Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Η κάθε εξαπάτηση των άλλων είναι και παραμένει αυταπάτη.





Η εξαπάτηση των άλλων αποτελεί  μόνιμη και πανταχού παρούσα, στις ανθρώπινες κοινωνίες , δραστηριότητα. «Mundus vult decipi, ergo decipiatur» είχαν διαπιστώσει μειδιώντας οι Ρωμαίοι. Δηλαδή: «ο κόσμος αρέσκεται στην εξαπάτηση, ας τον εξαπατήσουμε λοιπόν» ( Φράση που αποδίδεται στον Πετρώνιο (27-66 μ.χ)).
Φυσικά δεν εξαπατούν μόνο οι αρχηγεσίες τον λαό. Και ο λαός επιχειρεί να εξαπατήσει τις αρχηγεσίες. Επίσης τόσο οι αρχηγεσίες, όσο και ο λαός επιχειρούν να εξαπατήσουν τους ομοίους τους. Στις εμπορικές σχέσεις οι προσπάθειες απόκρυψης πληροφοριών, (ασύμμετρη πληροφόρηση)   προκειμένου να μεγιστοποιηθεί το ίδιον όφελος ,ουσιαστικά αποτελούν  επιχειρήσεις εξαπάτησης των άλλων.  Σκεφτείτε τον τρόπο με τον οποίο   ενεργεί  ένας πωλητής μεταχειρισμένου αυτοκινήτου που έχει στην ιδιοκτησία του : προσπαθεί να αποκρύψει τα ελαττώματα του αυτοκινήτου του και να προβάλλει τις αρετές του. Το ίδιο συμβαίνει με κάποιον που ζητά δάνειο από μια τράπεζα. Ή επιθυμεί να συνομολογήσει ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο με κάποια ασφαλιστική εταιρεία.
 Όμως είναι τόσο απλή και επιφανειακή αυτή η διαδικασία; Απλά ο καθένας επιζητεί να εξαπατήσει τον άλλο; Μήπως προηγείται αυτής της διαδικασίας κάποια άλλη που επιμελώς προσπαθούν οι άνθρωποι να αποκρύψουν;
Νομίζω  , ακολουθώντας σύγχρονες αντιλήψεις, ότι πίσω από  την προσπάθεια εξαπάτησης των άλλων  ,κρύβεται ουσιαστικά η  εξαπάτηση του εαυτού  μας. Ας αναρωτηθούμε λοιπόν με σοβαρότητα :
Γιατί εξαπατούμε τον εαυτό μας; Γιατί αποκρύπτουμε την αλήθεια από τον εαυτό μας; Γιατί προβάλλουμε στους άλλους χαρακτηριστικά που στην πραγματικότητα αφορούν εμάς και ύστερα τους επικρίνουμε για αυτά; Γιατί απωθούμε δυσάρεστες εμπειρίες, κατασκευάζουμε πλαστές αναμνήσεις, εκλογικεύουμε ανήθικες συμπεριφορές , πασχίζουμε να βελτιώσουμε την αυτοεκτίμησή μας και διαθέτουμε πληθώρα μηχανισμών προστασίας του εγώ μας;  Γιατί, κοντολογίς, εξαπατούμε τους εαυτούς μας ;
Η βασική απάντηση , στις παραπάνω απαντήσεις, είναι  ότι εξαπατούμε τον εαυτό μας  προκειμένου να μπορέσουμε αποτελεσματικότερα να εξαπατήσουμε τους άλλους. Στην προσπάθειά μας να ξεγελάσουμε τους γύρω μας, οργανώνουμε την εσωτερική μας πληροφόρηση με κάθε λογής απίθανους τρόπους- και κατά μεγάλο μέρος ασυνείδητα.
Στο ανθρώπινο είδος, η εξαπάτηση και η αυτοεξαπάτηση  αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αν  περιορισθεί η έννοια της εξαπάτησης αποκλειστικά στη συνειδητή εξαπάτηση- στα εξόφθαλμα ψεύδη- τότε θα παραβλεφθεί η πολύ ευρύτερη κατηγορία της ασυνείδητης  εξαπάτησης , στην οποία συγκαταλέγεται η αυτοεξαπάτηση.
