Παρατηρούμε δύο εξελίξεις που παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση μεταξύ τους, ενώ με την κοινή λογική θα έπρεπε να βρίσκονται σε μονοπάτι μεγαλύτερης σύγκλισης: η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Ελλάδα έχει αυξηθεί πάρα πολύ ενώ δεν εχει συμβεί το ίδιο για τους αποθηκευτικούς χώρους αυτής της ενέργεια. Τα τρέχοντα στοιχεία δείχνουν ότι το χάσμα είναι πραγματικά τεράστιο: η Ελλάδα κατέχει ηγετική θέση στις ΑΠΕ με 17 GW εγκατεστημένης ισχύος, αλλά διαθέτει μόλις 220-230 MW εγκατεστημένων μπαταριών — μια αναλογία πολύ μικρή σε σχέση με τις ανάγκες της. Οι λόγοι είναι κυρίως οι παρακάτω:
- Καθυστερημένη και αργή αδειοδότηση Η διοίκηση του ΑΔΜΗΕ αποδίδει την καθυστέρηση σε θεσμικές και πολιτικές επιλογές και όχι σε τεχνικούς περιορισμούς. Οι διαγωνισμοί στήριξης (investment & operating support schemes) για τις standalone μπαταρίες ξεκίνησαν με σημαντική υστέρηση, και η καθυστέρηση των επόμενων προκηρύξεων μετά τον πρώτο διαγωνισμό, καθώς και η χρονοβόρα διαδικασία αδειοδότησης, ανέτρεψαν το αρχικό χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης.
- Ασαφές ή ελλιπές κανονιστικό πλαίσιο Η καθυστέρηση στον ορισμό του πλαισίου για τη συμμετοχή της αποθήκευσης στις αγορές της επόμενης ημέρας, ενδοημερησίως και για λόγους εξισορρόπησης, δημιουργεί επενδυτική στάση αναμονής. Δηλαδή οι επενδυτές δεν ξέρουν ακόμα με σαφήνεια πώς θα αμείβονται οι μπαταρίες τους όταν μπουν σε λειτουργία.
- Υψηλό κόστος χρηματοδότησης χωρίς εγγυημένα έσοδα Παρά τη διεθνή πτώση τιμών στοιχείων λιθίου, η χρηματοδότηση έργων χωρίς εγγυημένες τιμές (merchant projects) παραμένει δυσχερής λόγω της μεταβλητότητας των τιμών στη spot αγορά, ενώ τα επιτόκια δανεισμού παραμένουν υψηλά για επενδύσεις μεγάλου κεφαλαίου όπως τα BESS[1]. Υπάρχει επιπλέον κίνδυνος “κανιβαλισμού τιμών” — αν πολλές μπαταρίες αποφορτίζονται ταυτόχρονα τις ίδιες ώρες, συμπιέζουν το ένα το κέρδος του άλλου.
- Πολιτική επιλογή “μηδενικής στήριξης” σε επόμενα έργα Το δόγμα των “κανόνων της αγοράς” και της μηδενικής περαιτέρω κρατικής στήριξης καθιστά αμφίβολο αν θα επιτευχθεί ο στόχος του ΕΣΕΚ για 4,32 GW μπαταριών έως το 2030, αφήνοντας τους επενδυτές χωρίς ξεκάθαρο οικονομικό κίνητρο μετά τις πρώτες επιδοτούμενες δημοπρασίες.
- Στάσιμη ζήτηση ρεύματος Η εγχώρια ζήτηση παραμένει σχετικά στάσιμη, καθώς μεγάλες ενεργοβόρες επενδύσεις όπως τα data centers υλοποιούνται πιο αργά από το αναμενόμενο, εντείνοντας το πρόβλημα — η μεσημεριανή υπερπαραγωγή δεν έχει πού να “απορροφηθεί”.
Το αποτέλεσμα στην πράξη: στο πρώτο τετράμηνο του 2026 καταγράφηκαν 239,5 ώρες με μηδενικές ή αρνητικές τιμές χονδρικής, δεκαοκταπλάσιες σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, και οι περικοπές παραγωγής ΑΠΕ το 2025 έφτασαν περίπου το 1,85 TWh, με εκτιμήσεις να ξεπερνούν τα 4 TWh το 2026. Παράλληλα οι γειτονικές διασυνδεδεμένες αγορές εκμεταλλεύονται την έλλειψη ελληνικών μπαταριών για να εισάγουν φθηνή ενέργεια και να την αποθηκεύουν στα δικά τους συστήματα.
Υπάρχει βέβαια μια προσπάθεια να αυξηθεί η συνολική εγκατεστημένη ισχύς αποθήκευσης και να φτάσει τα 700 MW έως τέλη 2026, με το μεγάλο έργο 330 MW της Metlen στη Λάρισα να αναμένεται σε πλήρη λειτουργία το τρίτο τρίμηνο του 2026 — αλλά αυτό παραμένει πολύ μικρό σε σχέση με τα 17 GW ΑΠΕ που ήδη παράγεται.
Σύμφωνα με τα παραπάνω φαίνεται με μεγάλη σαφήνεια ότι τα προβλήματα που έχουν προκύψει αφορούν πρωτίστως στην Κυβέρνηση και στις ανάλογες αποφάσεις της. Υπάρχουν και άλλου είδους προβλήματα που όμως θα ήταν ευκολότερο να ξεπερασθούν αν υπήρχαν οι σωστές απόψεις. Συγκεκριμένα :
Καθαρά πολιτικές/κυβερνητικές αποφάσεις:
- Το «δόγμα» της μηδενικής περαιτέρω στήριξης μετά τις πρώτες δημοπρασίες — αυτό είναι ξεκάθαρα επιλογή του ΥΠΕΝ για το πώς θα σχεδιαστεί η αγορά.
- Η απόφαση να μην έχει οριστικοποιηθεί ακόμα το πλαίσιο συμμετοχής της αποθήκευσης στις αγορές επόμενης ημέρας, ενδοημερήσιας και εξισορρόπησης — αυτό είναι νομοθετική/ρυθμιστική αργοπορία.
- Η μετατόπιση εστίασης: η νέα ηγεσία του ΥΠΕΝ φαίνεται να έχει εστιάσει στο φυσικό αέριο, με αποτέλεσμα ο κλάδος των ΑΠΕ να περνά σε δεύτερη μοίρα — δηλαδή υπάρχει και ζήτημα προτεραιοτήτων στην ενεργειακή πολιτική.
Διοικητική/γραφειοκρατική αργοπορία (ξεχωριστή αλλά συνδεδεμένη):
Η διοίκηση του ΑΔΜΗΕ η ίδια αποδίδει την υστέρηση σε θεσμικές και πολιτικές επιλογές και όχι σε τεχνικούς περιορισμούς — άρα ο διαχειριστής του δικτύου λέει ξεκάθαρα ότι το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, είναι θεσμικό. Αυτό περιλαμβάνει αργές αδειοδοτήσεις, καθυστερημένες προκηρύξεις διαγωνισμών, διαβουλεύσεις που τραβάνε σε μάκρος.
Δομικά/οικονομικά ζητήματα που δεν είναι αμιγώς πολιτικά:
- Τα υψηλά επιτόκια δανεισμού είναι μακροοικονομικό δεδομένο, όχι ελληνική πολιτική επιλογή.
- Η στάσιμη ζήτηση ρεύματος λόγω καθυστερημένων data centers εξαρτάται και από ιδιωτικές επενδυτικές αποφάσεις, όχι μόνο από το κράτος.
- Ο κίνδυνος “κανιβαλισμού τιμών” είναι ένα αγοραίο φαινόμενο που προκύπτει αυτόματα όταν πολλές μπαταρίες μπουν ταυτόχρονα, ανεξάρτητα από πολιτική βούληση.
Ουσιαστικά όμως η ρίζα του προβλήματος είναι κυρίως πολιτικο-διοικητική. Η Ελλάδα προώθησε επιθετικά τις ΑΠΕ χωρίς να σχεδιάσει εξίσου επιθετικά την παράλληλα αποθήκευση, και όταν ήρθε η ώρα να στηρίξει την αποθήκευση, υιοθέτησε μια πιο “φιλελεύθερη” / λιγότερο παρεμβατική λογική (λιγότερη στήριξη, ασαφές πλαίσιο) που δεν ταιριάζει με την ωριμότητα της αγοράς. Σε αυτό προστίθενται και αντικειμενικά εμπόδια (κόστος κεφαλαίου, ζήτηση) που επιδεινώνουν το πρόβλημα αλλά δεν το προκαλούν εξαρχής.
Το χρονολόγιο των πολιτικών αποφάσεων
Προκειμένου να δείξουμε την πολιτική ευθύνη των κυβερνήσεων Μητσοτάκη θα παραθέσουμε το χρονολόγιο πολιτικών αποφάσεων με σημαντικές μεταστροφές που σηματοδοτούν και αντίστοιχες ευθύνες.
2019 — Πρώτο ΕΣΕΚ[2] Το αρχικό ΕΣΕΚ προέβλεπε μόλις 2,7 GW αποθήκευσης συνολικά (1,2 GW μπαταρίες + 1,5 GW αντλησιοταμίευση) — εξαρχής υποτιμημένος στόχος σε σχέση με την έκρηξη ΑΠΕ που ακολούθησε.
