Ακούμε πολλές φορές , κυρίως από στελέχη της ΝΔ ως απόδειξη της «επιτυχημένης οικονομικής» της κυβέρνησης τους ότι οι καταθέσεις των ελληνικών νοικοκυριών αυξάνουν. Μάλιστα αδιαφορούν ή δεν αναφέρονται καθόλου στο γεγονός ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με το μακροοικονομικό μέγεθος της αποταμίευσης των νοικοκυριών το οποίο δεν ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση και μάλιστα από την εποχή των μνημονίων βρίσκεται σε αρνητική θέση ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ . Αυτό το θέμα έχει μια ιδιαίτερη επικαιρότητα για την Ελλάδα. Να εξηγήσω τη σχέση αναλυτικά:
Η βασική διάκριση: ροή vs απόθεμα
Η εθνική αποταμίευση νοικοκυριών είναι μια ροή — μετρά το μέρος του εισοδήματος που δεν καταναλώνεται σε μια συγκεκριμένη περίοδο, συνήθως εκφρασμένο ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος ή και του ΑΕΠ.
Οι τραπεζικές καταθέσεις είναι ένα απόθεμα — το σύνολο των χρημάτων που είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, συσσωρευμένα από το παρελθόν.
Η σαφής διευκρίνηση της σχέση τους μας επιτρέπει να καταλάβουμε καλύτερα ότι οι καταθέσεις είναι μόνο μία μορφή αποταμίευσης. Τα νοικοκυριά μπορούν να αποταμιεύουν επίσης σε μετοχές, ομόλογα, ακίνητα, μετρητά, συνταξιοδοτικά ταμεία. Όταν ένα νοικοκυριό αποταμιεύει θετικά (εισόδημα > κατανάλωση), μέρος αυτού μπορεί να πάει σε κατάθεση — αυξάνοντας το υπόλοιπο. Αλλά οι καταθέσεις μπορούν να αυξηθούν και λόγω πώλησης άλλων περιουσιακών στοιχείων (π.χ. ακίνητο, μετοχές) χωρίς κανένα θετικό ποσοστό αποταμίευσης.
Το “παράδοξο” της Ελλάδας μπορεί επομένως να εξηγηθεί με απλό τρόπο αφήνοντας τους κυβερνητικούς εκπροσώπους να πανηγυρίζουν χωρίς λόγο: Το 2025 η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρώπη με αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης νοικοκυριών (-1%), καθώς τα έξοδα υπερβαίνουν το διαθέσιμο εισόδημα. Το 71% των Ελλήνων καταθετών διατηρεί λιγότερα από 1.000 ευρώ στους λογαριασμούς του. Ο μέσος όρος της ΕΕ βρίσκεται στο 14,5%, με κορυφαίες χώρες τη Γερμανία (20%) και την Τσεχία (19,4%). Δηλαδή τα ελληνικά νοικοκυριά ξοδεύουν συστηματικά περισσότερα από ό,τι κερδίζουν.
Ταυτόχρονα όμως, οι καταθέσεις νοικοκυριών τον Δεκέμβριο του 2025 παρουσιάζονται αυξημένες σε σχέση με τα προηγούμενα έτη , 154 δισ. ευρώ.
Πώς συμβαίνει αυτό; Συμβαίνει γιατί το απόθεμα (καταθέσεις) αντανακλά δεκαετίες συσσωρευμένης αποταμίευσης, ενώ το αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης (ροή) σημαίνει απλώς ότι σήμερα η κατανάλωση υπερβαίνει το εισόδημα, χωρίς απαραίτητα αυτό να χρηματοδοτείται μέσω αναλήψεων από τις καταθέσεις, και συνεπώς χωρίς να τις επηρεάζει.
Συνοπτικά, τραπεζικές καταθέσεις και ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών μετρούν διαφορετικά πράγματα και μπορούν να κινούνται αντίθετα — όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα.
Η μεταβολή των καταθέσεων είναι ροή
Υπάρχει όμως μια ακόμα διευκρίνηση που θα πρέπει να κάνουμε για να λάβουμε υπόψη μας όχι μόνο το απόλυτο νούμερο των καταθέσεων αλλά και το ρυθμό μεταβολής των καταθέσεων που παρατηρείται. Σημειώνουμε λοιπόν τα ακόλουθα:
Η μεταβολή των καταθέσεων είναι ροή και επομένως όταν λέμε “οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 3 δισ. ευρώ το 2025”, αυτή η μεταβολή είναι πράγματι ροή — και μάλιστα ροή απευθείας συγκρίσιμη με την αποταμίευση. Στην ορολογία της χρηματοοικονομικής λογιστικής, αυτό ονομάζεται χρηματοοικονομική αποταμίευση σε καταθέσεις (financial saving in deposits).