Αν, πάλι, μελετηθεί η αυτοεξαπάτηση χωρίς να αναγνωρισθεί το γεγονός ότι πηγάζει από την προσπάθεια εξαπάτησης των άλλων, θα παραβλέψουμε την κύρια λειτουργία της.  Σε τέτοια περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος  να εκλογικευτεί η φύση της αυτοεξαπάτησης ως αμυντική, όταν στην πραγματικότητα είναι συνήθως επιθετική.
Η αυτοεξαπάτηση , επιπλέον, μειώνει το γνωστικό φορτίο των απατηλών συμπεριφορών, αλλά και παρέχει ένα πρόσφορο μέσο άμυνας απέναντι στην ενδεχόμενη αποκάλυψη της εξαπάτησης («Δεν ήξερα τι έκανα !). Αφενός η αυτοεξαπάτηση συμβάλλει στο να μην εκπέμπονται τα σήματα που συνοδεύουν τη συνειδητή εξαπάτηση, αποτρέποντας έτσι την αποκάλυψη της απάτης. Αφετέρου οι γνωστικές λειτουργίες επιβαρύνονται λιγότερο από την εξαπάτηση όταν η αλήθεια παραμένει στο μη συνειδητό μέρος του νου.
Αν το άτομο δεν έχει επίγνωση των απατηλών πράξεων του , τότε, σε περίπτωση που αυτές γίνουν αντιληπτές , μπορεί ευκολότερα να δικαιολογηθεί στους άλλους υποστηρίζοντας ότι δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει.
Παράλληλα, υπάρχουν περιπτώσεις, που η αυτοεξαπάτηση μπορεί να προσδώσει στο άτομο κάποιο άμεσο προσωπικό πλεονέκτημα  είτε στον ειδικό χώρο εργασίας της, είτε στο δημόσιο βίο. Όμως η εξαπάτηση του εαυτού κοστίζει διότι  το να βασίζονται  συνειδητές ενέργειες  σε ψευδή δεδομένα, τις περισσότερες φορές αποβαίνει σε βάρος του πράττοντος , αν αφορά στον ειδικό του χώρο δράσης ή εις βάρος του συνόλου αν αφορά στα δημόσια πράγματα.
Αν δεν έχουμε συνείδηση της γενικότερης ροπής των ανθρώπων προς την εξαπάτηση και την αυτοεξαπάτηση, βρισκόμαστε σε εξόχως μειονεκτική θέση. Διατρέχουμε τον κίνδυνο να πιστέψουμε άκριτα όσους μας λένε ψέματα, ιδίως άτομα που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας. Η ελληνική περίπτωση της πολιτικής εξουσίας αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα προς επίρρωση των αναφερομένων. Να πιστέψουμε ό,τι γράφεται στις εφημερίδες και ειδικά στα λεγόμενα μέσα «κοινωνικής» δικτύωσης. Να πέσουμε θύματα επαγγελματιών απατεώνων που ενεργούν σε όλα τα πεδία της καθημερινότητας.  Να ενστερνιστούμε αναληθή ιστορικά αφηγήματα. Να δεχθούμε γνώμες ως γεγονότα. Υποθέσεις ως πραγματικότητα.
Για τον άνθρωπο αυτό σημαίνει μια αέναη προσπάθεια να εξαπατήσει και να μην εξαπατηθεί. Ο άνθρωπος μπλεγμένος στα πλοκάμια της πορείας του προς το άγνωστο. Ο άνθρωπος σαν σκιά. « Και δεν είναι τώρα η πρώτη φορά που θεωρώ μια σκιά τα ανθρώπινα
και δεν φοβάμαι να πω ότι εκείνοι που νομίζονται σοφοί και βαθυστόχαστοι αποδεικνύονται στο τέλος οι πιο αστόχαστοι. Γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος ευδαίμων».(Ευριπίδης, Μήδεια).





Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Οι ελληνικές επιχειρήσεις αλλάζουν χέρια.