Ιανουάριος 2023 — Σκρέκας (ΥΠΕΝ): πρώτη μεγάλη αναθεώρηση προς τα πάνω Με τον τότε υπουργό Κώστα Σκρέκα και τη Γενική Γραμματέα Ενέργειας Αλεξάνδρα Σδούκου, παρουσιάστηκε σχέδιο αύξησης κατά 245% του στόχου αποθήκευσης, στα 9,3 GW (5,6 GW μπαταρίες, 2,5 GW αντλησιοταμίευση, 1,2 GW υδρογόνο), παράλληλα με τριπλασιασμό του στόχου ΑΠΕ. Αυτή ήταν η πιο φιλόδοξη στιγμή του σχεδιασμού.
Ιούνιος 2023 — Σκρέκας: εκκίνηση του μηχανισμού στήριξης Το σχήμα στήριξης ενεργοποιήθηκε με απόφαση του τότε υπουργού Κώστα Σκρέκα, ανοίγοντας τον δρόμο για τρεις διαγωνισμούς μπαταριών συνολικά 1.000 MW με πόρους 341 εκατ. ευρώ, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το τέλος του 2025 — προθεσμία που, όπως είδαμε στην πρώτη απάντηση, έχει πλέον γλιστρήσει για το 2026.
Αύγουστος 2023 — Πρώτος διαγωνισμός Ολοκληρώθηκε με επιτυχία, μεσοσταθμική τιμή 49.748 ευρώ/MW/έτος (56,74% κάτω από το πλαφόν) — έδειξε ότι υπήρχε τεράστιο επενδυτικό ενδιαφέρον.
Νοέμβριος 2023 — Δεύτερος διαγωνισμός: η πρώτη «περικοπή» στήριξης Εδώ έγινε μια καθαρά πολιτική επιλογή: η κρατική λειτουργική ενίσχυση μειώθηκε στο μισό, από 200.000 ευρώ/MW στα 100.000 ευρώ/MW. Το μήνυμα ήταν ότι το ΥΠΕΝ θεωρούσε τα έργα πλέον αρκετά βιώσιμα οικονομικά ώστε να χρειάζονται λιγότερη στήριξη.
Μάρτιος 2023 — Σκυλακάκης γίνεται υπουργός στο ΥΠΕΝ, και το σχέδιο αλλάζει. Ο νέος υπουργός δήλωσε ρητά ότι δεν ήθελε «υπερφιλόδοξους στόχους που θα αποδειχθεί το 2030 ότι δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν» — μια στροφή προς πιο «συγκρατημένο» σχεδιασμό.
Αύγουστος 2023 — Η πρώτη μεγάλη «ψαλιδιά» Σε σχέση με το φιλόδοξο σχέδιο του Ιανουαρίου, ο στόχος αποθήκευσης για το 2030 περιορίστηκε από 8,1 GW σε 5,3 GW, με τις μπαταρίες να κόβονται από 5,6 GW σε 3,1 GW. Αυτή είναι ίσως η πιο κρίσιμη πολιτική απόφαση: μέσα σε λίγους μήνες, ο στόχος μπαταριών υποδιπλασιάστηκε.
Ιανουάριος 2025 — Τρίτος διαγωνισμός: το κλείσιμο της στήριξης Η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ έκρινε ότι τα έργα είναι πλέον βιώσιμα χωρίς χρηματοδοτική στήριξη, και η επόμενη «φουρνιά» έργων θα έχει μόνο fast-track αδειοδότηση χωρίς επιδότηση — αυτή είναι η ρητή επιβεβαίωση του «δόγματος μηδενικής στήριξης» που αναφέραμε πριν, με σαφή ημερομηνία και πρόσωπο απόφασης.
2024 — Σεπτέμβριος: επικαιροποιημένο ΕΣΕΚ Το αναθεωρημένο ΕΣΕΚ ανέβασε τον στόχο ΑΠΕ από 12,5 GW σε 22,4 GW έως το 2030 — αλλά, όπως δείχνουν τα στοιχεία της προηγούμενης απάντησης, ο στόχος μπαταριών δεν αυξήθηκε ανάλογα.
Το συμπέρασμα από το χρονολόγιο είναι απολύτως διαφανές: υπάρχουν τρεις διακριτές πολιτικές αποφάσεις-κλειδιά, με συγκεκριμένα πρόσωπα και ημερομηνίες:
- Η υποδιπλασίαση του στόχου μπαταριών μέσα στο 2023 (από 5,6 σε 3,1 GW) ενώ ταυτόχρονα ο στόχος ΑΠΕ συνέχισε ν’ ανεβαίνει.
- Η σταδιακή μείωση της κρατικής ενίσχυσης στους διαγωνισμούς (από 200.000 σε 100.000 ευρώ/MW στον β’ διαγωνισμό).
- Η ρητή απόφαση να σταματήσει η στήριξη μετά τον γ’ διαγωνισμό, στηριζόμενη στην εκτίμηση ότι η αγορά είναι ήδη “ώριμη” — εκτίμηση που, όπως δείχνουν τα τωρινά στοιχεία (220 MW εγκατεστημένα έναντι στόχου 4,3+ GW), αποδεικνύεται αρκετά αμφισβητούμενη.
Στη συνέχεια βλέπουμε ότι επέρχεται μια μετατόπιση εστίασης με τη σημερινή ηγεσία του ΥΠΕΝ η οποία φαίνεται να έχει εστιάσει στο φυσικό αέριο, με αποτέλεσμα ο κλάδος των ΑΠΕ να περνά σε δεύτερη μοίρα — δηλαδή υπάρχει και ζήτημα προτεραιοτήτων στην ενεργειακή πολιτική .
Η σημερινή ηγεσία του ΥΠΕΝ είναι ο Σταύρος Παπασταύρου, υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με υφυπουργό τον Νίκο Τσάφο.
Σταύρος Παπασταύρου — δικηγόρος με μεταπτυχιακό από τη Νομική Σχολή του Harvard, διετέλεσε υπουργός Επικρατείας στην κυβέρνηση μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2023, εργάστηκε ως νομικός σύμβουλος σε κεφαλαιαγορά και εταιρικό δίκαιο, και ήταν κύριος διαπραγματευτής με τους δανειστές του ελληνικού κράτους την περίοδο 2012-2015. Δεν έχει δηλαδή προηγούμενο τεχνοκρατικό προφίλ στην ενέργεια — είναι κυρίως νομικός/πολιτικός με εμπειρία σε διαπραγματεύσεις και θεσμικά θέματα.
Νίκος Τσάφος (υφυπουργός) — πριν ανέλαβε ήταν σύμβουλος του πρωθυπουργού σε θέματα ενέργειας, με ειδίκευση σε στρατηγική, ανάπτυξη ενεργειακών projects και εμπορία αερίου/LNG, έχει συνεργαστεί με πάνω από 100 εταιρείες και κυβερνήσεις σε 30+ χώρες, και είναι τακτικός αρθρογράφος/σχολιαστής σε Foreign Affairs, Καθημερινή, Bloomberg, Economist κ.ά. Αυτός είναι ο πιο “τεχνικός” από τους δύο, με ισχυρό background σε φυσικό αέριο/LNG — κάτι που εξηγεί εν μέρει την παρατήρηση σχετικά για στροφή προς το αέριο.
Τα στοιχεία δείχνουν μια αρκετά συγκεκριμένη και επιβεβαιωμένη εικόνα — η νέα ηγεσία έχει πράγματι θέσει τους υδρογονάνθρακες και το φυσικό αέριο πολύ ψηλά στην ατζέντα, αν και επίσημα διατηρεί ρητορική “ισορροπίας”.
Οι τρεις βασικοί πυλώνες της νέας ατζέντας Παπασταύρου-Τσάφου
- Υδρογονάνθρακες ως «εθνική υπόθεση» Η πιο εντυπωσιακή δήλωση: ο Παπασταύρου χαρακτήρισε την ανάπτυξη του τομέα υδρογονανθράκων «εθνική υπόθεση» που απαιτεί «σοβαρότητα, συνέπεια και συνέχεια», τονίζοντας ότι η χώρα εισέρχεται σε νέα φάση ενεργειακής στρατηγικής και γεωπολιτικής αναβάθμισης. Λίγες μέρες πριν (19/6/2026) δήλωσε ότι επιταχύνουν αποφασιστικά την ανάπτυξη στον τομέα των υδρογονανθράκων, με ιδιαίτερη έμφαση στην παρουσία Chevron και ExxonMobil στην Ελλάδα, εκτιμώντας ότι ένα πιθανό κοίτασμα θα μπορούσε να αξίζει έως 10 δισ. ευρώ.
- Φυσικό αέριο — εθνικά κοιτάσματα + ρόλος hub Τον Μάιο 2026 από τη Λευκωσία, ο υπουργός σημείωσε ότι η Κύπρος προχωρά στην αξιοποίηση των εθνικών πόρων φυσικού αερίου και «εμείς ακολουθούμε», ζητώντας ισορροπημένο ενεργειακό μείγμα χωρίς αποκλεισμό τεχνολογιών. Παράλληλα ο υφυπουργός Τσάφος, με ειδίκευση σε LNG, έχει επιβεβαιώσει ότι η Ελλάδα αποτελεί σήμερα σημείο εισόδου για το αμερικανικό LNG, και πιθανώς και για εγχώριους ενεργειακούς πόρους προς την Ευρώπη.