Όμως δεν ταυτίζεται με το ποσοστό της εθνικής αποταμίευσης των νοικοκυριών γιατί η εθνική αποταμίευση νοικοκυριών (από τους Εθνικούς Λογαριασμούς) υπολογίζεται ως εξής:
Εισόδημα − Κατανάλωση = Αποταμίευση
Ενώ η μεταβολή καταθέσεων μετρά μόνο πού πήγε αυτή η αποταμίευση — δηλαδή το κομμάτι που τοποθετήθηκε σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Η συνολική χρηματοοικονομική αποταμίευση των νοικοκυριών κατανέμεται σε:
- + Μεταβολή καταθέσεων
- + Αγορά μετοχών / ομολόγων / αμοιβαίων
- + Εισφορές σε ασφαλιστικά / συνταξιοδοτικά
- − Αποπληρωμή δανείων (μειώνει το χρέος, άρα αποταμίευση)
- − Νέα δανεισμός
Άρα στη λογική των Εθνικών Λογαριασμών (ΕΣΛ 2010) έχουμε :
Αποταμίευση (ροή) = Επένδυση σε πάγια + Χρηματοοικονομική αποταμίευση
Και η χρηματοοικονομική αποταμίευση ισούται ακριβώς με το άθροισμα όλων των ροών σε χρηματοοικονομικά στοιχεία — συμπεριλαμβανομένης της μεταβολής καταθέσεων.
Άρα αν η αποταμίευση νοικοκυριών είναι -1,0% του διαθεσίμου εισοδήματος ,αλλά οι καταθέσεις αυξάνονται, αυτό σημαίνει ότι τα νοικοκυριά εκποιούν άλλα περιουσιακά στοιχεία (π.χ. πουλούν ακίνητα, εξαργυρώνουν επενδύσεις) και βάζουν τα χρήματα σε καταθέσεις — αποταμιεύουν αρνητικά συνολικά, αλλά ανακατανέμουν το χαρτοφυλάκιό τους υπέρ των τραπεζικών λογαριασμών.
Επομένως η ανάλυση των ροών (και όχι μόνο των αποθεμάτων) είναι απαραίτητη για να καταλάβεις τι πραγματικά συμβαίνει σε μια οικονομία.
Η μείωση της ιδιοκατοίκησης και η αύξηση των καταθέσεων νοικοκυριών
Η αύξηση των καταθέσεων των νοικοκυριών με ταυτόχρονη αρνητική εθνική αποταμίευση των νοικοκυριών για να εξηγηθεί πρακτικά και όχι θεωρητικά (αυτό το κάναμε) χρειάζεται να μετρηθεί από που προήλθε η παρατηρούμενη αύξηση των καταθέσεων σε σχέση με τη συνολική χρηματοοικονομική αποταμίευση των νοικοκυριών. Μία πρώτη ένδειξη θα μπορούσε να είναι η μείωση του ποσοστού ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα την περίοδο 2019-2025.
Μέσα σε μόλις έξι χρόνια (2019–2025), το ποσοστό ιδιοκατοίκησης μειώθηκε κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες — μία από τις μεγαλύτερες απώλειες μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Το 2019 το ποσοστό ιδιοκατοίκησης ήταν 75,4%, το 2020 κυμάνθηκε στο 73,9%, το 2021 στο 73,3% και το 2022 στο 72,8%. Το 2025 περιορίζεται στο 69,4%, ενώ τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία αυξάνονται από 15,4% σε 30,6% ( Eurostat EU-SILC / Πανελλαδικό Δίκτυο E-Real Estates ) . Αν επεκτείνουμε την περίοδο αναφοράς τα στοιχεία είναι πιο εντυπωσιακά: από το 2005 έως το 2021, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης υποχώρησε από 84,6% στο 73,3%, χάνοντας 11,3 ποσοστιαίες μονάδες. Δηλαδή η Ελλάδα μεταμορφώνεται από μια από τις χώρες με τη μεγαλύτερη ιδιοκατοίκηση στην Ευρώπη σε μια χώρα που πλησιάζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.(
Οι αιτίες που επισημαίνονται για να ερμηνεύσουν αυτή τη συμπεριφορά θα μπορούσε να είναι ότι : μέρος ιδιοκτητών με οφειλές σε τραπεζικά ιδρύματα επέλεξαν να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους πουλώντας την ιδιοκτησία τους και στρέφοντας σε μίσθωση. Άλλοι επέλεξαν να εκμεταλλευτούν τα ακίνητά τους μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης ή να πουλήσουν λόγω της ανόδου των τιμών. Προστίθενται οι πλειστηριασμοί, η αδυναμία νέων να αγοράσουν λόγω υψηλών τιμών και χαμηλής αποταμίευσης, και η έλλειψη νέας οικοδομικής δραστηριότητας.