Οι συνέπειες του επιβληθέντος μνημονιακού προγράμματος, αναφορικά με την ιδιοκτησία των στοιχείων ενεργητικού της ελληνικής οικονομίας, και  σε συνάρτηση με τις ανακόλουθες, αποσπασματικές, πλήρεις ιδεολογισμών και ασάφειας απόψεις των ελληνικών κυβερνήσεων, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, δρουν απολύτως σωρευτικά, αποκαλύφθηκαν ,με τον πλέον καθαρό τρόπο, με την  τρέχουσα διακυβέρνηση. Σιγά αλλά σταθερά, μέσω των μηχανισμών που έχουν διαμορφωθεί με αποφάσεις των δανειστών, είμαστε μάρτυρες μεταφοράς , αφού προηγήθηκε η δραστική μείωση της αξίας τους και η δραστική απαξίωσή τους, με ευθύνη του επιβληθέντος προγράμματος, των στοιχείων ενεργητικού της ελληνικής οικονομίας σε νέα χέρια.
Είναι γνωστοί οι οργανισμοί-μηχανισμοί που έχουν αναλάβει αυτή τη διαδικασία: το  Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το ΤΑΙΠΕΔ και το Υπερταμείο Διαχείρισης της Δημόσιας Περιουσίας.
Επί της ουσίας οι δανειστές, μέσω των εκπροσώπων τους, στους παραπάνω οργανισμούς ,ελέγχουν και κατευθύνουν, σε μεγάλο βαθμό, τις μελλοντικές εξελίξεις στην ελληνική οικονομία. Παρά τις όποιες ενστάσεις ακούγονται από την παρούσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε μια προσπάθεια να προστατευτούν οι ιδεολογικές αναφορές της στην Αριστερά και στον Πατριωτισμό, η αδήριτη πραγματικότητα περί άλλων τυρβάζει.

Ο πλήρης έλεγχος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας φανερώνουν ακριβώς την απώλεια ελέγχου του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Η πλήρης απώλεια του ελέγχου του ΤΧΣ είναι το αποτέλεσμα της νέας  ανακεφαλαιοποίησης  που απαιτήθηκαν στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα  έπειτα από την πρώτη περίοδο διαχείρισης της οικονομίας από την κυβέρνηση του κ. Τσίπρα.( Κ. Μελάς, Μπροστά στη νέα ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. http://www.kostasmelas.gr/2015/10/blog-post_5.html)

Χωρίς αμφιβολία οι ελληνικές τράπεζες ανήκουν πλέον στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στους ξένους μετόχους. Η ελληνική κυριαρχία επί των τραπεζών μας έχει χαθεί. Και μαζί της θα χαθεί και η κυριαρχία συνολικά επί της ελληνικής οικονομίας.
Μέσω της επερχόμενης διαχείρισης των κόκκινων δανείων αλλά και των νέων αρχών που θα επικρατήσουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέσω του Υπερταμείου διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας η ελληνική οικονομία θα αλλάξει στην κυριολεξία χέρια.
Η επόμενη περίοδος θα χαρακτηριστεί από ένα κύμα εξαγορών, συγχωνεύσεων και αναδιαρθρώσεων, στις οποίες κυρίαρχο ρόλο θα έχουν οι ελεγχόμενες από τους ξένους διοικήσεις των τραπεζών και των κρατικών επιχειρήσεων.
Σήμερα , επτά  χρόνια  εφαρμογής του Μνημονίου, υπό το βάρος των επισφαλών δανείων των επιχειρήσεων και των ενδεχομένων  κινδύνων που μπορούν να προκύψουν για το τραπεζικό σύστημα , η κυβέρνηση εξαναγκάζεται να προχωρήσει στην εφαρμογή των όσων έχει υπογράψει και να ασχοληθεί με την «αναδιάρθρωση»  του επιχειρηματικού ιστού της χώρας αναθέτοντας την επίλυση του τεράστιου αυτού προβλήματος … στις τράπεζες οι οποίες ως εμπλεκόμενες στο πρόβλημα έχουν έννομο συμφέρον να προχωρήσουν σε λύσεις (όπως θα έπραττε άλλωστε ο καθένας που θα βρισκόταν σε παρόμοια θέση)   οι οποίες συνάδουν με την όσο μεγαλύτερη δυνατή εξασφάλιση των ίδιων συμφερόντων τους.
