Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ο Τραµπ υποσχέθηκε να φέρει τις επιχειρήσεις πίσω στις Ηνωµένες Πολιτείες, να περιορίσει τον πληθωρισµό και να ενισχύσει την ανάπτυξη της οικονοµίας. Ωστόσο τα στοιχεία του Αυγούστου αποκάλυψαν ότι η ανάπτυξη παραπαίει, µε τους τοµείς που έχουν πληγεί περισσότερο να είναι αυτοί στους οποίους απασχολούνται κυρίως οι χειρώνακτες εργαζόµενοι (τα λεγόµενα «µπλε κολάρα»), οι οποίοι αποτελούν και τη βάση των ψηφοφόρων του Τραµπ. Η αβεβαιότητα γύρω από τους δασµούς, που εισήγαγε ο ίδιος ο Τραµπ, έχει µειώσει αισθητά τις προσλήψεις. Η δηµιουργία νέων θέσεων εργασίας τον Αύγουστο 2025 έπεσε στις 22.000 έναντι πρόβλεψης για 75.000 και 77.000 τον Ιούλιο 2025.
Οι κλάδοι που υποφέρουν είναι η µεταποίηση, οι κατασκευές, η ενέργεια και η εξόρυξη, όπου έχουν χαθεί συνολικά 25.000 θέσεις εργασίας. Το χονδρικό εµπόριο έχει επίσης πληγεί σοβαρά, µε απώλεια 12.000 θέσεων εργασίας. Επιπλέον, η απαγόρευση και τα σκληρά µέτρα ενάντια στη µετανάστευση δεν έχουν βοηθήσει στην πρόσληψη νέων Αµερικανών εργαζοµένων.
Είναι γνωστό ότι ο Τραµπ επιδιώκει µε κάθε τρόπο (κυριολεκτικά µε κάθε τρόπο…) να ελέγξει τις αποφάσεις της Fed, ώστε στη συνέχεια η τράπεζα να προχωρήσει σε δραστική µείωση των επιτοκίων. Αλλά, ακόµη κι αν καταφέρει να ελέγξει τη Fed, το πραγµατικό ερώτηµα είναι αν ο Τραµπ θα ωφεληθεί από µια επιθετική µείωση των επιτοκίων. Ας το δούµε λίγο πιο συγκεκριµένα.
Ο πρόεδρος ζητά να µειωθεί το κόστος του χρέους και της χρηµατοδότησης των ΗΠΑ, να βοηθηθεί η οικονοµία και να ενισχυθούν οι χρηµατιστηριακές αγορές, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ένα µεγάλο µέρος των αποταµιεύσεων των Αµερικανών συνδέεται µε την απόδοση της χρηµατιστηριακής αγοράς. Οι σύµβουλοί του, σχεδόν όλοι προερχόµενοι από τον χρηµατιστηριακό τοµέα, εκτιµούν ότι µια µείωση των επιτοκίων στο 3% µπορεί να «σπρώξει» τον S&P 500 σε νέα υψηλά έως και 6.600 µονάδες µέχρι το τέλος του έτους, µετά την κορύφωσή του στις 6.500 τον Αύγουστο.
Το ζήτηµα όµως είναι ότι, αν η Fed υιοθετούσε µια πιο επεκτατική νοµισµατική πολιτική απ’ ό,τι είναι απαραίτητο, θα κινδύνευε να υποδαυλίσει µια νέα φούσκα, όπως έχει συµβεί στο παρελθόν. Σύµφωνα µε αρκετούς αναλυτές, τα επιτόκια δεν είναι υψηλά. Το επιτόκιο της Fed δεν είναι περιοριστικό, δεδοµένου ότι οι πιο ασταθείς εταιρείες (αυτές που ορίζονται ως junk) µπορούν να λάβουν δάνεια µε επιτόκια ελαφρώς υψηλότερα από αυτά των σταθερών εταιρειών ή ακόµη και της κυβέρνησης. Το ασφάλιστρο που πληρώνουν σε σύγκριση µε τα οµόλογα του δηµοσίου είναι το χαµηλότερο τα τελευταία 50 χρόνια.
Επίσης, υπάρχει η «υπερφόρτωση» της τεχνητής νοηµοσύνης. Ο κίνδυνος είναι ότι η µείωση των επιτοκίων τώρα, µε την τρέλα της τεχνητής νοηµοσύνης να τροφοδοτεί τις αµερικανικές αγορές που ήδη βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά, θα µπορούσε να τις ωθήσει σε ακόµη υψηλότερα επίπεδα, όπως προβλέπουν και οι επενδυτικές τράπεζες. Οµως η χρηµατιστηριακή αξία των γιγάντων της τεχνητής νοηµοσύνης είναι πλέον υψηλότατου επιπέδου. Για να µείνουµε µόνο στους επτά µεγαλύτερους, στην Tesla, την πιο υπερτιµηµένη, η αξία της µετοχής διαπραγµατεύεται περίπου 180 φορές τα αναµενόµενα κέρδη, στη Nvidia σχεδόν 50 φορές, στη Microsoft 36 φορές, ενώ οι Amazon, Alphabet και Meta κυµαίνονται ανάµεσα σε 20 και 30 φορές. Η Apple διαπραγµατεύεται σχεδόν 17 φορές. Και εκτός από την Alphabet και τη Meta, όλες οι άλλες έχουν πολύ υψηλούς πολλαπλασιαστές σε σύγκριση µε τις πραγµατικές προσδοκίες µεγέθυνσης, οι περισσότερες συνδέονται µε την τεχνητή νοηµοσύνη.
Με επενδύσεις στην τεχνολογία ίσες µε σχεδόν 6% του ΑΕΠ, πρακτικά στο ίδιο επίπεδο µε την κορύφωση του 2000 (κρίση των εταιρειών e-com).
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΚΥΡΙΑΚΗ 21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2025