Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Απαιτείται αύξηση της ζήτησης για να αυξηθεί η παραγωγή και να ακολουθήσει η παραγωγικότητα και όχι το αντίστροφο.





Σύμφωνα με το σύνολο των μελετών  υπάρχει (ισχυρή) θετική συσχέτιση ,μεταξύ αύξησης του προϊόντος και αύξησης της παραγωγικότητας [1]. Όμως ποια είναι η σχέση αιτίου –αιτιατού; Η αύξηση ξεκινά από την παραγωγή και κατευθύνεται στην παραγωγικότητα ή το αντίθετο; Σύμφωνα με όλες τις αναλύσεις  η σχέση αιτίου και αιτιατού λειτουργεί από την αύξηση της παραγωγής προς την αύξηση της παραγωγικότητας , όχι το αντίστροφο. Δηλαδή , βραχυπρόθεσμα, η αύξηση στην παραγωγή οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας[2]. Αυτό οφείλεται πρωταρχικά στη λειτουργία του νόμου του Okun[3]. Θα μπορούσε να εξηγηθεί με απλό τρόπο ως εξής: Σε δύσκολους καιρούς, οι επιχειρήσεις προβαίνουν σε αποθεματοποίηση εργασίας- κρατούν περισσότερους εργαζόμενους από όσους χρειάζονται για την τρέχουσα παραγωγή. Όταν η ζήτηση αγαθών αυξηθεί για κάποιο λόγο, οι επιχειρήσεις ανταποκρίνονται αυξάνοντας εν μέρει την απασχόληση και εν μέρει έχοντας τους υπάρχοντες εργαζόμενους να δουλεύουν περισσότερο και σκληρότερα. Αυτός είναι ο λόγος που οι αυξήσεις στην παραγωγή οδηγούν σε αυξήσεις στην παραγωγικότητα.
Ας θεωρήσουμε, τώρα,  ότι αυξάνει η παραγωγικότητα. Η επίπτωση μιας αύξησης της παραγωγικότητας είναι η μείωση του όγκου της εργασίας που απαιτείται για την επίτευξη μιας μονάδας παραγωγής , μειώνοντας το κόστος για τις εταιρίες. Αυτό οδηγεί τις εταιρίες να μειώσουν την τιμή που χρεώνουν σε κάθε επίπεδο της παραγωγής. Αυτά είναι τα αναμενόμενα αποτελέσματα από την πλευρά της συνολικής καμπύλης προσφοράς.
Τώρα τίθεται η ακόλουθη ερώτηση : μια αύξηση στην παραγωγικότητα αυξάνει ή μειώνει τη ζήτηση αγαθών σε ένα δεδομένο επίπεδο τιμών; Δηλαδή πως θα μετακινηθεί η καμπύλη ζήτησης . Διότι μόνο μετά από τον προσδιορισμό της μετακίνησης της  θα είμαστε σε θέση να έχουμε απάντηση στο ερώτημά μας.  Ας εξετάσουμε δύο περιπτώσεις  που κινούνται στα  άκρα του φάσματος  των υποθετικών περιπτώσεων.
-      Αν η αύξηση της παραγωγικότητας ήταν το αποτέλεσμα της εκτεταμένης εφαρμογής μιας νέας τεχνολογικής εφεύρεσης ή από τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό (επενδύσεις σε μηχανήματα και ηλεκτρονικά μέσα) ή ακόμα από έργα υποδομής που αποτελούν προϋπόθεση για την πραγμάτωση των επενδύσεων μπορεί να παρουσιαστεί αύξηση της ζήτησης  με δεδομένο το επίπεδο τιμών. Συνεπώς η  επενδυτική δαπάνη (γενικά και ειδικά) μπορεί να αυξήσει τη ζήτηση και να δημιουργήσει θετικές προσδοκίες μεγέθυνσης της οικονομίας. 
     Το παραπάνω παράδειγμα αντιστοιχεί σε περιόδους στις οποίες παρατηρείται ταχεία τεχνολογική πρόοδο, δηλαδή νέα τεχνολογία ενσωματώνεται στην παραγωγή μέσω καινοτομιών. Κλασικό παράδειγμα η περίοδος μεγέθυνσης των ΗΠΑ στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990. Η αύξηση της παραγωγικότητας ήταν ασυνήθιστα υψηλή από το 1996 μέχρι το 2000, κατά μέσο όρο 2,5%. Οι λόγοι αυτής της αύξησης ήταν η ταχεία τεχνολογική πρόοδο στον τομέα της τεχνολογίας της πληροφορικής (ΙΤ) και την ταχεία συσσώρευση του κεφαλαίου ΙΤ στην υπόλοιπη οικονομία. Όμως, όπως γίνεται κατανοητό, η συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί μια εντελώς ακραία περίπτωση που προϋποθέτει