Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Νέα τεχνολογία , απασχόληση, μισθοί.




1.
Η επανάσταση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας έχει φέρει για ακόμη μια φορά στο προσκήνιο το ζήτημα των επιδράσεων της  στην απασχόληση.
Όπως υποστηρίζεται από πολλές πλευρές (Brynjolfsson, E and A McAfee (2014), The second machine age: Work, progress, and prosperity in a time of brilliant technologies, New York,NY: WW Norton & Company) ,οι νέες ρομποτικές μηχανές θα μπορούν να αντικαταστήσουν την ανθρώπινη εργασία σε πάρα πολλές δραστηριότητες, που μέχρι πριν από λίγο καιρό θεωρούταν αδύνατον ή δύσκολο να συμβεί. Όπως : εργασίες που αφορούν στο νοικοκυριό (καθάρισμα, πλύσιμο, μαγείρεμα) , στις βασικές ασφαλιστικές και λογιστικές  υπηρεσίες, στη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων , σε νομικές έρευνες, και σε υπηρεσίες υγείας ως διαγνωστικοί μηχανισμοί , στην χρησιμοποίηση   drones για την υποκατάσταση των σημερινών courier , σε αυτοκίνητα χωρίς οδηγούς , σε εκτυπώσεις  3D κτλ.
Μάλιστα υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι η επικείμενη νέα γενιά των Ρομπότ θα θέσει ουσιαστικά τέλος στην Εργασία. Χρειάζεται να είμαστε προσεκτικοί πριν υιοθετήσουμε τέτοιου είδους αντιλήψεις. Ότι το μέλλον θα εμπεριέχει πολλή τεχνική νοημοσύνη πρέπει να γίνει αποδεκτό. Όμως, από την αποδοχή αυτών των εξελίξεων μέχρι την αποδοχή της αντίληψης περί του τέλους της εργασίας , υπάρχει ένα τεράστιο άλμα που δεν τεκμηριώνεται ούτε λογικά ούτε ιστορικά.
Στην ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας ,  πάντοτε η εισαγωγή νέας τεχνολογίας προκαλούσε μεσοπρόθεσμες αναταραχές στις υπάρχουσες εργασιακές σχέσεις , στις θέσεις εργασίας καθώς και στους μισθούς. Με τη σταδιακή  εγκαθίδρυση στο παραγωγικό σύστημα της νέας τεχνολογίας επιτυγχάνονταν και μια νέα ισορροπία η οποία προφανώς δεν προκαλούσε τη μείωση της ανθρώπινης απασχόλησης. Είτε στους τομείς που εφαρμόζονταν η νέα τεχνολογία παρατηρείτο αύξηση της απασχόλησης (με την επέκταση της παραγωγής) είτε δημιουργούνταν νέοι οικονομικοί τομείς , ως συνέπεια της νέας τεχνολογίας, που προσέφεραν συνεχώς νέες θέσεις εργασίας.
Αναφέρω χαρακτηριστικά την εξέλιξη της απασχόλησης , ανά τομέα στις ΗΠΑ την περίοδο 1839-1999 (Γραφική παράσταση 1).
Η σταδιακή μείωση της απασχόλησης του αγροτικού τομέα στο 2,0% , λόγω της εκβιομηχάνισης του, ακολουθήθηκε από τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης είτε στον βιομηχανικό τομέα είτε στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας. Ίδιες εξελίξεις είχαν παρατηρηθεί σε ολόκληρη τη νεότερη εποχή της ανθρωπότητας ( από τον 16ο αιώνα)  μέχρι και την σημερινή εποχή.  Σχεδόν το 1/3 των νέων θέσεων απασχόλησης στις ΗΠΑ, τα τελευταία 25 έτη αποτελούν θέσεις σε δραστηριότητες που δεν υπήρχαν  πριν ή υπήρχαν στα σπάργανα. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών της σύγχρονης εποχής δεν προκαλούν την εξαφάνιση των θέσεων εργασίας.  Βεβαίως είναι δύσκολο να ειπωθεί εκ των προτέρων το είδος των θέσεων απασχόλησης που θα δημιουργηθούν στα επόμενα 25 χρόνια δεδομένου ότι αυτές θα είναι συνάρτηση της τεχνολογίας που θα εφαρμοστεί. 


