Καλησπέρα σας,
Ονομάζομαι Άντα Μελά, είμαι 42 ετών, γεννημένη το 1984 άρα ένα γνήσιο παιδί της γενιάς των Μillenials. Είμαι αρχιτέκτονας μηχανικός και ασκώ ελεύθερο επάγγελμα εδώ και 20 περίπου χρόνια. Είμαι παντρεμένη και μητέρα 2 παιδιών που τελειώνουν την Πέμπτη δημoτικού.
Όταν μου ζητήθηκε να μιλήσω στην όμορφη και αξιοσέβαστη παρέα σας, πρώτα απ’όλα άρχισα να σκέφτομαι τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη γενιά μου και τι είναι αυτό που την κάνει να διαφέρει από τις άλλες γενιές. Ως συνώνυμο της γενιάς μου θα επέλεγα τον όρο burnout. Burnout, γιατί νιώθουμε συνεχώς ένα αόριστο αίσθημα κούρασης, το οποίο συνοδεύεται από αδράνεια για οποιαδήποτε ενέργεια έξω από την καθημερινή ρουτίνα μας και πολύ συχνά έλλειψη καλής διάθεσης. Και εξηγούμαι.
Η κούραση αυτή δεν είναι σωματική, σαν αυτήν που ίσως ένιωθαν οι προηγούμενες γενιές, οι γενιές που βίωσαν κακουχίες. Η κούραση αυτή ξεκινά από τις απαιτήσεις της σύχρονης κοινωνίας να παρουσιάζουμε συνεχώς θετικό έργο, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν αμοίβεται επαρκώς.
Η καθημερινή επανάληψη αυτής της προσπάθειας δημιουργεί μια ψυχική κόπωση που σταδιακά προκαλεί την αδράνειά μας στους υπόλοιπους τομείς της ζωής. Το κοινωνικό περιβάλλον και το πολιτικό σύστημα δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες μας. Την ίδια ώρα η αναγκαστική αυτή υπερπροσπάθεια για να τα βγάλουμε πέρα μας εξαντλεί τόσο ώστε να μην έχουμε δυνάμεις και όρεξη ούτε για κοινωνικούς αγώνες, ούτε καν για να απολαύσουμε τη ζωή. Το χειρότερο είναι ότι επειδή είμαστε ταυτόχρονα και μια μορφωμένη γενιά, πολύ περισσότερο από τις προηγούμενες, τα συνειδητοποιούμε όλα αυτά και εξοργιζόμαστε μα και απελπιζόμαστε ακόμα περισσότερο. Γιατί καταλαβαίνουμε πως όσα πτυχία ή όσο κόπο κι αν βάλουμε, ποτέ δεν θα φτάσουμε σε ένα ασφαλές και άνετο επίπεδο ζωής που να μας δημιουργεί το αίσθημα ελευθερίας να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας.
Είμαστε η γενιά που έκανε ένα άλμα: που κλήθηκε να αναγνωρίσει και να μεταβιβάσει στις επόμενες γενιές όρους (όπως η διαφορετικότητα, η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, η τεχνητή νοημοσύνη) και στάσεις ζωής (π.χ. η συμπεριληπτικότητα, ενσυναίσθηση, συναίνεση) που δεν είχε ποτέ διδαχθεί. Και που βάζει πλάτη ώστε παλιές, λανθασμένες αντιλήψεις για τον κόσμο, να πάψουν να κληροδοτούνται. Δεν τα καταφέρνουμε πάντα – η πατριαρχεία ακόμα καλά κρατεί – αλλά προσπαθούμε πολύ.