μια νέα ισχυρή καινοτομία. Η ανάπτυξη της παραγωγής ήταν ακόμη υψηλότερη, κατά μέσο όρο 4,1% για την ίδια περίοδο, αντικατοπτρίζοντας το γεγονός, ότι η περίοδος αυτή ήταν μια περίοδος μεγάλης αισιοδοξίας τόσο για τις εταιρίες όσο και για τους καταναλωτές. Για τις εταιρίες, η «Νέα Οικονομία» φάνταζε να υπόσχεται υψηλά κέρδη (θετικές προσδοκίες), και ως εκ τούτου να δικαιολογεί το υψηλό ποσοστό επενδύσεων. Για τους καταναλωτές, η άνοδος του χρηματιστηρίου δικαιολογούσε το υψηλό ποσοστό κατανάλωσης (θετικές προσδοκίες)   Και σε αυτή την περίπτωση   η αύξηση της παραγωγής, στην οποία , συνεισφέρει, σε μεγάλο ποσοστό, η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, σηματοδοτείται από την αύξηση της ζήτησης η οποία χρηματοδοτείται με διάφορους τρόπους (μέσω της πιστωτικής επέκτασης, των κερδών του χρηματιστηρίου κ.τ.λ.).  Προσοχή τώρα : το 2001, η οικονομία των ΗΠΑ μπήκε σε φάση μεγάλης μείωσης του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ, από 3,7% το 2000 στο 0,5% το 2001. Οι επενδύσεις παρουσίασαν σημαντική πτώση. Το ίδιο και η κατανάλωση των νοικοκυριών. Στο τέλος του 2001, χάρη σε μια ισχυρή αντίδραση της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ αυξήθηκε (2002:2,2% , 2003: 3,1%). Η αύξηση της παραγωγικότητας ήταν ασυνήθιστα υψηλή (2002: 3,9%, 2003: 3,4%). Δηλαδή ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ ήταν μικρότερος της αύξησης της παραγωγικότητας. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί ως εξής: πολλές επιχειρήσεις και καταναλωτές στάθηκαν με σκεπτικισμό (αρνητικές προσδοκίες) απέναντι στην Νέα Οικονομία, και παρά την αύξηση της παραγωγικότητας δεν θέλησαν να επενδύσουν ή να καταναλώσουν υπέρμετρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα  η ζήτηση να μην προσαρμοσθεί στην προσφορά (αύξηση της παραγωγικότητας) και ούτε μετατράπηκε ,συνεπώς, σε αύξηση της παραγωγής.  Άρα  η ύπαρξη ανάλογης ζήτησης αποτελεί την εκ των ων ουκ άνευ  συνθήκη για την μεγέθυνση του ΑΕΠ μέσω της ενσωμάτωσης των μεταβολών στην καμπύλη προσφοράς. Με απλά λόγια η αδύνατη ζήτηση έχει επιπτώσεις και στην προσφορά.      
-          Αν όμως αυτό προέρχεται από την «αποτελεσματική» χρήση των υφισταμένων τεχνολογιών και τις αναδιοργανώσεις – διαρθρωτικές αλλαγές που επί της ουσίας επιβάλλουν «συρρίκνωση» στην οικονομία τότε δεν υπάρχει προϋπόθεση αύξησης της ζήτησης.  Η αναδιοργάνωση- συρρίκνωση δεν απαιτεί σχεδόν καθόλου νέες επενδύσεις. Βασική συνέπεια των αναδιοργανώσεων τέτοιου είδους είναι η απώλεια θέσεων εργασίας και η αύξηση της ανεργίας. Ουσιαστικά επιχειρείται αύξηση της παραγωγικότητας με φθίνοντες ρυθμούς μεταβολής τόσο του παραγόμενου προϊόντος όσο και του αριθμού των απασχολουμένων με την προϋπόθεση , ότι οι ρυθμοί μείωσης της απασχόλησης  είναι (ή θα πρέπει να είναι) μεγαλύτεροι από τους αντίστοιχους του παραγόμενου προϊόντος.
     Το συγκεκριμένο παράδειγμα , αντιστοιχεί ,ευθέως,  σε ασκούμενες πολιτικές λιτότητας.  Η προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας διαμέσου συρρίκνωσης του προϊόντος δεν οδηγεί στην επιδιωκόμενη αύξηση της παραγωγικότητας  ( εμβληματικό παράδειγμα η Ελλάδα των μνημονίων),  δεδομένου ότι δεν επιτρέπει, ουσιαστικά, την ενσωμάτωση τεχνολογικών καινοτομιών. Όχι μόνο διατηρείται το υπάρχον «τεχνολογικό χάσμα», αλλά μεγεθύνεται.


