης παραπέμπει το λιγότερο σε …μια καλοπροαίρετη δεσποτεία.
Η αποτυχία του βασικού στόχου, θέτει σε αμφισβήτηση τόσο το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του , όσο και την ασκούμενη οικονομική πολιτική. Όμως θέτει εν αμφιβόλω τη συνολική στρατηγική που θα οδηγούσε στη σύγκλιση των οικονομιών και συνεπώς θα διευκόλυνε τη διαδικασία πολιτικής ενοποίησης της Ένωσης. Ουσιαστικά απαιτείται μια νέα στρατηγική αλλά σε ένα πολύ δυσκολότερο περιβάλλον, εξωτερικό αλλά και εγχώριο. Οι λαοί φαίνεται να δυσπιστούν όλο και περισσότερο στο ευρωπαϊκό εγχείρημα και μόνο ο φόβος για χειρότερες εξελίξεις τους κρατά προσκολλημένους σε αυτό.