Η σύνδεση με την αρνητική αποταμίευση είναι εδώ ξεκάθαρη: το 75% των Ελλήνων άνω των 50 ετών ιδιοκατοικεί, ενώ για τους νεότερους το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 30%. Οι νέες γενιές, με αρνητική αποταμίευση και υψηλά ενοίκια, δεν μπορούν να αποταμιεύσουν για αγορά κατοικίας — ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται.
Έτσι προφανώς το παράδοξο λύνεται: η πώληση ακινήτων είναι μια χρηματοοικονομική συναλλαγή, όχι αποταμίευση από εισόδημα. Άρα δεν μετράει στο ποσοστό αποταμίευσης, αλλά αυξάνει άμεσα τις καταθέσεις.
Τώρα θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ορισμένα πιθανά σενάρια για το πως χρησιμοποιούνται τα χρήματα από τις πωλήσεις.
Το πρώτο σενάριο είναι η εξόφληση υποχρεώσεων — δάνεια, υποθήκες, ληξιπρόθεσμες οφειλές, πλειστηριασμοί. Εδώ τα χρήματα εξαφανίζονται από τον ισολογισμό του νοικοκυριού χωρίς να εμφανιστούν ως κατάθεση.
Το δεύτερο σενάριο είναι η τοποθέτηση σε καταθέσεις — ο πωλητής γίνεται ενοικιαστής και κρατά το κεφάλαιο ρευστό. Αυτό αυξάνει το απόθεμα καταθέσεων χωρίς να σημαίνει θετική αποταμίευση εισοδήματος.
Το τρίτο σενάριο είναι η ανακατανομή σε άλλα επενδυτικά προϊόντα — μετοχές, ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια, φαινόμενο που παρατηρείται τα τελευταία 2-3 χρόνια με την άνοδο του Χρηματιστηρίου Αθηνών.
Η μακροοικονομική ερμηνεία αυτών των εξελίξεων είναι στην ουσία μια αποεπένδυση σε παγίους τίτλους (real assets — ακίνητα) και επανεπένδυση σε χρηματοοικονομικά στοιχεία (καταθέσεις, κινητές αξίες). Στους Εθνικούς Λογαριασμούς αυτό εμφανίζεται ως:
- Μείωση πλούτου σε ακίνητα (μικρότερο απόθεμα real assets)
- Αύξηση χρηματοοικονομικού πλούτου (μεγαλύτερο απόθεμα financial assets)
- Αλλά η καθαρή θέση (net worth) του νοικοκυριού δεν αλλάζει αναγκαστικά — απλώς αλλάζει η σύνθεσή της
Το κοινωνικό ζήτημα
Εδώ όμως κρύβεται και η ανισότητα: αυτοί που πούλησαν από ανάγκη (πλειστηριασμοί, χρέη) έχασαν πλούτο, ενώ αυτοί που πούλησαν στρατηγικά (για να εκμεταλλευτούν την άνοδο τιμών και να στραφούν σε βραχυχρόνιες μισθώσεις) κέρδισαν. Η ίδια συναλλαγή, εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα ανάλογα με το εισόδημα και την οικονομική θέση του νοικοκυριού.
Ο αρνητικός μέσος όρος στην εθνική αποταμίευση των νοικοκυριών κρύβει ανισότητα — τα πλουσιότερα νοικοκυριά αποταμιεύουν ενώ τα φτωχότερα αποταμιεύουν αρνητικά. Επίσης, εισροές από πωλήσεις ακινήτων, κληρονομιές ή μεταφορές από το εξωτερικό μπορούν να αυξάνουν καταθέσεις ακόμα και με αρνητική ροή αποταμίευσης. Έρευνες του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων https://www.teke.gr/pages/ABOUT/files/Annual_Report_2024_GR.pdf δείχνουν ότι η πενιχρή αποταμίευση αγγίζει τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, με μόλις το 0,8% των νοικοκυριών να διαθέτει αποθέματα άνω των 100.000 ευρώ