Τι μας καταβάλλει τόσο;
Ξεκινώ από την Οικονομία, γιατί φαίνεται πως είναι αυτή που επηρεάζει τη ζωή μας σήμερα περισσότερο από κάθε τι άλλο: οι προηγούμενες γενιές δούλεψαν και, κατά μεγάλο ποσοστό, έφτιαξαν περιουσία, μικρή ή μεγάλη. Οι πιο προηγούμενες δεν είχαν να δώσουν και πολλά, μιας και βγήκαν από πολέμους, αλλά ενθάρρυναν τουλάχιστον τη μόρφωση των παιδιών τους. Η δική μας γενιά έχει την τύχη να παραλάβει από τους γονείς κάποια περιουσία, έστω κι αργά, όταν αυτοί φεύγουν από τη ζωή, αλλά είναι μάλλον αδύνατον να δημιουργήσει νέα. Ζούμε, λοιπόν, σε μια περίεργη μετάβαση. Θέλουμε κι εμείς να δημιουργήσουμε και να αφήσουμε για τα παιδιά μας, αλλά οι περισσότεροι δεν μπορούμε. Με τα βίας αποταμιεύουμε κάποια χρήματα ή καταφέρνουμε να κάνουμε κάποια επένδυση – αμφιβάλλω αν η επόμενη γενιά θα μπορεί.
Θέλουμε να προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση στα παιδιά μας, αλλά σε ποιο ακριβώς δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα; Στρεφόμαστε, λοιπόν, στην ιδιωτική – τα έξοδα διογκώνονται. Την ίδια ώρα η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία και η ανάπτυξη της τεχνολογίας, μας δημιουργούν διαρκώς νέες ανάγκες που – επίπλαστες ή μη – αναγκαζόμαστε να τις δεχτούμε: κινητά, αυτοκίνητα, υπολογιστές που πολύ γρήγορα χαλάνε και χρειάζεσαι καινούργια. Το δε κόστος ζωής συνεχώς αυξάνεται, όμως τα εισοδήματά μας μένουν λίγο-πολύ ίδια. Η μέση οικογένεια με μικρά παιδιά – άτομα της γενιάς μου, δηλαδή – αυτή τη στιγμή ασφυκτιά οικονομικά.
Στο μεγάλο αυτό άλμα, που ανέφερα παραπάνω, όσοι από εμάς επέλεξαν να αποκτήσουν παιδιά, ανέλαβαν να βάλουν την αφοσίωση, τον κόπο και την ενέργεια για να τα μεγαλώσουν διαφορετικά. Να τα προσεγγίσουν με μεγαλύτερη ενσυναίσθηση, να έρθουν πιο κοντά τους από όσο ποτέ πλησίασε κάποια προηγούμενη γενιά την επόμενη. Μάθαμε στα παιδιά μας ότι όλοι είμαστε ίσοι, δώσαμε έμφαση στη σεξουαλική αγωγή τους (τουλάχιστον οι πιο προοδευτικοί από εμάς), τα πείσαμε ότι μπορούν να μας μιλούν ανοιχτά για τα πάντα – πράγματα που εμείς δεν είχαμε μάθει από τους γονείς μας. Τους δώσαμε βήμα, ελευθερία επιλογών, γίναμε πιο ελαστικοί στους περιορισμούς – τα κάναμε όλα πιο σωστά; Μπορεί και όχι. Ίσως σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, να γίναμε και υπερβολικά ελαστικοί.
Μας έλεγε πρόσφατα μια παλιά μου καθηγήτρια, ότι οι καθηγητές στον διάδρομο του σχολείου περπατούν με τα χέρια μαζεμένα και το βλέμμα στο πάτωμα, μην τυχόν και παρεξηγθούν από κάποιον μαθητή ή μαθήτρια, ο οποίος θα σπεύσει να τους κάνει καταγγελία στη διεύθυνση. Στα δικά μας μαθητικά χρόνια, ακόμα και το χαστούκι ήταν αποδεκτό.
Ίσως, λοιπόν, πολλοί από εμάς και να το παρακάναμε με τις ελευθερίες των παιδιών. Πάντως σίγουρα προσπαθούμε. Ασχολούμαστε πολύ.
