Η συζήτηση για τα «κοστολογημένα προγράμματα» αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατίας. Πίσω από το αίτημα της δημοσιονομικής υπευθυνότητας υπάρχει ο κίνδυνος η πολιτική να περιοριστεί σε μια λογιστική άσκηση.
Η κυβέρνηση κατηγορεί την αντιπολίτευση για ανεξέλεγκτες υποσχέσεις, χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση. Η κοστολόγηση εμφανίζεται ως εγγύηση αξιοπιστίας, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό όπλο. Ιδίως όταν τα κόμματα της αντιπολίτευσης αποδέχονται χωρίς αμφισβήτηση τη μεθοδολογία και την υποτιθέμενη ουδετερότητά της.
Η δημοσιονομική πολιτική, όμως, δεν είναι στατική. Μια αύξηση συντάξεων αυξάνει τη δαπάνη, αλλά ενδέχεται να ενισχύσει την κατανάλωση και τα έσοδα από τον ΦΠΑ. Μια φορολογική αλλαγή επηρεάζει εργασία, επενδύσεις και φοροδιαφυγή. Συνεπώς, η απλή καταγραφή του κόστους δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: τι θα προκαλέσει το μέτρο στην οικονομία και πώς θα χρηματοδοτηθεί;
Ο τετραετής ορίζοντας του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου μπορεί να επαρκεί για ένα έκτακτο επίδομα, όχι όμως για μόνιμες δεσμεύσεις, όπως μια 13η σύνταξη ή ένα νέο ασφαλιστικό δικαίωμα. Εκεί απαιτείται μακροχρόνια αναλογιστική και διαγενεακή ανάλυση.
Το παράδοξο είναι σαφές: όσο μονιμότερο και σημαντικότερο είναι ένα μέτρο, τόσο λιγότερο επαρκής γίνεται η τετραετής κοστολόγησή του. Χωρίς διαφορετική οικονομική θεωρία, δεν υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές, αλλά μόνο παραλλαγές του ίδιου τεχνοκρατικού πλαισίου.