- Γεωπολιτικός “διάδρομος” Νότου-Βορρά Σε ομιλία στο προσυνέδριο της ΝΔ ο Παπασταύρου περιγράφει πώς ο κάθετος διάδρομος (Ρεβυθούσα, TAP, FSRU, IGB) αντιστρέφει την ιστορική ροή φυσικού αερίου από Βορρά σε Νότο, καθιστώντας τη Ελλάδα δίοδο ενέργειας προς μια αγορά 100 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η επίσημη ρητορική ομιλεί για «ισορροπίας» — αλλά η έμφαση είναι προς το φυσικό αέριο. Ο υπουργός επανειλημμένα μιλάει για “ισορροπημένο μείγμα”: δήλωσε ότι η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει όλες τις πηγές — ήλιο, άνεμο, υδροηλεκτρικά αλλά και πιθανά κοιτάσματα — διευκρινίζοντας ότι η ανάπτυξη υδρογονανθράκων δεν αναιρεί τη στόχευση για απανθρακοποίηση, καθώς το φυσικό αέριο παραμένει αναγκαίο για τη σταθερότητα του συστήματος.
Ωστόσο, παρατηρείται μια ασυμμετρία στην έμφαση και στη συχνότητα δηλώσεων: οι περισσότερες δημόσιες τοποθετήσεις, συσκέψεις και πρωτοβουλίες αφορούν φυσικό αέριο/πετρέλαιο/υδρογονάνθρακες (έκτακτες συσκέψεις για ενεργειακή ασφάλεια λόγω Μέσης Ανατολής, επισκέψεις σε Chevron/ExxonMobil, διάδρομος Νότου-Βορρά) — ενώ δεν υπάρχει ανάλογη δημόσια προβολή πρωτοβουλιών για επιτάχυνση της αποθήκευσης μπαταριών.
Τι σημαίνει αυτό για το ζήτημα αποθήκευσης. Αυτή η μετατόπιση εξηγεί εν μέρει το προηγούμενο εύρημα ότι η νέα ηγεσία του ΥΠΕΝ έχει εστιάσει στο φυσικό αέριο, με αποτέλεσμα ο κλάδος των ΑΠΕ να περνά σε δεύτερη μοίρα. Δεν φαίνεται να υπάρχει ρητή εγκατάλειψη των ΑΠΕ/αποθήκευσης — ο υφυπουργός Τσάφος μάλιστα υπερασπίστηκε τα οφέλη της πράσινης μετάβασης, τονίζοντας ότι η χώρα είναι καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας από το 2024 — αλλά η πολιτική προσοχή, χρόνος και πολιτικό κεφάλαιο της ηγεσίας φαίνεται να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα στους υδρογονάνθρακες και τη γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας στο αέριο, σε μια περίοδο όπου το ζήτημα αποθήκευσης μπαταριών χρειάζεται ακριβώς αυτό το είδος πολιτικής ώθησης για να ξεμπλοκάρει.
Ποιες εταιρείες επωφελούνται από την χρήση φυσικού αερίου
Έχει μεγάλη σημασία να δούμε ποιες εταιρείες επωφελούνται από τη συνέχιση της χρήσης του φυσικού αερίου. Ίσως με τον τρόπο αυτό να μπορούν να εξαχθούν σημαντικά συμπεράσματα για το σύμπλεγμα των συμφερόντων που αλληλοϋποστηρίζονται με την κυβέρνηση Μητσοτάκη
- ΔΕΠΑ Εμπορίας — ο πιο άμεσος δικαιούχος Η ΔΕΠΑ Εμπορίας εμπορεύεται και προμηθεύει φυσικό αέριο, εισάγοντάς το μέσω αγωγών από Βουλγαρία/Τουρκία και μέσω του τερματικού Ρεβυθούσας, ενώ ελέγχεται 100% από το ΤΑΙΠΕΔ (δημόσιο). Είναι ενεργή σε νέες συμφωνίες LNG: διπλασιάζει τις ποσότητες LNG από τις ΗΠΑ μέσω της Venture Global, στέλνει νέα φορτία LNG στη Ρεβυθούσα, και υπέγραψε δήλωση προθέσεων μεταφοράς αερίου με τη Naftogaz για τον χειμώνα 2025-2026. Επίσης κατέχει 29% στην Ηλεκτροπαραγωγή Αλεξανδρούπολης (840 MW) και 20% στη Gastrade, που λειτουργεί το FSRU Αλεξανδρούπολης — άρα κερδίζει και από την υποδομή εισαγωγής, όχι μόνο την εμπορία.
- Mytilineos — κάθετα ολοκληρωμένος όμιλος με βαρύ αποτύπωμα στο αέριο Ο όμιλος στοχεύει σε μερίδιο 30% στην προμήθεια ρεύματος έως το 2026, με τον ΔΕΗ και τη Mytilineos να ελέγχουν μαζί 75% της αγοράς. Σημαντικό: ο κλάδος Ενέργειας ευνοήθηκε από την ενδυνάμωση παρουσίας στην προμήθεια φυσικού αερίου στα Βαλκάνια και τη ΝΑ Ευρώπη, με σχέδια επέκτασης σε όλη την Ευρώπη, και απάντηση στις μειωμένες τιμές αερίου ήταν η γεωγραφική επέκταση με νέο γραφείο διανομής αερίου στη Δυτική Ευρώπη.
- HELLENiQ ENERGY (πρώην ΕΛΠΕ) Αν και πούλησε το 35% της ΔΕΠΑ Εμπορίας στο ΤΑΙΠΕΔ τον Δεκέμβριο 2024, παραμένει βασικός παίκτης στα πετρελαιοειδή/αέριο και συμμετείχε στην έκτακτη σύσκεψη ασφάλειας εφοδιασμού με το ΥΠΕΝ μαζί με τη Motor Oil.
- ΔΕΗ Προωθεί ενεργά και φυσικό αέριο για το σπίτι, ως ο μεγαλύτερος πάροχος ρεύματος στην Ελλάδα, και διατηρεί μονάδες αερίου στο χαρτοφυλάκιο ηλεκτροπαραγωγής της παράλληλα με τις ΑΠΕ.
- Chevron και ExxonMobil — οι νέοι «μεγάλοι ξένοι παίκτες» στους υδρογονάνθρακες Αυτές είναι οι εταιρείες που εμφανίζονται πιο έντονα στις πρόσφατες δηλώσεις της νέας ηγεσίας: ο Παπασταύρου έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην παρουσία Chevron και ExxonMobil στην Ελλάδα, με ένα πιθανό κοίτασμα να εκτιμάται έως 10 δισ. ευρώ, ενώ το ενδιαφέρον της ExxonMobil βρέθηκε στο επίκεντρο συνάντησης εργασίας του υπουργού και του υφυπουργού.
- Διαχειριστές υποδομών αερίου (ΔΕΣΦΑ, Gastrade/FSRU, TAP, IGB) Αυτές οι εταιρείες υποδομής (αγωγοί, τερματικοί σταθμοί) κερδίζουν από τη ροή αερίου ανεξάρτητα ποιος το προμηθεύει — όσο περισσότερο αέριο διέρχεται, τόσο μεγαλύτερα τα έσοδα από τέλη διαμετακόμισης. Ο “διάδρομος Νότου-Βορρά” που περιέγραψε ο Παπασταύρου τους αφορά άμεσα.
Μια σημαντική παρατήρηση : η κατάσταση στην ενέργεια δεν είναι “είτε-είτε” (ΑΠΕ ή Φυσικό Αέριο)
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μεγάλοι όμιλοι (Mytilineos, ΔΕΠΑ, ΔΕΗ) δεν είναι αμιγώς εταιρείες αερίου — έχουν επίσης τεράστιο χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ: η Mytilineos είχε συνολικό χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ 13,7 GW, και η ΔΕΠΑ αναπτύσσει φωτοβολταϊκά πάνω από 800 MW με χρηματοδότηση 390 εκατ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Αυτό σημαίνει ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο “αέριο εναντίον ΑΠΕ” στο επίπεδο εταιρικών συμφερόντων — οι ίδιοι όμιλοι κερδίζουν και από τα δύο. Το πραγματικό ζήτημα είναι μάλλον ότι η έλλειψη αποθήκευσης διατηρεί τη δομική ανάγκη για αέριο ως εφεδρεία, πράγμα που ευνοεί ειδικά όσους ελέγχουν μονάδες αερίου και υποδομές εισαγωγής — δηλαδή η καθυστέρηση στις μπαταρίες λειτουργεί έμμεσα προς όφελος της υπάρχουσας υποδομής αερίου, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των επιμέρους εταιρειών.
Η εταιρεία Venture Global
Η Venture Global, είναι ο αμερικανικός προμηθευτής LNG που η ΔΕΠΑ Εμπορίας διπλασίασε τις ποσότητες μαζί της. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 2013 από τον Michael Sabel, τραπεζίτη ενέργειας, και τον Robert Pender, δικηγόρο. Ο Pender είχε εργαστεί πάνω από 28 χρόνια στη χρηματοδότηση ενεργειακών έργων, ήταν επί μία δεκαετία επικεφαλής στη Hogan Lovells σε διεθνή χρηματοδότηση έργων, με συνολική εμπειρία σε έργα αξίας 35+ δισ. δολαρίων (αιολικά, βιομάζα, υδροηλεκτρικά, LNG, πυρηνικά).
Η δομή ελέγχου είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο Μετά το IPO(αύξηση μετοχικού κεφαλαίου μέσω δημόσιας προσφοράς) τον Ιανουάριο 2025, η κεφαλαιοποίηση έφτασε τα 60,5 δισ. δολάρια, αλλά οι δύο ιδρυτές διατήρησαν 98% του συνολικού ποσοστού των ψήφων, μέσω προνομιακών μετοχών που έχουν 10 ψήφους η καθεμία έναντι 1 ψήφου για τις κοινές μετοχές κατηγορίας . Δηλαδή, παρόλο που η εταιρεία είναι πλέον εισηγμένη και ανοιχτή σε δημόσιους επενδυτές, ο πραγματικός έλεγχος παραμένει αποκλειστικά στα χέρια Sabel-Pender, μέσω της Venture Global Partners II, LLC, που είναι η ελέγχουσα μέτοχος.
Βασικοί επενδυτές πριν το IPO .Η Stonepeak Infrastructure Partners επένδυσε 1,3 δισ. δολάρια στο τερματικό Calcasieu Pass, με άλλους βασικούς επενδυτές την Kiewit Corporation και την Energy Capital Partners — όλα μεγάλα ονόματα στην υποδομή/ιδιωτικά κεφάλαια ενέργειας στις ΗΠΑ.
Πελάτες-εταίροι μεγάλης κλίμακας Η εταιρεία είχε εξασφαλίσει μακροχρόνια συμβόλαια με μεγάλους ενεργειακούς ομίλους όπως η Shell και η BP, και είχε συμβόλαια αγοράς (SPAs) με αναμενόμενα συνολικά έσοδα περίπου 107 δισ. δολαρίων στη διάρκεια ζωής τους.
Η Venture Global είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς αμερικανικού LNG παγκοσμίως — στοχεύει να ελέγχει πάνω από 25% των εξαγωγών LNG των ΗΠΑ έως το 2030. Η συμφωνία της με τη ΔΕΠΑ Εμπορίας εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο: οι ΗΠΑ προσπαθούν να αντικαταστήσουν το ρωσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά με αμερικανικό LNG, και η Ελλάδα (μέσω Ρεβυθούσας και του σχεδιαζόμενου “διαδρόμου Νότου-Βορρά” που ανέφερε ο Παπασταύρου) λειτουργεί ως σημείο εισόδου αυτού του αερίου στα Βαλκάνια.
Άρα η αυξανόμενη εξάρτηση της Ελλάδας από εισαγόμενο LNG εξυπηρετεί ταυτόχρονα: (α) τα ιδιωτικά συμφέροντα ιδρυτών/επενδυτών της Venture Global, (β) τη γεωπολιτική στρατηγική ΗΠΑ-ΕΕ απεξάρτησης από ρωσικό αέριο, και (γ) τα ελληνικά εγχώρια συμφέροντα (ΔΕΠΑ, Mytilineos) που μεσολαβούν και επωφελούνται από τη διανομή. Είναι ένα ωραίο παράδειγμα του πώς η καθυστέρηση στην εγχώρια αποθήκευση δεν είναι απλά “τεχνικό κενό” — διατηρεί ζωντανή μια ολόκληρη αλυσίδα εμπορικών σχέσεων γύρω από το εισαγόμενο αέριο.
Η εταιρεία Naftogaz
Η Naftogaz είναι 100% κρατική εταιρεία της Ουκρανίας . Ο ιδρυτής και μοναδικός μέτοχος είναι το ίδιο το Ουκρανικό κράτος. Είναι η μεγαλύτερη εθνική εταιρεία πετρελαίου και αερίου της Ουκρανίας, υπαγόμενη στην κυβέρνηση, με κάθετα ολοκληρωμένη δραστηριότητα σε έρευνα, άντληση, μεταφορά και προμήθεια φυσικού αερίου και πετρελαίου. Η εταιρεία λειτουργεί 38.200 χλμ. αγωγών διαμετακόμισης υψηλής πίεσης και διαθέτει πάνω από 30 δισ. κυβικά μέτρα χωρητικότητας αποθήκευσης αερίου, υποδομή που βρίσκεται ανάμεσα στη Ρωσία και την Ευρωπαϊκή Ένωση και την έχει φέρει στο επίκεντρο της περιφερειακής πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι η Naftogaz δεν είναι απλά προμηθευτής — είναι κομβικός παίκτης στο πώς κινείται το αέριο μεταξύ Ρωσίας, Ουκρανίας και Ευρώπης.
Έχει γίνει ακόμα πιο κρατικοποιημένη μέσα στον πόλεμο Λόγω αποφάσεων της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Naftogaz έχει γίνει μεγαλύτερη και με περισσότερη αγοραστική δύναμη — έχει γίνει μονοπώλιο στην προμήθεια αερίου σε νοικοκυριά, καλύπτοντας πάνω από 98% της αγοράς, ενώ της δόθηκε ο έλεγχος 26 εταιρειών διανομής αερίου που προηγουμένως ανήκαν στον ουκρανό ολιγάρχη Dmytro Firtash, καθώς και δίκτυο πρατηρίων που ανήκε στον Viktor Medvedchuk (ο οποίος έχει συλληφθεί). Το 2021 η συμβολή της Naftogaz αντιστοιχούσε στο 10,7% των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού — άρα είναι ζωτικής σημασίας για τα δημόσια οικονομικά της Ουκρανίας σε καιρό πολέμου. Από τον Μάιο 2025 πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου είναι ο κ. Koretskyi, ο οποίος προηγουμένως διηύθυνε τις κρατικές εταιρείες Ukrnafta και Ukrtatnafta, αυξάνοντας την παραγωγή πετρελαίου/αερίου και καταγράφοντας ιστορικά κερδοφόρα αποτελέσματα.
Η περίπτωση Naftogaz είναι ουσιαστικά αντίστροφη από τη Venture Global:
- Venture Global = ιδιωτικά συμφέροντα δύο ιδρυτών-δισεκατομμυριούχων (Sabel, Pender) που κερδίζουν εμπορικά από την πώληση LNG.
- Naftogaz = το ίδιο το ουκρανικό κράτος, που έχει γεωπολιτικό και όχι μόνο εμπορικό συμφέρον: χρειάζεται έσοδα και ασφάλεια εφοδιασμού εν μέσω πολέμου, και η συμφωνία με τη ΔΕΠΑ εξυπηρετεί διπλό σκοπό: εξασφαλίζει εφοδιασμό για την Ουκρανία τον χειμώνα (πιθανότατα μέσω αντίστροφης ροής από Ελλάδα/Βαλκάνια προς Ουκρανία, δεδομένων των ρωσικών πληγμάτων στις υποδομές της) και ενισχύει τα κρατικά έσοδα της Ουκρανίας σε μια κρίσιμη περίοδο.
Άρα εδώ δεν μιλάμε για “ποιος πλουτίζει ιδιωτικά” αλλά για κρατική στρατηγική επιβίωσης — η Ουκρανία χρειάζεται διεθνείς συνεργασίες αερίου τόσο για ενεργειακή ασφάλεια όσο και για δημοσιονομικά έσοδα, ενώ η Ελλάδα/ΔΕΠΑ αποκτά έναν ακόμη γεωπολιτικό ρόλο ως κόμβος διαμετακόμισης στην ευρύτερη περιοχή.
Ο Σκυλακάκης και η «ώριμη» αγορά αποθηκών ΑΠΕ
Η ρητή απόφαση να σταματήσει η στήριξη μετά τον Γ’ διαγωνισμό, στηριζόμενή στην εκτίμηση οτι η αγορά είναι ήδη “ώριμη” , αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι αποφασίστηκε από τον Θεόδωρο Σκυλακάκη όταν ήταν υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Η απόφαση να μη δοθεί καμία περαιτέρω κρατική στήριξη μετά τον τρίτο διαγωνισμό δεν πάρθηκε τον Ιανουάριο 2025, όπως φαινόταν αρχικά — είχε ήδη ανακοινωθεί πολύ νωρίτερα, το καλοκαίρι-φθινόπωρο του 2024, από τον τότε υπουργό Θεόδωρο Σκυλακάκη.
Η ρητή δήλωσή του (Νοέμβριος 2024): Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Θόδωρος Σκυλακάκης δήλωσε από το βήμα συνεδρίου: «Κάναμε την απελευθέρωση μόλις υπήρξε η μεγάλη πτώση τιμών στην αποθήκευση. Θεωρούμε ότι θα υπάρξει ενδιαφέρον και η αγορά θα εκφραστεί από μόνη της. Αν δεν ανταποκριθεί, τότε κάτι θα μας πει αυτό» — αυτή είναι η ακριβής αιτιολόγηση πίσω από το «δόγμα ωριμότητας της αγοράς».
Το σχέδιο είχε ανακοινωθεί ήδη από τον Ιούλιο 2024: Ο υπουργός Σκυλακάκης είχε αναφερθεί σε αρκετές τοποθετήσεις του στο σχέδιο, λέγοντας «Στο πλαίσιο αυτό θα ανοίξουμε την αγορά μπαταριών», με στόχο την εγκατάσταση έως 2 GW χωρίς καμία στήριξη, μόνο με αδειοδοτική προτεραιοποίηση.
Επιβεβαιωμένο τον Σεπτέμβριο 2024: Με τον τρίτο διαγωνισμό κλείνει ο κύκλος των μονάδων standalone μπαταριών που θα υλοποιηθούν με κρατική ενίσχυση, αφού ο σχεδιασμός του ΥΠΕΝ για το επόμενο «κύμα» έργων αποθήκευσης προβλέπει μόνο αδειοδοτικές διευκολύνσεις, και σύμφωνα με τον σχεδιασμό του υπουργείου, όλα τα έργα μετά τον τρίτο διαγωνισμό θα υλοποιούνται χωρίς ενίσχυση.