Γραφική παράσταση 1.
Εξέλιξη απασχόλησης στις ΗΠΑ.



Σε πρόσφατη μελέτη της National Academies of Sciences, Engineering and Medicine των ΗΠΑ, Information Technology and the US Workforce. Where Are We and Where Do We Go from Here? Μάρτιος 2017 , εξετάζει την επίδραση της τεχνολογίας στην απασχόληση. Σύμφωνα με τους 13 ειδικούς που συμμετέχουν στην έκδοση, δεν έχουμε τα απαιτούμενα δεδομένα ώστε να προσδιορίσουμε με σχετική ακρίβεια κατά πόσο η αυτοματοποίηση , η ρομποτική και η καινοτομία επηρεάζουν την απασχόληση. Συνεπώς όλα όσα λέγονται για μεγάλες αλλαγές και τάσεις που μετατρέπουν την εικόνα της απασχόλησης δεν εδράζονται σε καμία επιστημονική βάση.
Αυτό το συμπέρασμα φαίνεται να συνάδει περισσότερο με την πραγματικότητα αν λάβουμε υπόψη ότι δύο πρόσφατες μελέτες εξάγουν εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα ως προς την μελλοντική επίδραση της τεχνολογίας στην απασχόληση.
Στην πρώτη μελέτη των Carl Benedikt Frey and Michael A. Osborne The Future of  Employment : How Susceptible Are Jobs to Computerization? υποστηρίζεται ότι περίπου 47,0% των θέσεων εργασίας των ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με τη διαδικασία της αυτοματοποίησης.  
Στη δεύτερη μελέτη των Melanie Arntz, Terry Gregory, Ulrich Zierahn, The Risk of Automation for Jobs in OECD Countries. A Comparative Analysis. OECD 2016 , αντιθέτως υποστηρίζεται ότι μόνο , περίπου, το 9,0% των θέσεων εργασίας στις χώρες του ΟΟΣΑ, βρίσκονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο της αυτοματοποίησης.






2.
Τώρα, ας επιχειρήσουμε να εξετάσουμε την επίπτωση της εφαρμογής της νέας ηλεκτρονικής – ρομποτικής τεχνολογίας, άμεσα,  στους οικονομικούς τομείς ή στις επιχειρήσεις που εφαρμόζεται, σε σχέση με τις απώλειες των θέσεων εργασίας αλλά και στους μισθούς. Δηλαδή να επιχειρήσουμε την ποσοτικοποίηση των επιπτώσεων.
Εδώ τα πράγματα γίνονται περισσότερο περίπλοκα διότι οι υπάρχουσες μελέτες διαφοροποιούνται αρκετά μεταξύ τους ,ως προς τα αποτελέσματα.
Σύμφωνα με την μελέτη των:   Acemoglu, D and Restrepo. P (2017) “Robots and Jobs: Evidence from US Labor MarketsNBER Working Paper No. 23285, υπάρχει μια δυνατή συσχέτιση μεταξύ περιοχών στις οποίες οι επιχειρήσεις είναι εκτεθειμένες   στην  ενσωμάτωση της ρομποτικής και στην απασχόληση. Σε αυτές τις περιοχές- επιχειρήσεις  που προχώρησαν στην ενσωμάτωση της ρομποτικής στην παραγωγική διαδικασία , μεταξύ 1990 και 2007 η απασχόληση και οι μισθοί μειώθηκαν με σημαντικό τρόπο. Σε κάθε ρομπότ που εισερχόταν στην παραγωγική διαδικασία 6,2 εργαζόμενοι έχαναν την εργασία τους. Επίσης οι μισθοί μειώνονταν περίπου κατά 1,0%. Επίσης τα αρνητικά αποτελέσματα ήταν σημαντικότερα για τους χειρώνακτες εργαζόμενους, τα μπλε κολλάρα και τις συναφείς εργασίες, και για τους εργαζόμενους με χαμηλή μόρφωση. Όμως όλες οι κατηγορίες εργαζομένων επηρεάστηκαν αρνητικά με κάποιο τρόπο. Μάλιστα αρκετά και οι κατηγορίες εργαζομένων που έχουν  αρκετά υψηλή εξειδίκευση.
Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη η σύγχρονη τεχνολογία και η εξειδίκευση είναι συμπληρωματικές δραστηριότητες και συνεπώς οι τεχνολογίες απαιτούν πάντοτε περισσότερη εξειδίκευση. Καθώς η ζήτηση για εξειδικευμένη εργασία αυξάνει, λόγω της τεχνολογίας θα αυξηθούν και οι μισθοί των εξειδικευμένων εργαζομένων , αυξάνοντας έτσι το χάσμα μεταξύ των μισθών των εξειδικευμένων και των ανειδίκευτων. Όμως , σύμφωνα με τη μελέτη της Dalia Marin ,Globalisation and the rise of the robots . Vox.org , 15 November 2014, αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Αντιθέτως έχουμε μείωση του χάσματος σε όλες τις  αναπτυγμένες χώρες της Δύσης  , εκτός από την Γερμανία και τις ΗΠΑ. Η εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι η ακόλουθη: αφενός έχουμε μια μεγάλη άνοδο της προσφοράς της  εξειδικευμένης εργασίας σε όλες τις δυτικές χώρες και παράλληλα έχουμε την εφαρμογή όλο και περισσότερο της νέας ηλεκτρονικής τεχνολογίας που λειτουργεί μεροληπτικά υπέρ του κεφαλαίου και κατά της ανθρώπινης εργασίας. Δηλαδή έχουμε υπέρβαση  από τη μεριά της προσφοράς και μείωση  από τη μεριά της ζήτησης με αποτέλεσμα αφενός την αύξηση της ανεργίας της εξειδικευμένης εργασίας και αφετέρου , ως συνέπεια είχε τη  μείωση των αποδοχών της. Πράγματι η προσφορά ειδικευμένης εργασίας αυξήθηκε σημαντικά από το τέλος του προηγούμενου αιώνα, όπως παρουσιάζεται στην Γραφική παράσταση 2, σε όλες τις χώρες εκτός από την Γερμανία και τις ΗΠΑ.
Γραφική παράσταση 2
Κάτοχοι πανεπιστημιακού τίτλου ως % του πληθυσμού.



Η ανεργία της εξειδικευμένης εργασίας διπλασιάστηκε  στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ της περιόδου 2000-2012. Ενώ στις Ιταλία και Ισπανία τριπλασιάστηκε αντίστοιχα στην ίδια περίοδο. Αντίθετα δεν φαίνεται να αυξήθηκε στις Γερμανία και Γαλλία. Ο διπλασιασμός της ανεργίας στις ΗΠΑ και η μικρή αύξηση στις αμοιβές της εξειδικευμένης εργασίας δείχνουν ότι η εφαρμογή της νέας ηλεκτρονικής τεχνολογίας έχει μεγάλη συμμετοχή σε αυτές τις εξελίξεις. Με απλά λόγια , η περίπτωση των ΗΠΑ, στις οποίες η προσφορά εξειδικευμένης εργασίας ήταν περίπου σταθερή ενώ παράλληλα παρατηρήθηκε μικρή αύξηση των αμοιβών στους εργαζομένους αυτής της κατηγορίας μας δείχνει με σαφήνεια ότι ο βασικός παράγοντας αυτών των εξελίξεων οφείλεται στην εφαρμογή της νέας τεχνολογίας. Το ίδιο μπορούμε να ισχυριστούμε και για την περίπτωση της Γερμανίας. Αντιθέτως δεν είναι εύκολο, να εξάγουμε εύκολα συμπεράσματα για τις υπόλοιπες χώρες επειδή δεν μπορούμε  να απομονώσουμε τα δύο αίτια , δηλαδή την αύξηση της προσφοράς εξειδικευμένης εργασίας και την εφαρμογή της νέας τεχνολογίας.  

3.
Υπάρχουν , όμως, πολλές ακόμη επιδράσεις της εφαρμογής των νέων τεχνολογιών στο επίπεδο της εργασίας που είναι σημαντικές.