Η αναμενόμενη «αναδιάρθρωση» ουσιαστικά σημαίνει στην παρούσα φάση  ένα μεγάλο downsizing  της υπάρχουσας παραγωγικής βάσης μέσω εξαγορών, συγχωνεύσεων και κλεισίματος επιχειρήσεων ώστε η εκκαθάριση των αγορών να συμβεί στο κατώτατο σημείο. Οι συνέπειες ,στην απαξίωση φυσικού κεφαλαίου αλλά και στην αγορά εργασίας θα είναι περαιτέρω αρνητικές. Δυστυχώς η επικρατούσα λογική της γραμμικής και «εν σειρά» σταδιακής αντιμετώπισης  των προβλημάτων αποδεικνύεται λανθασμένη , αναποτελεσματική και με υψηλό κόστος.
Παράλληλα ,είναι σχεδόν βέβαιο, ότι σε  πέντε χρόνια, θα έχουμε μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχήματα, οι ξένοι μέτοχοι θα παίζουν κεντρικό ρόλο στην ελληνική επιχειρηματικότητα και η ελληνική πολιτική θα έχει περιορισμένη επιρροή στην οικονομία της χώρας.
Με άλλα λόγια, η ελληνική πολιτική θα πάψει να έχει τον έλεγχο στα μεγαλύτερα και πιο δυναμικά κομμάτια της οικονομίας και το έργο της θα περιορίζεται στη διοίκηση του στενού κράτους, στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών και στη διοίκηση των φόρων.
Αλλά και σε αυτά τα πεδία θα ετεροκαθορίζεται από προκαθορισμένους στόχους και συγκεκριμένες επιδιώξεις που θα εξασφαλίζουν τη δημοσιονομική σταθερότητα. Το δυστύχημα είναι ότι η ελληνική πολιτική δεν συνειδητοποιεί τη μεταβολή των συνθηκών και σε κάθε περίπτωση βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τα τεκταινόμενα στην οικονομία.
Εμβληματικές επιχειρήσεις, leader άλλοτε στον κλάδο τους, έχουν κατά τη διάρκεια της κρίσης συσσωρεύσει τεράστια δάνεια τα οποία δεν εξυπηρετούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα.  Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια  (NPLs) των επιχειρήσεων το πρώτο τρίμηνο του 2017 διαμορφώθηκαν στα 42,7 δισ. ευρώ ενώ τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα NPEs (περιλαμβάνονται και τα δάνεια με καθυστέρηση και κάτω από 90 ημέρες)  διαμορφώθηκαν στα 61,9 δισ. ευρώ (53% του συνόλου).
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες σε διατραπεζικό επίπεδο σύστησαν πριν από έναν χρόνο - εκτός πλαισίου της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών - το NPLs Forum με στόχο την από κοινού αντιμετώπιση των προβληματικών δανείων. Έχει καταρτιστεί ήδη λίστα  75 επιχειρήσεων, τα «κόκκινα» δάνεια των οποίων ανέρχονται στα 10 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύουν το 20% των NPLs. Αυτή η λίστα με κωδικό «Μεγάλες Υποθέσεις» περιλαμβάνει επιχειρήσεις από όλους τους κλάδους. Για να ενταχθεί μια εταιρεία στη λίστα αυτή πρέπει να έχει κοινή έκθεση δανείων σε τουλάχιστον τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.
Στόχος της διατραπεζικής  αυτής συνεργασίας  είναι εντός του  2018 οι συγκεκριμένες  υποθέσεις, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να έχουν διευθετηθεί. Ρυθμίσεις, αναδιαρθρώσεις δανείων, πώληση σε τρίτους, ανάληψη ελέγχου, ρευστοποίηση εξασφαλίσεων, διαγραφές, αλλά και εκτόπιση μη συνεργαζόμενων διοικήσεων είναι ορισμένες από τις πρωτοβουλίες που θα ληφθούν, ανάλογα βεβαίως με το προφίλ της κάθε εταιρείας και της δανειακής έκθεσης που διαθέτει.
Οι δεσμεύσεις των ελληνικών τραπεζών έναντι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επιτάσσουν τη μείωση κατά 40 δισ. του συνόλου των «κόκκινων» δανείων (στεγαστικά, καταναλωτικά, επιχειρηματικά) έως το 2019, εκ των οποίων τα 23 δισ. - βάσει του σχεδιασμού - θα προέλθουν από την επιχειρηματική πίστη και ακόμη πιο συγκεκριμένα τα 6,5 δισ. από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Οπότε, η αποτελεσματική διαχείριση των «Μεγάλων Υποθέσεων» που εντάσσονται στη λίστα θα είναι κομβική για την εκπλήρωση των στόχων.




Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας, παρά τα θρυλούμενα και επιδιωκόμενα, δεν μεταβάλλεται. Ίσως και να χειροτερεύει.






Επανέρχομαι στο θέμα , το οποίο, κατά την άποψή μου, θα έπρεπε να αποτελεί πεδίο κύριου προβληματισμού στην παρούσα συγκυρία.
Το θέμα αφορά στην αλλαγή του οικονομικού υποδείγματος και ειδικά της παραγωγικής βάσης της οικονομίας , που αποτελούσε το βασικό στόχο των μεταρρυθμίσεων που ήταν (είναι) ενσωματωμένες στο μνημονιακό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.
  Όπως έχω επανειλημμένα υποστηρίξει όχι μόνο οι εξελίξεις δεν δικαιώνουν τις επιδιώξεις του προγράμματος αλλά μάλλον τα πράγματα εξελίσσονται προς το χειρότερο.
Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία (Μάριος 2011-Μάρτιος 2017) του  Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ), αναφορικά με το ισοζύγιο των συστάσεων και διαγραφών σε κάθε επιμέρους νομική μορφή επιχείρησης  

Η οικονομική κρίση και η περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση (μέσω του τραπεζικού δανεισμού καθώς και μέσω των αγορών κεφαλαίων) επέδρασαν αρνητικά στο ισοζύγιο των συστάσεων και διαγραφών σε κάθε επιμέρους νομική μορφή επιχείρησης, με εξαίρεση τις ΙΚΕ.
Αναλυτικότερα, στην κατά νομική μορφή ανάλυση παρατηρούνται τα εξής:
 α) Στις ανώνυμες εταιρίες (Α.Ε.) το σωρευτικό ισοζύγιο συστάσεων και διαγραφών παρουσιάζει πτωτική τάση από το τέλος του 2013, η οποία επιταχύνθηκε από το φθινόπωρο του 2015 και έπειτα, καθώς οι διαγραφές ενισχύθηκαν σημαντικά περισσότερο έναντι των συστάσεων.
β) Το σωρευτικό ισοζύγιο συστάσεων-διαγραφών των ετερόρρυθμων εταιριών (Ε.Ε.) καταγράφει φθίνουσα πορεία από τα τέλη του 2012 με αποτέλεσμα να γίνει αρνητικό στο τέλος του 2016, για πρώτη φορά την επισκοπούμενη περίοδο.
 γ) Δυσμενέστερη είναι η εικόνα που παρατηρείται στο σωρευτικό ισοζύγιο των ομόρρυθμων εταιριών (Ο.Ε.), το οποίο ήδη από τις αρχές του 2014 λαμβάνει αρνητικές τιμές, καθώς ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις αυτής της νομικής μορφής διαγράφονται. Μάλιστα, στις αρχές του τρέχοντος έτους παρατηρήθηκε ότι κατά την τελευταία 6ετία σωρευτικά διαγράφηκαν περίπου 10.000 περισσότερες επιχειρήσεις αυτής της νομικής μορφής έναντι εκείνων που συστάθηκαν.
δ) Το σωρευτικό ισοζύγιο των εταιριών περιορισμένη ευθύνης (Ε.Π.Ε.) καταγράφει διαρκή πτώση από το φθινόπωρο του 2013 και, όμοια με τις Ε.Ε., από τα τέλη του 2016
και έπειτα κινείται σε αρνητικές τιμές.
ε) Εντονότερη κινητικότητα σε νέες συστάσεις και διαγραφές παρουσιάζουν οι ατομικές επιχειρήσεις (αυτές σχετίζονται με τη δράση των ελεύθερων επαγγελματιών και με παροχή υπηρεσιών), των οποίων το ισοζύγιο παραμένει (με εξαίρεση μερικών μηνών) σε θετικό επίπεδο κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου.