Νομοθετικά κατοχυρώθηκε τον Νοέμβριο 2024: Η απόφαση συνέπεσε με την ψήφιση στη Βουλή του νομοσχεδίου του ΥΠΕΝ που προέβλεπε εγκατάσταση μπαταριών σε φωτοβολταϊκά χωρίς καμία επιδότηση, με μοναδικό κίνητρο τις fast-track αδειοδοτικές διαδικασίες.
Έχει ενδιαφέρον ότι ο νυν υπουργός Παπασταύρου βρέθηκε αργότερα να διαχειρίζεται τα προβλήματα που προέκυψαν από αυτή την απόφαση: τον Οκτώβριο 2025, μιλώντας στο Renewable Energy & Storage Forum, έκανε λόγο για «συνολική διευθέτηση» ώστε καμία ώριμη επένδυση να μη χαθεί, ακόμη κι αν χρειαστεί να αναζητηθούν άλλες πηγές κεφαλαίων — αναφερόμενος στο γεγονός ότι από τα 901 MW που είχαν προκριθεί στους τρεις διαγωνισμούς, το χαρτοφυλάκιο που θα λάβει τελικά χρηματοδότηση περιορίζεται στα 700 MW, με την περικοπή να πέφτει κυρίως στον τρίτο διαγωνισμό λόγω αυστηρών προθεσμιών του Ταμείου Ανάκαμψης.
Σύνοψη ευθύνης: Η στρατηγική απόφαση “μηδενικής στήριξης” ήταν του Σκυλακάκη (2024), βασισμένη στην εκτίμηση ότι η πτώση τιμών μπαταριών θα έκανε την αγορά αυτοσυντηρούμενη. Η επόμενη ηγεσία (Παπασταύρου, 2025-26) κληρονόμησε τα αποτελέσματα αυτής της απόφασης και τώρα προσπαθεί να διαχειριστεί τις καθυστερήσεις και τις ελλείψεις χρηματοδότησης που προέκυψαν.
Μετά από όλα αυτά το θέμα που προκύπτει είναι το εξής: μήπως υπάρχει πολιτική κυβερνητική επιλογή για συνέχιση της χρήσης φυσικού αερίου σε μεγάλο βαθμό εξυπηρετώντας γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα εγχώρια και αλλοδαπά;
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία υπάρχει σαφής πολιτική επιλογή διατήρησης ρόλου για το αέριο — αυτό δεν είναι υπόθεση, είναι ρητή κυβερνητική θέση:
- Το αναθεωρημένο ΕΣΕΚ προβλέπει την προσθήκη δύο νέων μονάδων φυσικού αερίου χωρίς καμία απόσυρση, ανεβάζοντας τη συνολική ισχύ από 6,037 GW σε 7,885 GW — αυτό είναι επίσημη κυβερνητική απόφαση, όχι παρανάγνωση.
- Ο ίδιος ο υπουργός το λέει ανοιχτά: «Η Ευρώπη οφείλει να διατηρήσει ένα ισορροπημένο ενεργειακό μείγμα, χωρίς αποκλεισμούς τεχνολογιών».
- Η ρητορική για “εθνική υπόθεση” στους υδρογονάνθρακες, η ανάδειξη του “διαδρόμου Νότου-Βορρά”, η προσέλκυση Chevron/ExxonMobil — όλα αυτά είναι ενεργές, στοχευμένες πολιτικές, όχι παράπλευρες συνέπειες.
Εξυπηρετούνται γεωπολιτικά συμφέροντα — και αυτό είναι επίσης ομολογημένο, όχι κρυφό: Η γεωπολιτική διάσταση (αντικατάσταση ρωσικού αερίου με αμερικανικό LNG, ρόλος Ελλάδας ως κόμβου, στήριξη Ουκρανίας) εκφράζεται ανοιχτά από αξιωματούχους και είναι μέρος της επίσημης ατζέντας ΗΠΑ-ΕΕ μετά το 2022. Δεν είναι “συμφέρον στο σκοτάδι” — είναι δηλωμένη στρατηγική.
Χρειάζεται προσοχή στο παραπάνω συμπέρασμα δεδομένου ότι συνδέονται εμμέσως δύο αποφάσεις οι οποίες θα πρέπει να εξετασθούν προσεκτικά :
- Η καθυστέρηση στις μπαταρίες (απόφαση Σκυλακάκη 2024, βασισμένη — σύμφωνα με τη δική του δημόσια αιτιολόγηση — σε εκτίμηση για ωριμότητα της αγοράς λόγω πτώσης τιμών λιθίου).
- Η ενίσχυση του ρόλου του αερίου (γεωπολιτική επιλογή μετά το 2022, κυρίως λόγω του πολέμου στην Ουκρανία).
Τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτά συνυπάρχουν χρονικά και ότι η καθυστέρηση στην αποθήκευση διατηρεί αντικειμενικά την ανάγκη για αέριο ως εφεδρεία — αυτό το είπαμε και πριν. Η επίσημη αιτιολόγηση (πτώση τιμών → ωριμότητα αγοράς) θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν λανθασμένη εκτίμηση, χωρίς απαραίτητα κρυφή σκοπιμότητα…Δύσκολο να το αποδεχθεί κανείς …λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη συμπεριφορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Πέρα από αυτό, το πιο τεκμηριωμένο συμπέρασμα είναι ότι: υπάρχει μια ρητή, ομολογημένη πολιτική επιλογή να διατηρηθεί σημαντικός ρόλος για το φυσικό αέριο (νέες μονάδες, γεωπολιτική στρατηγική LNG, υδρογονάνθρακες ως “εθνική υπόθεση”), η οποία αντικειμενικά εξυπηρετεί τόσο εγχώρια συμφέροντα (ΔΕΠΑ, Mytilineos, HELLENiQ) όσο και αλλοδαπά (Venture Global, Chevron, ExxonMobil, γεωπολιτικά συμφέροντα ΗΠΑ). Παράλληλα, υπάρχει ξεχωριστή αποτυχία πολιτικής σχεδίασης στην αποθήκευση, που μπορεί να θεωρηθεί και ως σκόπιμη αλλά και ως λανθασμένη εκτίμηση χρονισμού. Το αποτέλεσμα των δύο μαζί είναι ένα σύστημα όπου το αέριο παραμένει απαραίτητο περισσότερο απ’ όσο θα χρειαζόταν αν η αποθήκευση είχε προχωρήσει ταχύτερα — ανεξάρτητα από το αν αυτό ήταν σχεδιασμένο αποτέλεσμα ή απλά συγκυρία κακού συγχρονισμού δύο παράλληλων πολιτικών.
Υπάρχουν δημοσιεύματα ή αναλύσεις (π.χ. από Green Tank, ΙΕΝΕ, ή δημοσιογραφικές έρευνες) που υποστηρίζουν πιο ευθέως τη θέση περί σκόπιμης διασύνδεσης των δύο πολιτικών ώστε να έχουμε και τεκμηρίωση πέρα από το λογικό συμπέρασμα .
Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η ανάλυση του Green Tank είναι η πιο ευθεία τεκμηριωμένη κριτική. Το βασικό επιχείρημα : Το Green Tank δεν λέει απλά “η αποθήκευση καθυστερεί” — λέει ρητά ότι ο στόχος των μονάδων αερίου στο ΕΣΕΚ είναι αδικαιολόγητα υψηλός δεδομένης της πορείας ΑΠΕ και αποθήκευσης:
Στην ανάλυση «Πόση ισχύ μονάδων αερίου έχει ανάγκη η χώρα;», το Green Tank αξιοποίησε ωριαία δεδομένα του ENTSO-E υπολογίζοντας τη συνολική θερμική ισχύ αερίου-λιγνίτη που ήταν πραγματικά απαραίτητη για την κάλυψη των αναγκών από το 2019, και κατέληξε ότι: η σημερινή εγκατεστημένη ισχύς θερμικών μονάδων καλύπτει ήδη τις ανάγκες του συστήματος — δηλαδή είναι αναγκαίο να επανεξεταστεί η τιμή των 7.885 GW μονάδων αερίου που προβλέπει το υπό αναθεώρηση ΕΣΕΚ για το 2030, καθώς και η πιθανή απόσυρση υφιστάμενων μονάδων αερίου.
Η πιο καίρια φράση — ουσιαστικά λέει ότι ο στόχος αερίου είναι υπερβολικός εκ σχεδιασμού: Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το συνοπτικό σχέδιο ΕΣΕΚ, η ύπαρξη 7.885 GW μονάδων αερίου το 2030 παρουσιάζεται ως ικανή συνθήκη για την επάρκεια ισχύος της χώρας — υπονοώντας ότι το ΥΠΕΝ διατηρεί στο επίσημο σχέδιο μια ποσότητα αερίου μεγαλύτερη από την πραγματικά αναγκαία, αντί να την αναπροσαρμόσει προς τα κάτω καθώς προχωρούν ΑΠΕ και αποθήκευση.
Σύσταση για άμεση πολιτική απόφαση: «Δεδομένης της περαιτέρω ανάπτυξης των ΑΠΕ και νέων υποδομών αποθήκευσης, αναμένεται ότι η μέγιστη απαιτούμενη ισχύς θερμικών μονάδων θα συνεχίσει την πτωτική της πορεία… Για να ληφθούν πολιτικές αποφάσεις, η εκπόνηση επικαιροποιημένης μελέτης επάρκειας ισχύος θα πρέπει να αποτελέσει επείγουσα προτεραιότητα», δήλωσε ο Νίκος Μάντζαρης, συνιδρυτής και αναλυτής ενεργειακής πολιτικής του Green Tank.
Το πιο πρόσφατο στοιχείο δείχνει το πρόβλημα σε αριθμούς, με τρόπο που υποστηρίζει έμμεσα την άποψη ότι η υφιστάμενη κατάσταση διατηρεί τεχνητά την ανάγκη για αέριο:
Οι εγκατεστημένες μπαταρίες (220 MW συνολική ισχύς) απέτρεψαν μόλις το 0,72% των περικοπών ΑΠΕ τον Απρίλιο 2026, ενώ η ενέργεια που εγχύθηκε περιόρισε τη χρήση αερίου κατά μόλις 0,26% τον ίδιο μήνα — γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη επιτάχυνσης εγκατάστασης περισσότερων μπαταριών που έχουν ήδη όρους σύνδεσης.
Το Green Tank έχει επικρίνει και τον τρόπο σχεδιασμού των μηχανισμών στήριξης γενικότερα, με έμφαση στο ποιος πληρώνει το κόστος:
«Για να είναι επιτυχημένος ένας νέος μηχανισμός διασφάλισης επάρκειας ισχύος, αφού αποδειχθεί αναγκαίος, πρέπει να σχεδιαστεί με στόχο την κάλυψη των αναγκών της χώρας και τη συμβατότητα με τους εθνικούς κλιματικούς στόχους, και όχι θέτοντας ως προτεραιότητα την οικονομική βιωσιμότητα επενδύσεων αμφίβολης χρησιμότητας για την ενεργειακή επάρκεια της χώρας», δήλωσε η Ιωάννα Σούκα, αναλύτρια πολιτικής του Green Tank. Ενδιαφέρον σημείο: στη συγκεκριμένη δημοπρασία επάρκειας ισχύος, το 95% (564 MW) της νέας στηριζόμενης ισχύος ήταν συστήματα μπαταριών, και καμία νέα μονάδα αερίου δεν στηρίχθηκε — δηλαδή σε αυτό το σημείο η αγορά/πολιτεία φαίνεται να γύρισε προς τις μπαταρίες, αν και αργά.
Αυτό σημαίνει ότι: η ανάλυση του Green Tank δεν λέει ρητά “η κυβέρνηση κρατά το αέριο ψηλά για να ευνοήσει εταιρείες αερίου” — είναι πιο προσεκτική, τεχνική κριτική: λέει ότι ο επίσημος σχεδιασμός (ΕΣΕΚ) δεν έχει αναπροσαρμοστεί ώστε να αντανακλά τη πραγματική, μετρημένη ανάγκη σε αέριο, παρά την πρόοδο ΑΠΕ/αποθήκευσης. Αυτό είναι ίσως η πιο τεκμηριωμένη μορφή της υπόθεσής σου: όχι “συνωμοσία” αλλά θεσμική αδράνεια/καθυστέρηση στην αναθεώρηση που, ανεξαρτήτως πρόθεσης, διαιωνίζει μεγαλύτερο ρόλο για το αέριο απ’ όσο θα δικαιολογούσαν τα ίδια τα δεδομένα — και αυτό αντικειμενικά εξυπηρετεί όσους έχουν συμφέρον στη διατήρηση υποδομών και προμηθειών αερίου, ανεξάρτητα αν αυτό ήταν ο στόχος του σχεδιασμού.
Αποθήκες ενέργειας ΑΠΕ και τιμή ηλεκτρικού ρεύματος
Η ανάλυση που προηγήθηκε μας οδηγεί στην ακόλουθη εύλογη υπόθεση σχετικά με την υψηλή τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος παρά το ότι η παραγωγή από ΑΠΕ στην χώρα μας είναι πολύ υψηλή. Προφανώς οφείλεται στο ότι η προερχόμενη ενέργεια από τις ανανεώσιμες πηγές δεν χρησιμοποιείται τις βράδυνες ώρες παραγωγής λόγω έλλειψης αποθηκευτικών χώρων. Αυτό σημαίνει ότι οι οριακές τιμές με βάση τις οποίες καθορίζονται οι τιμές στο χρηματιστήριο ενέργειας προέρχονται από την χρήση ακριβού φυσικού αερίου
Η υπόθεσή σου είναι απολύτως εύλογη και βασίζεται σωστά στη μηχανική του χρηματιστηρίου ενέργειας. Η υπόθεσή επιβεβαιώνεται απόλυτα και με πολύ συγκεκριμένα νούμερα — μάλιστα είναι ακριβώς αυτό που τονίζει το Green Tank σε ξεχωριστή έκθεσή του. Συγκεκριμένα η μηχανική καθορισμού της τιμής είναι η ακόλουθη:
Στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, η τιμή καθορίζεται από τη τελευταία (πιο ακριβή) μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση κάθε ώρα — αυτό λέγεται “οριακή τιμή” (marginal pricing). Όταν λείπει αποθήκευση:
Το πρωί/μεσημέρι: οι ΑΠΕ, ιδίως τα φωτοβολταϊκά, ρίχνουν σημαντικά την τιμή ηλεκτρικού ρεύματος, ακόμα και μέχρι το μηδέν — γιατί υπάρχει αφθονία φθηνής ηλιακής ενέργειας.
Το απόγευμα/βράδυ: συμβαίνει το ακριβώς αντίστροφο, λόγω των ακριβών μονάδων φυσικού αερίου — γιατί ο ήλιος δύει, οι ΑΠΕ μειώνονται, και το σύστημα στρέφεται στο αέριο για να καλύψει τη ζήτηση, το οποίο γίνεται η οριακή (άρα η καθορίζουσα) τιμή.
Η αριθμητική απόδειξη: μηδενικές τιμές το πρωί με τις ΑΠΕ, 180 ευρώ/MWh το βράδυ με φυσικό αέριο — μια τεράστια διαφορά μέσα στην ίδια μέρα.
Υπάρχει δηλαδή ρητή σύνδεση της ακριβής τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος με την έλλειψη αποθήκευσης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Το Green Tank το λέει ευθέως ως τίτλο έκθεσής του: «Στοιχίζει ακριβά το αέριο στην ηλεκτροπαραγωγή – Λύση η αποθήκευση για να πέσουν οι τιμές ηλεκτρικού ρεύματος». Η αποθήκευση θα επέτρεπε να “μεταφέρεται” η φθηνή μεσημεριανή ηλιακή ενέργεια προς τις βραδινές ώρες αιχμής, αντί να χάνεται (περικοπή) και αντί το σύστημα να στρέφεται στο ακριβό αέριο.
Σχόλιο για το πώς αυτό μεταφέρεται στους λογαριασμούς: η ισχυρή σύνδεση της εγχώριας λιανικής με τη χονδρική αγορά είναι ο πιο κομβικός παράγοντας πίσω από την εκτίναξη χρεώσεων, ιδιαίτερα επιβαρυντικό γιατί η πλειοψηφία των οικιακών καταναλωτών παραμένει σε «πράσινα τιμολόγια» που είναι περισσότερο εκτεθειμένα στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής τιμής. Συγκεκριμένο παράδειγμα: τον Ιούλιο 2024 η χονδρική έφτασε 135,2 ευρώ/MWh, και η αντίστοιχη μέση χρέωση πράσινων τιμολογίων τον Αύγουστο ανέβηκε στα 205,2 ευρώ/MWh — η μεγαλύτερη χρέωση όλου του 2024.
Πρόσφατα στοιχεία 2026 που το επιβεβαιώνουν περαιτέρω: τον Μάρτιο 2026, παρά το ότι οι ΑΠΕ είχαν την υψηλότερη ιστορικά παραγωγή για τον μήνα, το αέριο αυξήθηκε κατά 19,9% σε σχέση με τον Φεβρουάριο, με αποτέλεσμα η μέση τιμή χονδρικής να ανέβει στα 95 ευρώ/MWh, αύξηση 21,3% — δηλαδή ακόμη και σε μήνα-ρεκόρ ΑΠΕ, το αέριο συνέχισε να ανεβάζει τη μέση τιμή, ακριβώς επειδή κυριαρχεί στις ώρες που μετράει περισσότερο (στις αιχμές).
Τον Μάιο 2026, το ακριβό φυσικό αέριο ανέβασε ξανά τη χονδρική τιμή ρεύματος, δημιουργώντας ανησυχία για τους λογαριασμούς του καλοκαιριού.
Συνοψίζοντας η αλυσίδα είναι ακριβώς όπως την έχουμε περιγράψει:
Έλλειψη αποθήκευσης → η φθηνή μεσημεριανή ηλιακή ενέργεια δεν μπορεί να αποθηκευτεί για το βράδυ → το σύστημα στρέφεται σε αέριο στις βραδινές ώρες αιχμής → το αέριο γίνεται η οριακή τιμή σε αυτές τις ώρες → η χονδρική τιμή εκτινάσσεται το βράδυ → αυτή η ακριβή χονδρική μεταφέρεται στα πράσινα τιμολόγια του επόμενου μήνα → οι καταναλωτές πληρώνουν περισσότερο.
Είναι ακριβώς το σημείο όπου συγκλίνουν όλα όσα συζητήσαμε: η καθυστέρηση στις μπαταρίες δεν είναι μόνο “χαμένη πράσινη ενέργεια” σε αφαιρετικό επίπεδο — μεταφράζεται άμεσα σε υψηλότερο λογαριασμό ρεύματος για κάθε ελληνικό νοικοκυριό, ιδιαίτερα όσα είναι σε πράσινα τιμολόγια.
Άρα η ευθύνη της κυβέρνησης είναι προφανής. Το θέμα είναι αδιάφορο για τον Έλληνα καταναλωτή αν αυτό εχει συμβεί λόγω κακών εκτιμήσεων η σκοπίμως .