Από τη μεριά της εργασίας, εύκολα παρατηρήσιμο είναι το γεγονός ότι οι πληροφοριακές τεχνολογίες χρησιμοποιούνται για να αποδυναμώσουν τις δομικές αντιστάσεις της εργατικής δύναμης, αναφορικά ως προς το μισθό, όσο και προς τις πολιτισμικές και γεωγραφικές διαφορές.
Με τον τρόπο αυτό, η κεφαλαιακή σχέση  έχει μπορέσει να επιβάλει τόσο τη χρονική ευελιξία, όσο και τη χωρική κινητικότητα. Η διαδικασία αποδυνάμωσης των αντιστάσεων της εργατικής δύναμης έχει καταστεί τελείως πολιτική διαδικασία, προσανατολισμένη στη μεγιστοποίηση του οικονομικού κέρδους.
Η ρύθμιση του εργάσιμου χρόνου έχει κυριολεκτικά καταλυθεί. Η εργάσιμη ημέρα συχνά διαρκεί δώδεκα δεκατέσσερις, δεκαέξι ώρες χωρίς να υπάρχουν Σαββατοκύριακα ή διακοπές, υπάρχει εξίσου δουλειά για άντρες, γυναίκες και παιδιά, όπως και για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με εδικές ανάγκες.
Όσο ελάχιστη και μηδαμινή είναι η ρύθμιση του καθεστώτος που διέπει την εργασία, τόσο μεγαλύτερη είναι η προσφορά εργασίας. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία δημιουργούνται οι νέες διαφοροποιήσεις – διακρίσεις της εργασίας καθώς και οι νέοι κατακερματισμοί της εργατικής τάξης ως συλλογικού υποκειμένου.
Τα διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας δεν είναι τίποτε διαφορετικό από περισσότερη εργασία για μικρότερο μισθό. Το κεφάλαιο ρέει προς τα εκεί όπου η τιμή της εργατικής δύναμης είναι η ελάχιστη δυνατή και όπου η δύναμη της διοίκησης για εξασφάλιση της εκμετάλλευσης είναι η μέγιστη. Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι υπάρχει μια τάση «επιστροφής» σε δουλικές συνθήκες εργασίες εντός της ελεύθερης αγοράς , χωρίς δηλαδή τις προ-νεωτερικές δουλοκτητικές κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις.
Οι χώρες που εξακολουθούν να διατηρούν τον άτεγκτο χαρακτήρα της εργασίας, δίχως πλήρη ευελιξία και κινητικότητα, τιμωρούνται υποφέροντας από ανεργία, υποτιμήσεις και καταστροφές.
Οι χρηματαγορές εμφανίζουν καθοδική τάση όταν μειώνεται το ποσοστό της ανεργίας. Το ίδιο συμβαίνει όταν η κοινωνική πολιτική μιας χώρας δεν συμμορφώνεται πλήρως με το όραμα της ευελιξίας και της κινητικότητας. Ο φόβος της ανεργίας είναι η βασική δύναμη που δημιουργεί τις νέες διαφοροποιήσεις στον χώρο της εργασίας.

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Περί μέτρων και αντιμέτρων.





Τελικά οι δανειστές επέβαλλαν την άποψή τους για  μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα ύψους 2,0% του ΑΕΠ την περίοδο 2019-2020. Πρόκειται για στοχευμένα μέτρα που αφορούν , ως γνωστόν, στη μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 1,0% το 2019 και μείωση του ύψους του αφορολόγητου έτσι ώστε να επιφέρει αύξηση των φορολογικών εσόδων επίσης κατά 1,0% του ΑΕΠ. Τα συγκεκριμένα μέτρα κρίνονται απαραίτητα προκειμένου , με βάση τις απόψεις των δανειστών, να επιτευχθούν πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ , τα οποία συνάδουν με την μέχρι σήμερα μελέτη για τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους.