Οι Millennials είμαστε η πρώτη γενιά που κατέκτησε σπουδαία νέα εργαλεία: Ασχοληθήκαμε και ασχολούμαστε με την τεχνολογία, νιώθοντας μια κάποια σοφία που γνωρίζουμε και τον αναλογικό και τον ψηφιακό τρόπο ζωής εξίσου καλά, παρόλο που η μετάβαση αυτή έγινε για εμάς κάπως ακαριαία. Τη μια χρονιά μιλάγαμε στο σταθερό τηλέφωνο και την επόμενη μιλάγαμε στο κινητό. Στο Γυμνάσιο αγοράζαμε τηλεκάρτες και στο Λύκειο βάζαμε μονάδες στο καρτοκινητό, ενώ λίγο αργότερα μιλούσαμε μέσω ίντερνετ δωρεάν στο viber κτλ. Γέλαγα, που ο πατέρας μου με παρατηρούσε καθώς έγραφα τα λόγια αυτά που σας λέω σήμερα στο σημειωματάριο του κινητού μου τηλεφώνου.
Όσο για την επαγγελματική μας ζωή, στον εργασιακό χώρο, υπήρξαμε οι νέοι που μας έμαθαν να σεβόμαστε τους προϊσταμένους μας – συχνά όχι επειδή το άξιζαν, αλλά επειδή έτσι έπρεπε. Πολλές φορές τους υπηρετήσαμε, χωρίς κανένα όφελος, κατά κανόνα μείναμε ένα βήμα πίσω στα εύσημα – ειδικά οι γυναίκες, και έτσι σταδιακά αρχίσαμε να διδάσκουμε στα παιδιά μας να διεκδικούν πιο έντονα τα εργασιακά δικαιώματά τους και να μην χαρίζονται σε κανέναν.
Μου έλεγε μια φίλη, μαμά που δουλεύει σε τράπεζα, ότι ζήτησε μια μέρα ο προϊστάμενος της από μια νέα υπάλληλο να πάει να βγάλει κάποιες φωτοτυπίες, δουλειά που δεν ήταν στις αρμοδιότητες της και εκείνη αρνήθηκε. Η 42 ετών φίλη μου που εκείνη την ώρα ήταν παρούσα εξεπλάγειν και σκέφτηκε οτι η ίδια έχει πάει αμέτρητες φορές σε θελήματα προϊσταμένων της που δεν άνηκαν ούτε στις δικιές της αρμοδιότητες. Γιατί απλά, ντρεπόταν να πει όχι. Γιατί έτσι μάθαμε ότι θα πάμε μπροστά. Γιατί έτσι πιστεύαμε ότι δεν θα χάσουμε τη θέση μας και τον μισθό μας.
Δυστυχώς η πολιτική απασχολεί όλο και λιγότερους ανθρώπους της γενιάς μου. Και δε μιλάω για συμμετοχή σε κόμματα, ποια κόμματα άλλωστε (;), μιλάω για την ενημέρωση και την αντίδραση. Δεν είναι ένα πρόβλημα που μοιάζει να έχει κάποια λύση. Είναι ένα τραγικό φαινόμενο. Στους γρήγορους ρυθμούς που αναγκαζόμαστε να ζούμε είναι πολυτέλεια να φιλοσοφείς τη ζωή, να συζητάς για όσα γίνονται γύρω μας, πόσο μάλλον να γίνεσαι μέρος τους. Τρέχουμε από το πρωί έως το βράδυ. Και έτσι μαθαίνουν να κάνουν και τα παιδιά μας. Να τρέχουν, να κάνουν περισσότερα μαθήματα, δραστηριότητες, φροντιστήρια. Είναι το θετικό έργο που ανέφερα και στην αρχή. Αυτό που καλούμαστε να παράγουμε. Έτσι δεν μένει χρόνος για απόλαυση και φιλοσοφία, ούτε καν για ενημέρωση. Κι αν μερικοί από εμάς διαβάζουμε τα νέα στο κινητό μας, ενώ είμαστε κολλημένοι στην κίνηση, είναι γιατί για τη γενιά μας ήταν δεδομένο ότι θα έμπαινε καθημερινά μια εφημερίδα στο σπίτι.