Δεν νομίζω να υπάρχει αμφιβολία: η ευθύνη της κυβέρνησης είναι τεκμηριωμένη, ανεξάρτητα από πρόθεση. Αυτό το υποστηρίζουν τα στοιχεία χωρίς αμφιβολία — δική της ήταν η απόφαση να περικόψει τον στόχο μπαταριών, δική της η απόφαση να σταματήσει τη στήριξη το 2024, δικός της ο στόχος αερίου στο ΕΣΕΚ που το Green Tank λέει ότι δεν αναπροσαρμόζεται. Το αποτέλεσμα (ακριβό ρεύμα το βράδυ) είναι αντικειμενικό γεγονός που πληρώνει ο καταναλωτής, ασχέτως αιτίας.
Ας δούμε τώρα ποια είναι τα τεχνικά προβλήματα κόστους και βιωσιμότητας για μια εγκατάσταση αποθήκευσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Τεχνικά προβλήματα
Κορεσμός δικτύου Η έλλειψη διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου εμποδίζει τη σύνδεση νέων υβριδικών σταθμών, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για έξυπνη διαχείριση της ζήτησης — τα δίκτυα μεταφοράς/διανομής σε πολλές περιοχές δεν έχουν επαρκή χωρητικότητα για να δεχτούν άλλη μια εγκατάσταση, ανεξάρτητα από το πόσο “ώριμη” είναι η τεχνολογία.
Επάρκεια ισχύος σε σχέση με τον ρυθμό ανάπτυξης ΑΠΕ Παρά τις προσδοκίες, η επάρκεια του 1,1 GW που εκτιμά ο ΑΔΜΗΕ για το 2026 κρίνεται οριακή σε σχέση με τον ρυθμό εγκατάστασης νέων φωτοβολταϊκών — δηλαδή οι μπαταρίες “τρέχουν” για να προλάβουν μια ΑΠΕ που μεγαλώνει ακόμη ταχύτερα.
Αδειοδότηση και τεχνικές προδιαγραφές σύνδεσης Αναμένεται αυστηροποίηση των όρων σύνδεσης με έμφαση στην εντοπιότητα της κατανάλωσης και στην ικανότητα απόκρισης ζήτησης (demand response) — άρα οι τεχνικές απαιτήσεις γίνονται πιο περίπλοκες, όχι πιο απλές, με την πάροδο του χρόνου.
Προβλήματα κόστους
Υψηλό αρχικό κόστος επένδυσης (CAPEX) Η επένδυση σε μπαταρίες παραμένει υψηλή, απαιτώντας σταθερά χρηματοδοτικά εργαλεία και χαμηλό κόστος δανεισμού — πρόβλημα που οξύνεται όταν τα επιτόκια είναι υψηλά (όπως σημειώσαμε και σε προηγούμενη απάντηση).
Ευαισθησία στην τιμή πρώτων υλών Το κόστος κατασκευής παραμένει ευαίσθητο στις τιμές των πρώτων υλών (λίθιο, LFP cells) — δηλαδή η οικονομική βιωσιμότητα ενός έργου εξαρτάται από διεθνείς αγορές πρώτων υλών που η Ελλάδα δεν ελέγχει.
Αύξηση κόστους λόγω υποχρεωτικής ενσωμάτωσης Η ενσωμάτωση μπαταριών στα νέα φωτοβολταϊκά πάρκα καθίσταται πλέον υποχρεωτική για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας, αυξάνοντας το αρχικό CAPEX των έργων — δηλαδή το ίδιο το ρυθμιστικό πλαίσιο αυξάνει το κόστος εισόδου στην αγορά.
Προβλήματα βιωσιμότητας (οικονομικού μοντέλου)
Το πιο κρίσιμο πρόβλημα: ο κανιβαλισμός τιμών Η ταχεία διείσδυση φωτοβολταϊκών προκαλεί συστηματική απομείωση των τιμών απορρόφησης (capture prices) στις μεσημβρινές ώρες, υπονομεύοντας τη βιωσιμότητα διμερών συμβάσεων αγοράς ενέργειας (PPAs). Και το πιο ανησυχητικό: αν και η ενσωμάτωση μπαταριών προβάλλεται ως η βασική λύση εξισορρόπησης, τα δεδομένα της αγοράς δείχνουν ότι η τεχνολογία αυτή αδυνατεί να λύσει πλήρως το πρόβλημα από μόνη της — δηλαδή ακόμη και οι ίδιες οι μπαταρίες αντιμετωπίζουν πίεση στα δικά τους έσοδα όταν πολλές λειτουργούν ταυτόχρονα.
Ανακριβείς μελέτες βιωσιμότητας Οι μελέτες βιωσιμότητας που βασίζονται σε μέσες τιμές χονδρικής χωρίς να συνυπολογίζουν τις μηδενικές ώρες είναι πλέον ανακριβείς — πολλοί επενδυτές μπορεί να έχουν υποτιμήσει το ρίσκο, βασιζόμενοι σε ιστορικά δεδομένα τιμών που δεν αντικατοπτρίζουν τη νέα πραγματικότητα με τις συχνές μηδενικές/αρνητικές τιμές μεσημέρι.
Αβεβαιότητα στα merchant projects (χωρίς κρατική στήριξη) Η βιωσιμότητα των merchant μονάδων, χωρίς λειτουργική ενίσχυση, παραμένει υπό εξέταση λόγω της αβεβαιότητας στα spreads των τιμών — δηλαδή το κέρδος μιας μπαταρίας εξαρτάται από τη διαφορά (spread) ανάμεσα στη φθηνή ώρα αγοράς και την ακριβή ώρα πώλησης, και αυτό το spread είναι απρόβλεπτο όταν πολλές μπαταρίες μπαίνουν ταυτόχρονα στο σύστημα.
Κενά στο ρυθμιστικό πλαίσιο Πολλές αγορές, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής, δεν έχουν ολοκληρώσει τους μηχανισμούς αποζημίωσης για τις υπηρεσίες ευελιξίας που προσφέρουν οι μπαταρίες στο σύστημα — επιβεβαιώνει ό,τι είδαμε και στο Green Tank: η μη οριστικοποίηση κανόνων συμμετοχής στις αγορές (επόμενης ημέρας, εξισορρόπησης) δημιουργεί επενδυτική αβεβαιότητα.
Η ευρύτερη εικόνα
Παρ’ όλα αυτά τα προβλήματα, υπάρχει και θετική πλευρά: η μείωση του κόστους κατά 80% την τελευταία δεκαετία έχει καταστήσει την αποθήκευση ανταγωνιστική απέναντι στις συμβατικές μεθόδους σταθεροποίησης δικτύου, και η ίδια ανάλυση καταλήγει σε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα: δεν είναι απλή λύση σε τεχνικό πρόβλημα, αλλά θεμελιώδης αναθεώρηση του ενεργειακού γίγνεσθαι — η ικανότητα διαχείρισης του αποθέματος ηλεκτρισμού στον χρόνο θα γίνει το κύριο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Με απλά λόγια: η τεχνολογία δεν είναι το πρόβλημα πλέον (το κόστος έχει πέσει δραστικά) — το πρόβλημα είναι πώς να σχεδιαστεί ένα οικονομικό μοντέλο που να επιτρέπει στις μπαταρίες να κερδίζουν αρκετά ώστε να αποσβένουν το αρχικό κόστος, σε ένα σύστημα όπου όσο περισσότερες μπαταρίες μπαίνουν, τόσο πιο στενά γίνονται τα περιθώρια κέρδους τους (κανιβαλισμός). Αυτό είναι ίσως το πιο δυσεπίλυτο, διαρθρωτικό ζήτημα — δεν λύνεται απλά με χρήμα ή χρόνο, χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό αγοράς.
Η ενέργεια ως δημόσιο αγαθό
Η ενέργεια αν τη δούμε ως δημόσιο αγαθό θα πρέπει να τυγχάνει της αμέριστης συμπαράστασης του ελληνικού δημοσίου μέσω της δημόσιας (;) επιχείρησης ηλεκτρισμού . Αν όλα λειτουργούν με τους ανύπαρκτους κανόνες αγοράς στην Ελλάδα δεν θα μπορούμε να εξασφαλίσουμε την ενέργεια που αποτελεί αγαθό πρώτιστα για την ασφάλεια με την γενική έννοια της χώρας.
Η ΔΕΗ δεν είναι πλέον δημόσια επιχείρηση με την κλασική έννοια
Τα στοιχεία δείχνουν μια σαφή, μακρά πορεία απομάκρυνσης από τον δημόσιο έλεγχο:
- Μέχρι το 2018, το σύνολο των ποσοστών του Ελληνικού Δημοσίου στη ΔΕΗ παρέμενε στο 51,123% — δηλαδή το κράτος είχε την πλειοψηφία.
- Μετά την ΑΜΚ του 2021, το συνολικό ποσοστό συμμετοχής του Δημοσίου μειώθηκε από 51,12% σε 34,12%, με νέο μεγαλομέτοχο-εταίρο το πολυεθνικό fund CVC, που απέκτησε 25,5% της αύξησης.
- Μετά την πιο πρόσφατη ΑΜΚ του 2026 (4 δισ. ευρώ), η συνολική συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου διαμορφώθηκε σε 33,4%.
- Σήμερα μεγάλο μερίδιο κατέχει επίσης η Silchester International Investors με 10,02%, ένα διεθνές επενδυτικό fund.