      Ας χρησιμοποιήσουμε ένα απλό παράδειγμα για να εξηγήσουμε πως μπορεί να δημιουργηθεί και να μεγεθυνθεί ένα τεχνολογικό χάσμα μετά από μια βαθιά ύφεση στην οικονομία, που δημιουργήθηκε από τις εφαρμοσθείσες  πολιτικές λιτότητας, και οι οποίες συνεχίζουν  να εφαρμόζονται μέχρι σήμερα.
      Φανταζόμαστε ότι υπάρχει μια επιχείρηση της οποίας η ζήτηση δεν αυξάνει. Θα επενδύσει αυτή η επιχείρηση για να γίνει πιο παραγωγική; Μόνο εάν το επιπρόσθετο (προσδοκώμενο) κέρδος, ως αποτέλεσμα της νέας  επένδυσης, θα είναι μεγαλύτερο από το κόστος της επένδυσης. Δύσκολο εγχείρημα.  Θα υπάρξει , επομένως ένα τεχνολογικό καινοτομικό χάσμα, πριν έχει νόημα για την επιχείρηση η αύξηση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας. Τώρα ας φανταστούμε ότι η ζήτηση αυξάνει. Η επιχείρηση τώρα μπορεί να αναλάβει ορισμένες επιπρόσθετες επενδύσεις για αύξηση της παραγωγής. Αυτό συνάδει με επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες. Η αύξηση της ζήτησης οδηγεί σε υψηλότερες επενδύσεις (με βάση τη θεωρία του επιταχυντή[4]) και σε υψηλότερη παραγωγικότητα.







[1] Δες : O. Blanchard, Μακροοικονομική. Επίκεντρο 2006. Επίσης :R. Dornbusch- S.Fischer, Μακροοικονομική, Κριτική 1993. Ακόμα: J.StiglitzC. Walsh , Αρχές της Μακροοικονομικής , Παπαζήση 2009.
[2] Συγκεκριμένα ο O. Blanchard, στο αναφερόμενο σύγγραμμα, σελ. 305 , αναφέρει: « Υπάρχει μια ισχυρή θετική συσχέτιση μεταξύ αύξησης της παραγωγής και αύξησης της παραγωγικότητας. Όμως η σχέση αιτίου και αιτιατού λειτουργεί από την αύξηση της παραγωγής προς την αύξηση της παραγωγικότητας, όχι το αντίστροφο».

[3] Ο συγκεκριμένος νόμος συσχετίζει τη μεταβολή του ποσοστού ανεργίας με τον αρνητικό ρυθμό μεταβολής του προϊόντος. Με αλγεβρικούς όρους : utut-1 = - β(gytgy).  Όπου, ut = τρέχον ποσοστό ανεργίας, ut-1 = ποσοστό ανεργίας το προηγούμενο έτος,  gyt = τρέχον επίπεδο προϊόντος , gy = δυνητικό επίπεδο προϊόντος.  Ο συντελεστής β στο νόμο του Okun δίνει την επίπτωση στο ποσοστό ανεργίας των αποκλίσεων της αύξησης της παραγωγής από το κανονικό. Μια τιμή 0,4 του β μας λέει ότι η αύξηση παραγωγής 1,0% πάνω από τον κανονικό ρυθμό μεγέθυνσης για 1 έτος μειώνει το ποσοστό ανεργίας κατά 0,4%.