Όλα αυτά, όμως, δεν σημαίνουν ότι δεν βάζουμε πλάτη για να πάει μπροστά η νέα γενιά, με νεες ιδέες, και δεν πολεμάμε να αφήσουμε πίσω λανθασμένες προσεγγίσεις που έχουμε κάνει βίωμά μας.
Έτσι, τα διαζύγια για τη γενιά μας δεν είναι πια ταμπού, η συζήτηση για τον θάνατο δεν είναι ταμπού, η αποκάλυψη μιας ασθένειας δεν είναι ταμπού. Όπως ταμπού δεν είναι το αν ακούς λαϊκή μουσική, τραπ, ραπ, ξένη, ποπ ή παραδοσιακή. Αν είσαι αλλόθρησκος ή άθεος. Ταμπού δεν είναι πια οι άντρες που μαγειρεύουν και σφουγγαρίζουν. Οι γυναίκες πιλότοι δεν αποτελούν πια εξαιρέσεις. Οι μπαμπάδες δεν βοηθάνε πια τις μαμάδες στο σπίτι ή με τα παιδιά, παρά συμμετέχουν ισότιμα στις κοινές υποχρεώσεις της οικογένειας (οι περισσότεροι τουλάχιστον).
Για να είμαι δίκαιη, οι άντρες «μπαλατζάρουν» ακόμα ανάμεσα στο πρότυπο που τους παραδόθηκε από τους δικούς τους πατεράδες – που κύριος σκοπός τους ήταν να φέρουν λεφτά στο σπίτι – και στον ρόλο που καλούνται σήμερα να εκπληρώσουν. Ένας μπαμπάς σήμερα καλείται να καλύψει τον ρόλο του «κουβαλητή», με το αγχος να μην λέιψει πολλές ώρες από το σπίτι για να μην στερήσει στα παιδια του ούτε μια οικινομική άνεση, αλλά ούτε και τον πατέρα τους, όπως τον στερήθηκε αυτός ως παιδί. Άρα και εδώ έχουμε αλλή μια μορφή υπερπροσπάθειας.
Όσο για εμάς – τα κορίτσια – κι εμείς διχαστήκαμε: Μάθαμε, για παράδειγμα, να μη φοράμε «προκλητικά» ρούχα γιατι «μετά δε θα φταίει ο βιαστής». Όμως από τη θέση της μάνας υποστηρίζουμε την ελευθερία στην έκφραση και το ντύσιμο που θα επιλέξει η κόρη μας, γιατί η αλήθεια είναι ότι πάντα έφταιγε και πάντα θα φταίει ο βιαστής.
Πολεμάμε ακόμα ως γυναίκες τις διακρίσεις. Αλλά πού θα πάει, θα τις εξαλείψουμε. Διαπιστώνω, πάντως, ότι ως φύλο την πατήσαμε: Μετά τους φεμινιστικούς αγώνες της προηγούμενης και παραπροηγούμενης γενιάς και τα άλματα που έχουν κάνει οι γυναίκες για τα δικαιώματά τους, μπερδευτήκαμε κάπου. Τα πήραμε όλα πάνω μας. Δουλειές, οικογένεια, σπίτι, παιδιά. Μεγαλώσαμε με το πρώτυπο της Barbie που μπορούσε να κάνει τα πάντα. Barbie μαμα, Barbie πιλότος, Barbie δασκάλα, Barbie αστροναύτης και πάντα στην τρίχα. Βαμμένες, φτιαγμένες, περιποιημένες, γιατί μια Barbie όλα τα μπορεί.