Δηλαδή η ΔΕΗ είναι σήμερα μια εισηγμένη ανώνυμη εταιρεία με το κράτος ως μειοψηφικό μέτοχο (περίπου ένα τρίτο), με κύριο στόχο τη μεγιστοποίηση κέρδους για όλους τους μετόχους της — ελληνικό δημόσιο, ξένα funds (CVC, Silchester), και ιδιώτες επενδυτές. Δεν λειτουργεί πλέον με τη λογική “δημόσιας υπηρεσίας” αλλά με τη λογική χρηματιστηριακής εταιρείας που υπόκειται σε προσδοκίες αποδόσεων. Μάλιστα μέχρι το 2030 η ΔΕΗ αναμένει ότι το 45% της εγκατεστημένης ισχύος της θα βρίσκεται εκτός Ελλάδας — δηλαδή επεκτείνεται διεθνώς ως κερδοσκοπικός όμιλος, όχι ως εθνικός πάροχος.
Αυτό ενισχύει ακριβώς το σημείο που θέτουμε : αν η ενέργεια αντιμετωπιζόταν καθαρά ως δημόσιο αγαθό/ζήτημα εθνικής ασφάλειας, η λογική θα ήταν να διατηρηθεί ισχυρός κρατικός έλεγχος (ή τουλάχιστον αποφασιστική πλειοψηφία) ώστε οι επενδυτικές αποφάσεις (πόσο σε αποθήκευση, πόσο σε αέριο) να καθορίζονται από εθνικό σχεδιασμό και όχι από προσδοκίες απόδοσης μετόχων. Αντ’ αυτού, η πορεία ιδιωτικοποίησης σημαίνει ότι η μεγαλύτερη εταιρεία ηλεκτρισμού της χώρας απαντά πρωτίστως σε επενδυτές (CVC, Silchester, διεθνή funds) που έχουν συμφέρον στην απόδοση μετοχής, όχι αναγκαστικά στη φθηνότερη ή πιο ασφαλή ενέργεια για τον Έλληνα καταναλωτή.
Πρόκειται για μια κλασική σύγκρουση στη θεωρία δημόσιας πολιτικής: η ενέργεια έχει χαρακτηριστικά δημόσιου αγαθού (ασφάλεια εφοδιασμού, εθνική άμυνα, κοινωνική συνοχή) αλλά παράγεται μέσα από αγορά με ιδιωτικά κίνητρα κέρδους. Όταν το κράτος μειώνει τη συμμετοχή του στον βασικό πάροχο κάτω από το όριο ελέγχου, χάνει σημαντικό μοχλό άμεσης παρέμβασης — του απομένουν μόνο έμμεσα εργαλεία: ρυθμιστικό πλαίσιο (ΡΑΑΕΥ), φορολογία, ΕΣΕΚ, επιδοτήσεις. Αν αυτά τα έμμεσα εργαλεία αποδεικνύονται ανεπαρκή ή καθυστερημένα (όπως με τις μπαταρίες αποθήκευσης ΑΠΕ), τότε πράγματι δεν υπάρχει κανείς με άμεση εξουσία και συμφέρον ταυτισμένο αποκλειστικά με το εθνικό όφελος, ώστε να διασφαλίσει την ενεργειακή ασφάλεια χωρίς να περνά πρώτα από το φίλτρο της οικονομικής βιωσιμότητας για ιδιωτικά κεφάλαια.
Είναι, με άλλα λόγια, ένα έγκυρο ερώτημα: αν η αγορά αφεθεί να καθορίσει πότε “αξίζει” να επενδυθεί σε αποθήκευση (όπως ακριβώς συνέβη με την απόφαση Σκυλακάκη “θα δούμε αν ανταποκριθεί η αγορά”), και η αγορά αποτύχει να ανταποκριθεί έγκαιρα, ποιος φέρει το κόστος; Η απάντηση, όπως είδαμε, είναι ο καταναλωτής μέσω ακριβών βραδινών τιμολογίων — ενώ ταυτόχρονα ένας ιδιωτικοποιημένος πάροχος μπορεί να συνεχίζει να αποδίδει κέρδη στους μετόχους του.
[1] BESS σημαίνει Battery Energy Storage System (Σύστημα Αποθήκευσης Ενέργειας με Μπαταρίες).
Είναι μεγάλες εγκαταστάσεις μπαταριών (συνήθως λιθίου, παρόμοιες τεχνολογικά με αυτές των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα) που συνδέονται απευθείας στο ηλεκτρικό δίκτυο. Λειτουργούν σαν μια τεράστια “πρίζα-αποθήκη”: φορτίζονται όταν υπάρχει περίσσεια ή φθηνή ενέργεια, και αποφορτίζονται (δίνουν ρεύμα πίσω στο δίκτυο) όταν υπάρχει ζήτηση ή ακριβή ενέργεια.
Πώς λειτουργεί στην πράξη
- Μεσημέρι: Τα φωτοβολταϊκά παράγουν περίσσεια ενέργεια, η τιμή πέφτει στο μηδέν → το BESS φορτίζεται με αυτή τη φθηνή/δωρεάν ενέργεια.
- Βράδυ: Ο ήλιος δύει, η ζήτηση ανεβαίνει, το σύστημα στρέφεται σε ακριβό φυσικό αέριο → το BESS αποφορτίζεται, δίνοντας πίσω την αποθηκευμένη ηλιακή ενέργεια αντί να χρειαστεί τόσο πολύ αέριο.
Αυτό είναι ακριβώς ο μηχανισμός που λείπει στην Ελλάδα — γι’ αυτό όλοι οι διαγωνισμοί, οι στόχοι ΕΣΕΚ και οι αναλύσεις του Green Tank αναφέρονται σε “μπαταρίες” ή “standalone μπαταρίες”, που είναι ακριβώς τα BESS.
Τύποι BESS που συναντήσαμε στη συζήτηση
- Standalone (αυτόνομες) μπαταρίες: ανεξάρτητη εγκατάσταση, χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένο πάρκο ΑΠΕ — αυτές αφορούσαν οι τρεις διαγωνισμοί της ΡΑΑΕΥ.
- Co-located / υβριδικές μπαταρίες: ενσωματωμένες σε υφιστάμενο φωτοβολταϊκό ή αιολικό πάρκο, ώστε να αποθηκεύουν απευθείας την παραγωγή του.
Διάρκεια: μετριέται σε ώρες (π.χ. “2ωρης” ή “4ωρης διάρκειας”) — δηλαδή πόσες ώρες μπορεί να αποδώσει συνεχόμενα τη μέγιστη ισχύ της πριν αδειάσει.
Η μονάδα μέτρησης MW δείχνει την ισχύ (πόσο ρεύμα μπορεί να δώσει/πάρει τη στιγμή), ενώ τα MWh δείχνουν τη χωρητικότητα (πόση συνολική ενέργεια μπορεί να αποθηκεύσει) — γι’ αυτό υπάρχουν και οι δύο αριθμοί μαζί σε αναφορές έργων.
[2] ΕΣΕΚ σημαίνει Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα.
Είναι το επίσημο σχέδιο, ο μακροπρόθεσμος “οδικός χάρτη” της Ελλάδας για την ενέργεια και το κλίμα, που καταρτίζει το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ). Καθορίζει συγκεκριμένους αριθμητικούς στόχους για το πώς θα μοιάζει το ενεργειακό μείγμα της χώρας σε ένα μελλοντικό ορόσημο (συνήθως το 2030, με προβολή και έως το 2050).
Περιλαμβάνει στόχους όπως:
- Πόσα GW θα έχει η χώρα σε φωτοβολταϊκά, αιολικά, μπαταρίες, αντλησιοταμίευση
- Πόσο θα μειωθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου
- Τι ποσοστό της ηλεκτροπαραγωγής θα καλύπτεται από ΑΠΕ
- Πόση ισχύς θα διατηρηθεί σε μονάδες φυσικού αερίου
- Πόσα χρήματα χρειάζονται για επενδύσεις σε δίκτυα, κτίρια, μεταφορές
Όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ είναι υποχρεωμένα να καταθέτουν τέτοιο σχέδιο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κλιματικών στόχων (Green Deal, στόχοι 2030/2050). Η Ελλάδα κατέθεσε το πρώτο της ΕΣΕΚ το 2019, και από τότε το αναθεωρεί περιοδικά — με αρκετά σημαντικές αλλαγές στόχων ανά υπουργό/περίοδο (2023 με Σκρέκα, 2023-2024 με Σκυλακάκη).
Το ΕΣΕΚ είναι ακριβώς το έγγραφο μέσα στο οποίο “κρύβονται” οι αριθμοί που δείχνουν τους στόχους — π.χ. ο στόχος για 3,1 GW μπαταρίες αντί 5,6 GW, ή τα 7,885 GW μονάδων αερίου που το Green Tank θεωρεί υπερβολικά. Δεν είναι απλά μια πρόβλεψη — λειτουργεί σαν επίσημη κατευθυντήρια γραμμή που στη συνέχεια καθορίζει τι διαγωνισμούς θα κάνει η ΡΑΑΕΥ, τι επενδύσεις θα στηριχθούν, και πόσο αέριο “δικαιολογείται” να παραμείνει στο σύστημα. Γι’ αυτό η κριτική του Green Tank — ότι ο στόχος αερίου στο ΕΣΕΚ δεν έχει αναπροσαρμοστεί προς τα κάτω — είναι ουσιαστικά μια κριτική στο επίσημο σχέδιο της χώρας, όχι σε κάποια άτυπη πρακτική.