[4] Η αρχή του επιταχυντή είναι μία θεωρία προσδιορισμού του επιπέδου των επενδύσεων, σύμφωνα με την οποία το ύψος των επενδύσεων είναι συνάρτηση των μεταβολών του  προϊόντος.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Η Γερμανία εξάγει ύφεση μειώνοντας την παγκόσμια ζήτηση




Για περίπου 50 χρόνια, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η οικονομία των ΗΠΑ λειτουργούσε ως ο βασικός παράγοντας αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης , απορροφώντας (εισάγοντας) σημαντικές ποσότητες εξαγωγών, αγαθών και υπηρεσιών, από τον υπόλοιπο κόσμο , με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της. Φυσικά, ήταν εύκολο να χρηματοδοτήσει το συγκεκριμένο έλλειμμα μέσω  κεφαλαιακών εισροών, δεδομένου ότι ήταν και είναι η χώρα που κατέχει το βασικό αποθεματικό νόμισμα στον πλανήτη. Όμως, ταυτόχρονα με το γεγονός ότι, οι ΗΠΑ επέβαλαν στον υπόλοιπο κόσμο, εν τοις πράγμασι , να πληρώνει  για την εξάπλωση της εγχώριας οικονομίας της , παράλληλα αυτή η εξάπλωση είχε θετικές επιδράσεις στη μεγέθυνση των οικονομιών του υπόλοιπου κόσμου.  
 Γραφική παράσταση 1.
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ΗΠΑ 1970-2015



Πηγή : FED
Οι ΗΠΑ λειτούργησαν  ως η πρωταρχική πηγή ζήτησης των μεγαλύτερων εξαγωγικών χωρών, επιτρέποντας σε αυτές να έχουν αυτά τα επιτεύγματα που τις οδήγησαν σε σταθερή και διαρκή μεγέθυνση των οικονομιών τους. Ειδικά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, ήταν η περίοδος συνεχών υψηλών ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ,(Γραφική παράσταση 1) δημιουργώντας σημαντική ζήτηση στις υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη.  Την περίοδο αυτή η Κίνα , η Γερμανία και δευτερευόντως η Ιαπωνία εκμεταλλεύτηκαν αυτή τη συγκυρία με αποτέλεσμα να επωφεληθούν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλη χώρα. Όμως υπήρξε και διάχυση στις υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη.
Φυσικά, με απόλυτη βεβαιότητα σημειώνουμε, ότι ο τρόπος αυτός μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας , δεν ήταν ο σωστός, με αποτέλεσμα να προκληθούν μεγάλες ανισορροπίες οι οποίες αποδείχτηκαν μη διατηρήσιμες. Οι κρίσεις του 2001 και του 2008 σίγουρα έχουν τις ρίζες τους σε αυτό τον τρόπο μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας ( Όπως έχω προσπαθήσει να δείξω στο : Κ. Μελάς, Οι Σύγχρονες Κρίσεις του Παγκόσμιου Χρηματοπιστωτικού Συστήματος 1974 -2008, Εκδόσεις Λιβάνη 2011).    
 Το πρόβλημα ήταν ότι οι χώρες προσπάθησαν να εξάγουν τον τρόπο μεγέθυνσή τους που εδραζόταν στο κίνητρο της εξωτερικής ζήτησης, κάτι το οποίο μπορεί να συμβεί εις βάρος των υπολοίπων οικονομιών. Ένας καλύτερος και προτιμότερος δρόμος για την παγκόσμια μεγέθυνση θα ήταν αυτός που θα συμπεριλάμβανε , σε πρώτο επίπεδο, την εγχώρια εξάπλωση των οικονομιών κάθε χώρας. Αυτό, βεβαίως, θα απαιτούσε, όπως συνήθως λέγεται, έναν μεγαλύτερο διεθνή συντονισμό.

Αυτός ο συντονισμός παρουσίασε μεγάλα κενά στο πρόσφατο παρελθόν. Αυτό είναι ένα ατύχημα, διότι από την Παγκόσμια Χρηματοοικονομική Κρίση του 2008, το επίκεντρο της οποίας ήταν οι ΗΠΑ, το καθαρό κίνητρο  ζήτησης προς τον υπόλοιπο κόσμο βρίσκεται σε πτωτική τροχιά, ενώ δεν διαπιστώνεται αύξηση ζήτησης από τις υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη, ώστε να υποκατασταθούν οι απώλειες. Συνεπώς οι εξελίξεις αυτές  πιθανά θα οδηγήσουν την παγκόσμια οικονομία  να σταθεροποιείται σε χαμηλότερο επίπεδο ισορροπίας.  
Τα παραπάνω μπορούμε να τα δείξουμε από τις εξελίξεις στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των περιοχών – οικονομικών περιφερειών του πλανήτη και των μεγαλύτερων οικονομιών με βάση τα στοιχεία του ΔΝΤ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γραφικής Παράστασης 2, οι αναπτυγμένες οικονομίες , ως σύνολο, το 2008, παρουσίαζαν έλλειμμα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους, ύψους περίπου 580 δις δολάρια ΗΠΑ. Με το πέρασμα του χρόνου , και συγκεκριμένα από το 2013, οι αναπτυγμένες οικονομίες παρουσιάζουν αυξανόμενο πλεόνασμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι , ως σύνολο-γκρουπ, όχι μόνο δεν αποτελούν πηγή ζήτησης για την παγκόσμια οικονομία αλλά αντιθέτως συμβάλλουν αποφασιστικά στη μείωσή της.  
Γραφική Παράσταση 2
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών Αναπτυγμένων, Αναδυομένων και Αναπτυσσομένων χωρών , και σύνολο Πλανήτη. Σε δις δολάρια. 


Πηγή : ΔΝΤ - C.P. Chandrasekhar and Jayati Ghosh : Where will global demand come from?




Στο μεταξύ η ομάδα των αναπτυσσομένων, αναδυομένων και σε μετάβαση χωρών παρουσίαζε πλεονάσματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, ως σύνολο, μέχρι το 2014. Μετά το έτος αυτό, άρχισε να παρουσιάζει ελλείμματα. Όμως , αυτό το έλλειμμα  είναι πολύ μικρότερο από το πλεόνασμα που παρουσιάζουν οι αναπτυγμένες οικονομίες, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της παγκόσμιας ζήτησης.
Όπως παρατηρείται στην Γραφική παράσταση 2, η παγκόσμια οικονομία παρουσίασε σημαντικό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με αυξητική τάση, την  περίοδο 2008-2014. Αναμένεται , σύμφωνα με τις προβολές του ΔΝΤ, να βρεθεί στο ίδιο επίπεδο του 2008. Αν θέλουμε να το μεταφράσουμε σε απλά οικονομικά αυτό σημαίνει ότι η παγκόσμια αποταμίευση υπερβαίνει την παγκόσμια επένδυση και συνεπώς το παγκόσμιο ΑΕΠ βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από το δυνητικό του επίπεδο.
Γραφική Παράσταση 3
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ανά περιφέρειες. Σε δις δολάρια


Πηγή : ΔΝΤ - C.P. Chandrasekhar and Jayati Ghosh : Where will global demand come from?



Τι παρατηρούμε στην Γραφική παράσταση 3;  Αύξηση του πλεονάσματος στην περιοχή των χωρών της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής μέχρι το 2013 και μείωση στη συνέχεια λόγω της πτώσης της τιμής του πετρελαίου. Επίσης κάμψη του πλεονάσματος των χωρών των αναδυομένων και αναπτυσσομένων χωρών της Ασίας. Κάμψη του πλεονάσματος των χωρών της Β. Αμερικής μέχρι το 2014 και στη συνέχεια αύξηση. Όμως το πλέον σημαντικό γεγονός αποτελεί η αύξηση του πλεονάσματος των χωρών της ευρωζώνης.
Όμως παρότι αυτές οι περιφερειακές συνομαδώσεις είναι αρκετά κατατοπιστικές για την παγκόσμια κατάσταση, είναι επιβεβλημένο ότι θα πρέπει να διερευνήσουμε τη συμπεριφορά των μεγάλων χωρών του πλανήτη, που όπως συμβαίνει πάντα, αποτελεί τον βασικό και κυρίαρχο παράγοντα των παγκόσμιων εξελίξεων. Στη Γραφική παράσταση 4 παρουσιάζονται οι εξελίξεις στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των τριών μεγαλύτερων παικτών του πλανήτη : ΗΠΑ, Γερμανίας και Κίνας.  
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ βρίσκεται σε πτωτική πορεία σε σχέση με το 2008. Επίσης το πλεόνασμα της Κίνας βρίσκεται σε σαφή πορείας μείωσης. Όμως το πλεόνασμα της Γερμανίας ακολουθεί αυξητική πορεία σε όλη αυτή την περίοδο. Μάλιστα η Γερμανία το 2016 γίνεται η χώρα με το μεγαλύτερο πλεόνασμα στον πλανήτη. Η εμποροκρατική αντίληψη της Γερμανίας είναι σαφές ότι απορροφά ζήτηση από τον πλανήτη και εξάγει ύφεση, συμμετέχοντας αρνητικά στη μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Μάλιστα , ακόμα περισσότερο , αν μέρος αυτών των πλεονασμάτων οφείλεται στη στασιμότητα των μισθών και γενικά των αμοιβών της εργασίας του ίδιου του πληθυσμού της.





Γραφική Παράσταση 4
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ΗΠΑ, Γερμανίας, Κίνας. Σε δις δολάρια.



Πηγή : ΔΝΤ - C.P. Chandrasekhar and Jayati Ghosh : Where will global demand come from?




Όμως , το πρόβλημα δεν αφορά στο τι πράττει η Γερμανία, αλλά είναι και η επιμονή της να εξαπλωθεί το παράδειγμά της σε ολόκληρη την ευρωζώνη, κάτι που προσπαθεί  με την οικονομική πολιτική που έχει επιβάλλει στην ευρωζώνη. Την πολιτική συνεχούς δημοσιονομικής προσαρμογής στον εσωτερικό τομέα και πλεονασμάτων στον αντίστοιχο εξωτερικό. Με άλλα λόγια την οικονομική πολιτική λιτότητας με τα γνωστά αποτελέσματα στο σύνολο των χωρών της ευρωζώνης και κυρίως των χωρών του Νότου. Όμως μια σειρά χωρών της ευρωζώνης βαδίζουν στα βήματα της Γερμανίας συμμετέχοντας με τη σειρά τους και με το βάρος τους στην εξαγωγή ύφεσης και ανεργίας στις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη. Στη Γραφική παράσταση 5, φαίνεται καθαρά ότι το συνολικό πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των χωρών της ευρωζώνης είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο γερμανικό. Χώρες που ακολουθούν τη συγκεκριμένη πολιτική της Γερμανίας είναι η Ολλανδία ,  και η Αυστρία. Στον Πίνακα 1 παρουσιάζονται τα αποτελέσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των τριών αυτών χωρών, για του λόγου το αληθές.


   Γραφική Παράσταση 5
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών Γερμανίας και των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης. Σε δις δολάρια.



Πηγή : ΔΝΤ - C.P. Chandrasekhar and Jayati Ghosh : Where will global demand come from?








Πίνακας 1.

Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών
%  του ΑΕΠ



1997-12
2013
2014
2015
2016
2017*
Γερμανία

3,2
6,8
7,5
8,4
8,5
8
Αυστρία

1,2
1,6
2,6
2,5
2,1
2
Ολλανδία
6,8
10,2
8,5
8,5
7,9
7,4








Πηγή: Economic Forecast, Spring 2017

Αντί συμπεράσματος θα αναφέρουμε το πώς ο Keynes, θέτει όλες τις πλευρές του συγκεκριμένου ζητήματος και κρούει τον κίνδυνο του κινδύνου από το μακρινό 1936.
Γράφει ο Keynes,( J.M.Keynes, Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, Εκδόσεις Παπαζήση 2001, σ. 397-398) « Ο πόλεμος έχει πολλές αιτίες. Οι δικτάτορες και οι όμοιοί τους, στους οποίους ο πόλεμος, τουλάχιστον ως προσδοκία, προσφέρει μια ευχάριστη συγκίνηση, βρίσκουν εύκολο να οικοδομούν στη φυσική φιλοπόλεμη διάθεση των λαών τους. Όμως, πέρα και πάνω από αυτό, που απλώς τους διευκολύνει να υποκινούν τη λαϊκή φλόγα, βρίσκονται οι οικονομικές αιτίες του πολέμου, δηλαδή η πληθυσμιακή πίεση και ο ανταγωνισμός για αγορές. Είναι ο δεύτερος παράγοντας, ο οποίος, πιθανώς, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στο 19ο αιώνα και ίσως να ξαναπαίξει παρόμοιο ρόλο στο μέλλον.
Στο σύστημα του εγχώριου laissez-faire και με διεθνή κανόνα χρυσού, όπως ήταν η ορθοδοξία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το κράτος δεν διέθετε άλλα μέσα για να αμβλύνει την οικονομική δυσπραγία στο εσωτερικό, παρά μόνον τον ανταγωνισμό για τις αγορές. Όλα τα επιβοηθητικά μέτρα που είχε στη διάθεσή του το κράτος για τη χρόνια ή διαλείπουσα υποαπασχόληση διαγράφηκαν, εκτός από εκείνα που στόχευαν στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου.……………
Αν, όμως, τα κράτη μπορούν να μαθαίνουν να εξασφαλίζουν πλήρη απασχόληση για τον εαυτό τους, με την εσωτερική τους πολιτική, δεν χρειάζονται σημαντικές οικονομικές δυνάμεις για να στρέφουν το συμφέρον μιας χώρας ενάντια στο συμφέρον των γειτόνων της. Θα υπήρχε ακόμη χώρος για το διεθνή δανεισμό σε κατάλληλες συνθήκες. Δεν θα υπήρχε πλέον πιεστικό κίνητρο ώστε μια χώρα να χρειάζεται να επιβάλλει τα εμπορεύματά της σε μια άλλη ή να αποκρούσει τις προσφορές των γειτόνων της, όχι επειδή κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο για να καταστήσει ικανή να πληρώσει ό,τι επιθυμεί να αγοράσει, αλλά με ρητό σκοπό να ανατρέψει την ισορροπία των πληρωμών, έτσι ώστε να αναπτύξει ένα ευνοϊκό γι’ αυτήν εμπορικό ισοζύγιο. Το διεθνές εμπόριο θα έπαυε να είναι αυτό που είναι, δηλαδή, μέσο απελπισίας για τη διατήρηση της εγχώριας απασχόλησης, με την επιβολή πωλήσεων σε αλλοδαπές αγορές και τον περιορισμό των αγορών- πράγμα που, αν στεφόταν από επιτυχία, απλώς θα μετατόπιζε το πρόβλημα της ανεργίας στο γείτονα, που θα είχε ηττηθεί – και θα μετατρεπόταν σε εκούσια και ανεμπόδιστη ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών σε συνθήκες αμοιβαίου οφέλους».
Οι παραπάνω αντιλήψεις οι οποίες αποτελούν έναν συγκεκριμένο κανόνα δράσης μεταξύ των χωρών ,δεν έχουν τη θέση που τους αρμόζει στον σημερινό κόσμο. Η ανταγωνιστικότητα με τον τρόπο που προβάλλεται πανταχόθεν σήμερα, και κυρίως από τα παγκόσμια ΜΜΕ, έχει καταντήσει να ταυτίζεται ως έννοια με τον αγώνα επιβίωσης των άγριων ζώων στη ζούγκλα. Οι πολιτικές ηγεσίες των χωρών,  όπως επανειλημμένα  στο παρελθόν, αλλά και σήμερα, βρίσκουν εύκολο να οικοδομούν στη φυσική φιλοπόλεμη διάθεση των λαών τους