Η ανισότητα πλούτου έχει φτάσει σε επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα. Το πλουσιότερο 1% παγκοσμίως κατέχει περίπου το 43% του συνολικού πλούτου. Στις ΗΠΑ, το 1% κατέχει περισσότερο πλούτο από το κατώτερο 90% μαζί.
Δεν υπάρχει εμπειρική απόδειξη ότι η χαμηλή φορολόγηση των υψηλότερων κλιμακίων πλούτου παράγει αναγκαστικά υψηλή ανάπτυξη. Στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία 1950–1960, ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής ήταν 91% — και η οικονομία γνώρισε τους ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης στην ιστορία της. Στη Σουηδία, Νορβηγία, Δανία, ο συνδυασμός υψηλής φορολόγησης πλούτου και εισοδήματος συνδυάζονταν με υψηλά επίπεδα ευτυχίας, κοινωνικής κινητικότητας και ανταγωνιστικότητας.
Σημαντικό μέρος του πλούτου των υπερ-πλούσιων δεν κυκλοφορεί στο εισοδηματικό κύκλωμα της οικονομίας — είναι «κλειδωμένο» στη νομισματική σφαίρα που έχει αυτονομηθεί από την πραγματική οικονομία παράγοντας κέρδη χρησιμοποιώντας το χρήμα ως αγαθό. Η φορολόγηση και η επανακυκλοφορία του μέσω των επενδύσεων θα μπορούσε να έχει πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στην πραγματική οικονομία.
Η υπερ-συγκέντρωση πλούτου δεν είναι μόνο οικονομικό πρόβλημα — είναι κατά βάση πολιτικό. Στην «Πολιτεία», ο Πλάτωνας περιγράφει πώς η υπερβολική συσσώρευση πλούτου διαβρώνει την ψυχή των πολιτών και το πολίτευμα. Υπό αυτή την κατάσταση καμία πόλη δεν μπορεί να είναι ενιαία, αλλά αναγκαστικά μετατρέπεται σε «δύο πόλεις» — μία των πλουσίων και μία των φτωχών, που ζουν σε μόνιμη κατάσταση εσωτερικής σύγκρουσης και ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα την τελική της διάλυση.
Είναι απαραίτητο να γίνεται διάκριση μεταξύ φορολόγησης εισοδήματος και πλούτου προκειμένου να αποφευχθεί μια συνηθισμένη σύγχυση. Ο φόρος εισοδήματος στα υψηλά εισοδήματα είναι σχετικά εύκολα εφαρμόσιμος. Το πρόβλημα είναι ο ακριβής υπολογισμός του ύψους του εισοδήματος και η αποφυγή της απόκρυψης του μέσω της φοροδιαφυγής και των διάφορων μορφών φοροαπαλλαγής . Ο φόρος πλούτου (επί του αποθέματος περιουσίας), κατ’ αρχάς με το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο είναι πιο δύσκολος τεχνικά.
Συνεπώς απαιτείται πολιτική βούληση για αλλαγή θεσμικού πλαισίου άσκησης της οικονομικής πολιτικής. Διαφορετικά είναι ορατός ο κίνδυνος αποτυχίας όπως στην Γαλλία όπου δοκιμάστηκε ο φόρος πλούτου και καταργήθηκε το 2017. Επομένως χρειάζεται μακροπρόθεσμη προσέγγιση.
Η πιο ρεαλιστική βραχυπρόθεσμη πολιτική είναι να κλείσουν ,κατ’ αρχάς, τα κενά που επιτρέπουν στους υπερ-πλούσιους να πληρώνουν ουσιαστικά μηδενικό φόρο: φορολόγηση κεφαλαιακών κερδών ως κανονικό εισόδημα – στην χώρα μας ένας εργαζόμενος με μισθό 50.000 ευρώ πληρώνει φόρο εισοδήματος 44% στο τμήμα άνω των 40.000 . Ένας πολίτης που έχει 2 εκατ. ευρώ σε μετοχές και λαμβάνει 50.000 ευρώ μερίσματα πληρώνει μόλις 5% — δηλαδή 2.500 ευρώ αντί 15.000 που θα πλήρωνε ο μισθωτός για το ίδιο ποσό— φορολόγηση μη πραγματοποιθέντων κερδών σε πολύ υψηλά επίπεδα πλούτου (δες πρόταση Μπάϊντεν), κατάργηση βάση κλιμάκωσης, εφαρμογή ελάχιστου παγκόσμιου φορολογικού συντελεστή…
Καταλήγοντας : δεν είναι ούτε απλό σύνθημα ούτε εύκολη πολιτική. Είναι ρεαλιστική πολιτική υπό όρους — και οι όροι είναι πολιτική βούληση των κυρίαρχων κρατών, διεθνής συντονισμός και τεχνική σχεδίαση που κλείνει τα παράθυρα φοροδιαφυγής. Χωρίς αυτά τα τρία, παραμένει σύνθημα.