στ) Τέλος, έντονα θετικό και προοδευτικά αυξανόμενο είναι το σωρευτικό ισοζύγιο των ΙΚΕ, κυρίως λόγω των διευκολύνσεων που προβλέπει ο ν. 4072/2012 για τη σύστασή τους (έναντι άλλων νομικών μορφών που αφορούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις).  ΙΚΕ (Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές  Εταιρίες), οι οποίες, σύμφωνα με τον ν. 4072/2012, είναι δυνατόν να συσταθούν με χαμηλό ή και μηδενικό κόστος, στοιχείο που διευκολύνει σημαντικά την ίδρυσή τους.

Ο προβληματισμός που γεννάται από τη φθίνουσα πορεία του σωρευτικού ισοζυγίου συστάσεων- διαγραφών και την αυξανόμενη συμβολή νομικών μορφών που αφορούν κατά κύριο λόγο επιχειρήσεις μικρού μεγέθους (ΙΚΕ και ατομικές επιχειρήσεις) εντείνεται αν στην ανάλυση συμπεριληφθούν ορισμένες ποιοτικές παράμετροι.
 Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατης μελέτης της Endeavor Greece, (Η Ελληνική επιχειρηματικότητα σε αριθμούς, 1 Φεβρουαρίου 2017, Endeavor Greece. http://endeavor.org.gr/meletes/),  το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων που συστάθηκαν το 2016 εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται σε κλάδους με προσανατολισμό την εγχώρια κατανάλωση (κατά κύριο λόγο αφορούν την εστίαση και τη διασκέδαση) και όχι σε κλάδους μεταποίησης ή υψηλού τεχνολογικού περιεχομένου. Εξαίρεση συνιστά η θετική συμβολή των τουριστικών επιχειρήσεων οι οποίες έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό.
Επιπρόσθετα, σε πρόσφατη μελέτη του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (. Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (2016), Η δημογραφία των επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας στην Ελλάδα: Σύσταση και διαγραφή επιχειρήσεων την περίοδο 2011-2015, καθώς και τις μελέτες στις οποίες γίνονται παραπομπές), που αφορά την περίοδο 2011-2015, επισημαίνεται ότι το ισοζύγιο μεταξύ συστάσεων και διαγραφών επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας στη μεταποίηση και υψηλής τεχνολογίας έντασης γνώσης στις υπηρεσίες διευρύνεται αρνητικά υπέρ των διαγραφών από το 2013 και έπειτα. Η εξέλιξη αυτή, δεδομένων των χρονικών υστερήσεων με τις οποίες επιδρά, περιορίζει το τεχνολογικό περιεχόμενο και την ένταση γνώσης των παραγόμενων και εξαγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, υπονομεύει τη διάχυση των νέων τεχνολογιών και την απασχόληση του υψηλά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και εν τέλει τις μακροπρόθεσμες προοπτικές τις ελληνικής οικονομίας.
 Οι κλάδοι υψηλής τεχνολογίας στην ελληνική  μεταποίηση είναι οι ακόλουθοι (σε παρένθεση οι διψήφιοι κωδικοί NACE Rev.2): παραγωγή βασικών φαρμακευτικών προϊόντων και φαρμακευτικών σκευασμάτων (21), κατασκευή ηλεκτρονικών υπολογιστών, ηλεκτρονικών και οπτικών προϊόντων (26). Οι κλάδοι υψηλής τεχνολογίας έντασης γνώσης στις υπηρεσίες είναι οι ακόλουθοι: παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών, βίντεο και τηλεοπτικών προγραμμάτων, ηχογραφήσεις και μουσικές εκδόσεις (59), δραστηριότητες προγραμματισμού και ραδιοτηλεοπτικών εικόνων (60), τηλεπικοινωνίες (61), δραστηριότητες προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, παροχής συμβουλών και συναφείς δραστηριότητες (62), δραστηριότητες υπηρεσιών πληροφορίας (63), επιστημονική έρευνα και ανάπτυξη (72).(Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, Ιούνιος 2017).