Τα μέτρα εκφράζουν απολύτως την θεωρητική  οικονομική λογική των δανειστών  και κυρίως του ΔΝΤ, για τους εξής λόγους :
Μειώνουν περαιτέρω τη συνταξιοδοτική δαπάνη και το ύψος του αφορολόγητου προκειμένου να εξασφαλίσουν με σίγουρο τρόπο την επίτευξη του απαιτούμενου πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% . Όμως το περίεργο είναι ότι απαιτούν τις ίδιες  ακριβώς παρεμβάσεις  ακόμη και όταν επιμένουν ότι το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος πρέπει να είναι στο  ύψος του 1,5% του ΑΕΠ. Επομένως δεν είναι θέμα ποσοτικού υπολογισμού αλλά συγκεκριμένης οικονομικής οπτικής. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη πρέπει να χρηματοδοτείται αποκλειστικά από ασφαλιστικούς πόρους χωρίς καμία συμμετοχή του κράτους. Δεν υφίσταται στη λογική του η οικονομική λογική του κοινωνικού κράτους ως αναδιανεμητικού μηχανισμού και συνεπώς ως οικονομικού μηχανισμού συμμετοχής στη σταθεροποίηση  και μεγέθυνση του ΑΕΠ, όπως προβλέπει το κεϋνσιανό υπόδειγμα και γενικότερα το σοσιαλδημοκρατικό   κοινωνικό υπόδειγμα. Ο επαναϋπολογισμός των συντάξεων λειτουργεί προς αυτή τη κατεύθυνση. Το αναδιανεμητικό σύστημα οδηγείται βήμα-βήμα στις ελληνικές καλένδες και στη θέση του προβάλλει το κεφαλαιοποιητικό σύστημα  και η ιδιωτική ασφάλιση. Το κράτος στερείται ενός σταθεροποιητικού  μηχανισμού , κοινωνικού και οικονομικού. Δεν ενδιαφέρει το ΔΝΤ αν μπορούν να υπάρξουν οι απαιτούμενοι πόροι για την χρηματοδότηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από άλλες πηγές, με το οικονομίστικο επιχείρημα ότι η εξεύρεση πόρων  από άλλες πηγές προκαλούν  στρεβλώσεις στην  οικονομική δραστηριότητα. Η τελευταία βεβαίως νοείται σύμφωνα με το ορθόδοξο νεοκλασικό υπόδειγμα του οποίου το επιστημονικό status κυριολεκτικά έχει υποστεί αλλεπάλληλες καταρρεύσεις. Το ίδιο συμβαίνει βεβαίως και με τη μείωση του αφορολόγητου. Τα οικονομικά της προσφοράς αποτελούν μαζί με την πλήρη ισοσκέλιση των κρατικών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων  (σε όσο πιο χαμηλό % του ΑΕΠ) τον πυρήνα της οικονομικής λογικής του ΔΝΤ.
Συνεπώς με την αποδοχή των συγκεκριμένων μέτρων πραγματοποιούμε ακόμη ένα βήμα προς την πλήρη υιοθέτηση της ορθόδοξης οικονομικής κυριαρχίας.
Τα αντίμετρα τώρα, και αυτά ενδύονται την ίδια λογική δεδομένου ότι τόσο η μείωση των φορολογικών συντελεστών (επιχειρήσεων , ΕΝΦΙΑ, φορολογίας εισοδήματος ) υποκαθίστανται από τα στοχευμένα μέτρα που αναφέραμε προηγουμένως, στο βαθμό βεβαίως, που θα επιτευχθούν οι στόχοι. Οι πόροι που πιθανόν , αν περισσεύσουν,  θα κατευθυνθούν στο δίκτυ ασφαλείας , συνάδουν πλήρως με τη λογική του ΔΝΤ, δηλαδή λαμβάνουν τη μορφή των πράξεων φιλανθρωπίας και δεν έχουν καμία ουσιαστική και ενεργητική συμβολή στην   αναπαραγωγή του ΑΕΠ. Απλά βοηθούν στην επιβίωση των μη εχόντων στον ήλιο μοίρα.  Δεν υπάρχει καμία ισοδυναμία μεταξύ των μέτρων και των αντιμέτρων εκτός του ότι  το πρωτογενές πλεόνασμα θα πρέπει να είναι 3,5%.  Η ποιοτική διαφορά των μέτρων και των αντιμέτρων είναι αυτή που προκαλεί την αλλαγή πλεύσης και οδηγεί σε μια πλήρη νεοφιλελεύθερη ατραπό την ελληνική οικονομία.