Να αγγίξω και ένα ακόμα θέμα ταμπού; Ανθρώπινες σχέσεις. Ουπς, εδώ ίσως μας βάζουν κάτω οι παλιότεροι. Αν και μεγαλώσαμε με φλερτ και κάποιον ρομαντισμό, με μουσικές μπαλάντες, αφιερώσεις, ρομαντικές προτάσεις γάμου…ίσως οι παλιότεροι να τα πήγαν καλύτερα. Και ίσως τα παιδιά μας, να το ισοπεδώσουν. Εφαρμογές για dating, ραντεβού για σεξ μόνο, φίλτρα και σχέσεις εφήμερες και επιφανειακές (situationships). Μπλοκαρισμένο συναίσθημα, κουρασμένοι άνθρωποι με χαμηλή λίμπιντο, αποθημένα από τη ζωή που ήθελαν να κάνουν, αλλά επέλεξαν τελικά να κάνουν αυτό που τους έμαθαν ότι είναι σωστό. Δυσκολία στον τρόπο προσέγγισης άλλων ανθρώπων, αδράνεια, απάθεια και κλείσιμο στο καβούκι μας. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς καταφέραμε να κάνουμε και παιδιά…
Δεν είναι τυχαίο που οι ψυχολόγοι σήμερα κάνουν χρυσές δουλειές. Η στροφή στον εαυτό μας, για αυτοβελτίωση και εσωτερική αναζήτηση, ίσως δείχνει ότι κάπου στον δρόμο χαθήκαμε. Χάσαμε το ποιοι είμαστε. Αλλιώς ξεκινήσαμε και αλλιώς πορεύομαστε. Και φυσικά δεν μιλάω μόνο για το πέρασμα των χρόνων. Μιλάω για τις καθημερινές αλλαγές που βιώνουμε σε όλους τους τομείς που αναφέρω εδώ σήμερα μπροστά σας και βέβαια για όλη αυτή την κούραση που οι αλλαγές αυτές μας προκάλεσαν.
Η φροντίδα των παιδιών σε επίπεδο ψυχολογίας, μαθησιακών δυσκολιών, ο έλεγχος της υγείας μας, οι προληπτικές εξετάσεις, η γυμναστική, η καλή διατροφή, η μη κατανάλωση αλκοόλ γιατί πλέον γνωρίζουμε ότι συνδέεται με καρκίνο, όλα είναι θέματα που απασχολούν τη γενιά μας περισσότερο από ποτέ. Οι νέες γενιές έρχονται πιο έτοιμες να μπουν σε αυτό. Εμείς όμως με άλλα πρότυπα μεγαλώσαμε και άλλα πρότυπα πρέπει να αποτελέσουμε.
Την ίδια ώρα, η γενιά μας ταξιδεύει όλο και περισσότερο. Δουλεύει έξω. Ανοίγει τους ορίζοντες της.
Ελπίζω σε ένα καλύτερο μέλλον. Αναγνωρίζω τα προβλήματα και προσπαθώ να τα λύσω. Αυτό κάνει η γενιά μου. Κι αν είναι κουραστικό, φαίνεται πως αποτελεί μονόδρομο: ο κόσμος προχώρησε γρήγορα για τους Millennials και εμείς δεν είχαμε παρά να τρέχουμε μαζί του, για μη μείνουμε απ’έξω.
Τρέξιμο στο τρέξιμο φτάσαμε στου δρόμου τα μισά. Και επειδή, όπως γράφει και ο Οδυσσέας Ελύτης, δεύτερη ζωή δεν έχει. Ας φροντίσουμε – ΘΑ φροντίσουμε – να κάνουμε αυτήν εδώ που μας απομένει όσο το δυνατόν καλύτερη. Αν υπάρχει κάτι, άλλωστε, που έχει πραγματικά νόημα να μάθουμε στα παιδιά μας είναι ακριβώς αυτό.
Ομιλία στην εκδήλωση του Ομίλου ΑΚΤΙΔΑ με θέμα : «Οι εξελίξεις στα μάτια των Γενεών – Boomers, Millennials και Gen Z»
ΑΝΤΑ ΜΕΛΑ