Συνεπώς, το τελευταίο διάστημα παρατηρείται αυξανόμενη συμβολή νομικών μορφών που αφορούν κατά κύριο λόγο επιχειρήσεις μικρού μεγέθους (όπως ΙΚΕ και ατομικές επιχειρήσεις) και αντίστοιχη υποχώρηση της θετικής συμβολής των Α.Ε. (που συνήθως είναι μεγαλύτερου μεγέθους εταιρίες) στο σωρευτικό ισοζύγιο συστάσεων-διαγραφών. Αυτό ενδέχεται να έχει ως συνέπεια την αύξηση του μεριδίου των μικρών επιχειρήσεων στην ελληνική οικονομία, εξέλιξη που θα μπορούσε να έχει αρνητικές προεκτάσεις στο βαθμό που η πλειοψηφία των νέων επιχειρήσεων χαρακτηρίζονται ακόμη από χαμηλή ένταση τεχνολογίας και γνώσης.
Σύμφωνα με τη Eurostat, μικρομεσαίες (ΜΜΕ) θεωρούνται οι επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζομένους και ταξινομούνται στις ακόλουθες κατηγορίες: πολύ μικρές επιχειρήσεις (λιγότεροι από 10 εργαζόμενοι), μικρές επιχειρήσεις (10-49) και μεσαίες επιχειρήσεις (50-249). Στην Ελλάδα, κατά το 2012, οι ΜΜΕ αντιπροσώπευαν το 86,5% της απασχόλησης και το 72,8% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (ΑΠΑ) των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων. Τα αντίστοιχα μερίδια για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις ήταν 58,6% της απασχόλησης και 35,9% της ΑΠΑ, για τις μικρές και μεσαίες 17,0% και 10,9% της απασχόλησης και 20,1% και 16,8% της ΑΠΑ αντίστοιχα (οι μεγάλες επιχειρήσεις, με προσωπικό πάνω από 250 άτομα, αντιπροσώπευαν το 13,5% της απασχόλησης και το 27,2% της ΑΠΑ). Η συμβολή των ΜΜΕ στην ΑΠΑ ήταν 13,5 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από τη συμβολή τους στην απασχόληση (για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις ήταν 22,7 ποσ. μον. μικρότερη), γεγονός που αποκαλύπτει και το χαμηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας για αυτές τις επιχειρήσεις. Στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-28), οι ΜΜΕ αντιπροσώπευαν το 67,1% του εργατικού δυναμικού στο μη χρηματοπιστωτικό τομέα και το 57,3% της ΑΠΑ το 2012, ενώ οι πολύ μικρές επιχειρήσεις αντιπροσώπευαν το 29,1% του εργατικού δυναμικού στο μη χρηματοπιστωτικό τομέα και το 21,0% της ΑΠΑ. ).(Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, Ιούνιος 2017).
 Ένα τέτοιο ενδεχόμενο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα λιγότερες ευκαιρίες για δημιουργία οικονομιών κλίμακας, μικρότερη δυνατότητα πραγματοποίησης και χρηματοδότησης έρευνας και καινοτομίας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, αυξανόμενα κόστη και υψηλότερους φραγμούς στην πρόσβαση σε νέες εξαγωγικές αγορές και μικρότερες δυνατότητες διασύνδεσης με διεθνή δίκτυα διανομής και παραγωγής και συνεπώς χαμηλότερη παραγωγικότητα.
Ταυτόχρονα, τα τελευταία έτη καταγράφεται αρνητικό ισοζύγιο μεταξύ συστάσεων και διαγραφών επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας και έντασης γνώσης, εξέλιξη που έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση του τεχνολογικού περιεχομένου των νέων επιχειρήσεων και την εξειδίκευση σε κλάδους εντάσεως εργασίας, ενώ παράλληλα δεν φαίνεται να ενισχύεται ο εξαγωγικός προσανατολισμός των επιχειρήσεων (με εξαίρεση τη θετική συμβολή του τουρισμού). Όλα τα ανωτέρω υποδηλώνουν την ύπαρξη σημαντικών δυσχερειών στην αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας προς ένα εξωστρεφές υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης που θα βασίζεται σε προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Κλείνοντας αυτή μας την παρέμβαση θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η επερχόμενη «αναδιάρθρωση» των επιχειρηματικών μη αποτελεσματικών δανείων που κατέχει το τραπεζικό σύστημα σίγουρα θα συμβάλλει, μεσοπρόθεσμα, στην επιδείνωση της εικόνας που παρουσιάζει το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας.