Οι οικονομικές σχέσεις των χωρών του Κόλπου με την Κίνα

 

Εισαγωγή

Οι οικονομικές σχέσεις  των χωρών του Κόλπου με την Κίνα, έχουν επεκταθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με γνώμονα τις στρατηγικές συνεργασίες και τα αμοιβαία οικονομικά συμφέροντα. Αυτή η επέκταση δεν είναι ευκαιριακή, αλλά μάλλον αποτέλεσμα προσεκτικού σχεδιασμού και στρατηγικής προνοητικότητας. Για τη Σαουδική Αραβία και τις υπόλοιπες χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ -Μπαχρέιν, Κουβέιτ, Ομάν, Κατάρ, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα), τα συνεχιζόμενα σχέδια διαφοροποίησης από την υπάρχουσα οικονομική κατάσταση (παραγωγικό υπόδειγμα) έχουν απόλυτη προτεραιότητα στον σχεδιασμό της πολιτικής τους. Η συγκεκριμένη  χώρα, και μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Ασίας, θεωρούνται κρίσιμοι παράγοντες που μπορούν να συμβάλλουν στην πραγματοποίηση  αυτών των σχεδίων.

Την τελευταία δεκαετία, η Κίνα αύξησε σταδιακά την παρουσία της στον Περσικό Κόλπο, αναδεικνύοντας ως σημαντικός εξωτερικός παράγοντας στην περιοχή. Ειδικότερα, η έναρξη της Πρωτοβουλίας Belt and Road (BRI) το 2013 αντιπροσώπευε την πολιτική και οικονομική κινητήρια δύναμη που έδωσε νέα έλξη σε ένα δίκτυο σχέσεων – αυτό μεταξύ της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, των Αραβικών Μοναρχιών και του Ιράν – το οποίο, ιστορικά , έχει τα θεμέλιά του στους ενεργειακούς πόρους αλλά που σήμερα αποκτά αυξανόμενη πολυπλοκότητα και νέες πτυχές.

Συλλογικά και μεμονωμένα, τα έξι κράτη μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ) κατατάσσονται μεταξύ των μεγαλύτερων εμπορικών εταίρων της Κίνας στη Μέση Ανατολή, με συνολικό όγκο εμπορίου 315,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2022 με τη Σαουδική Αραβία να αντιπροσωπεύει σχεδόν το 40% αυτού του εμπορίου. Ο όγκος του ΑΕΠ των χωρών του ΣΣΚ ανέρχεται σε 2,4 τρισεκατομμύρια δολάρια σε σύγκριση με την Κίνα που έφτασε τα 17,7 τρισεκατομμύρια δολάρια. Οι χώρες του ΣΣΚ αποτελούν την ένατη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, ενώ η Κίνα κατέχει τη δεύτερη, καθιστώντας τη συνεργασία μεταξύ των δύο περιοχών κομβικής σημασίας για την παγκόσμια οικονομία[1].

Οικονομικές σχέσεις που αφορούν στην ενέργεια: Πετρέλαιο, Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας  και Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο

 

Η Κίνα, ένας σημαντικός αγοραστής ενέργειας του Κόλπου. Ο  Πρόεδρος Σι ανακοίνωσε ότι η Κίνα θα φιλοξενήσει τη δεύτερη Σύνοδο Κορυφής Κίνας-Αραβικών Κρατών το 2026, καταδεικνύοντας την πρόθεση του Πεκίνου να ενισχύσει τις σχέσεις με τα αραβικά κράτη ως πρότυπο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και σταθερότητας στον ενεργειακό, οικονομικό και πολιτικό τομέα. Η Κίνα βλέπει τις αραβικές χώρες ως στρατηγικούς εταίρους για την ενεργειακή της ασφάλεια και για την επέκταση της διπλωματικής της επιρροής στην περιοχή. Από την άλλη πλευρά, οι αραβικές χώρες θεωρούν την Κίνα σημαντικό σύμμαχο για την εξισορρόπηση των δυτικών επιρροών και ως βασική αγορά για τις εξαγωγές ενέργειας τους.

Η Κίνα και οι αραβικές χώρες έχουν αναπτύξει πολύ στενές διμερείς σχέσεις στον ενεργειακό τομέα, με σημαντικές εμπορικές ανταλλαγές που αντικατοπτρίζουν την αμοιβαία σημασία αυτών των σχέσεων.

Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο και σημαντικό μέρος αυτών των εισαγωγών προέρχεται από τις χώρες του Περσικού Κόλπου. Εισάγει περισσότερα από 10 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου την ημέρα, τα μισά από τα οποία προέρχονται από χώρες της Μέσης Ανατολής. Η Σαουδική Αραβία είναι ο κύριος προμηθευτής πετρελαίου της Κίνας, με περισσότερο από το 20% των εισαγωγών αργού πετρελαίου της Κίνας να προέρχεται από αυτή τη χώρα. Η Κίνα είναι ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές ενέργειας στον Κόλπο και αυτή η ενεργειακή εξάρτηση έχει οδηγήσει σε αυξημένη συνεργασία και επενδύσεις σε κοινά έργα.

Το εμπόριο μεταξύ των σινο-αραβικών χωρών έχει αυξηθεί σχεδόν 10 φορές τα τελευταία 17 χρόνια. Ο όγκος του εμπορίου μεταξύ των δύο πλευρών αυξήθηκε από 36,7 δισεκατομμύρια δολάρια το 2004, όταν ιδρύθηκε το Φόρουμ Συνεργασίας Κίνας- Σαουδικής Αραβίας, σε 330 δισεκατομμύρια δολάρια το 2022.

Εξετάζοντας τα στοιχεία του 2022, παρατηρείται σημαντική αύξηση των ποσοστών εισαγωγών από χώρες της Μέσης Ανατολής, όπως το Ιράκ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν και το Κουβέιτ. Το Στενό του Ορμούζ χρησιμοποιείται ως οδός διέλευσης προκειμένου να καλύψει τις ενεργειακές της ανάγκες. Επιπλέον, κινεζικές εταιρείες όπως η China National Petroleum Corporation (CNPC) και η Sinopec δραστηριοποιούνται στην περιοχή, συμμετέχοντας σε έργα έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων.

Στον τομέα του πετρελαίου έχουν αναπτυχθεί ισχυρές αλληλεξαρτήσεις μεταξύ της Μέσης Ανατολής και της Ασίας, ιδίως μεταξύ των κρατών του Κόλπου και της Κίνας. Οι διαπεριφερειακές ροές κεφαλαίων έχουν οδηγήσει σε εκτεταμένη ολοκλήρωση σε όλα τα στάδια της αλυσίδας αξίας του πετρελαίου. Τα πετροχημικά, απαραίτητα για την παραγωγή πλαστικών και άλλων συνθετικών υλικών, διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο σε αυτές τις διασυνδέσεις.

Με την άνοδο της Κίνας ως παραγωγικής δύναμης και την αλματώδη αύξηση της ζήτησης για πετροχημικά, μεγάλο μέρος αυτής της ανάγκης καλύπτεται από πετροχημικά εργοστάσια στον Κόλπο. Περίπου το ένα τέταρτο των εισαγωγών και εξαγωγών χημικών προϊόντων του ΣΣΚ πραγματοποιείται με την Κίνα. Ειδικότερα, το αιθυλένιο παράγεται σε τεράστια ολοκληρωμένα διυλιστήρια και πετροχημικά συγκροτήματα σε όλα τα κράτη του Κόλπου και εξάγεται στην Ανατολή.

Τα κράτη του Κόλπου έχουν αναδειχθεί σε σημαντικούς παίκτες στον πετρελαϊκό τομέα της Κίνας, συμμετέχοντας σε πολυάριθμες κοινοπραξίες με κινεζικές επιχειρήσεις. Τα έργα αυτά, τα οποία περιλαμβάνουν διυλιστήρια, πετροχημικά εργοστάσια, υποδομές μεταφορών και δίκτυα εμπορίας καυσίμων, αποσκοπούν στην εξασφάλιση μεριδίου αγοράς για τις εξαγωγές αργού πετρελαίου του Κόλπου. Αυτή η επέκταση στην κινεζική βιομηχανία υδρογονανθράκων αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής των κρατών του Κόλπου για την αύξηση της παραγωγής τους σε προϊόντα διύλισης πετρελαίου και βασικά χημικά προϊόντα εντός της Ασίας, χρησιμοποιώντας αργή πρώτη ύλη που εισάγεται από τον Κόλπο[2].

 

Εκτός από το πετρέλαιο, η Κίνα επενδύει επίσης σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε αραβικές χώρες. Για δεκαετίες, η Μέση Ανατολή αντλούσε τον πλούτο της από τα άφθονα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, οι χώρες της Μέσης Ανατολής άρχισαν τα τελευταία χρόνια να ακολουθούν το παγκόσμιο πρότυπο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Παρά την έλλειψη ενεργειακών πολιτικών και τεχνολογίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην περιοχή τους, οι οικονομικά ισχυρές χώρες του Κόλπου, όπως το Κατάρ και τα ΗΑΕ, έχουν αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίες για την επιβολή πολιτικών στους επιμέρους τομείς τους.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο η παρέμβαση της Κίνας είναι σημαντική.  Ο Σι Τζινπίνγκ ανακοίνωσε την υποστήριξη των κινεζικών ενεργειακών εταιρειών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για συμμετοχή σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας συνολικής εγκατεστημένης ισχύος άνω των 3 εκατομμυρίων κιλοβάτ στις αραβικές χώρες. Αυτές οι επενδύσεις αποτελούν μέρος της ευρύτερης στρατηγικής της Κίνας για τη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας της και την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης[3].

 

Η ενεργειακή συνεργασία μεταξύ Κίνας και αραβικών χωρών δεν περιορίζεται μόνο στο εμπόριο πετρελαίου και στις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Υπάρχουν επίσης στρατηγικές συνεργασίες σε τομείς όπως το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), όπου η Κίνα έχει υπογράψει μακροπρόθεσμες συμφωνίες με Άραβες παραγωγούς για τη διασφάλιση σταθερών προμηθειών.

Αυτή η συνεργασία είναι επωφελής και για τα δύο μέρη. Για τις αραβικές χώρες, η Κίνα αντιπροσωπεύει μια σταθερή και αναπτυσσόμενη αγορά για τις εξαγωγές ενέργειας τους, συμβάλλοντας στη σταθεροποίηση των οικονομιών τους που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα από το πετρέλαιο. Για την Κίνα, η εξασφάλιση σταθερού και διαφοροποιημένου ενεργειακού εφοδιασμού είναι ζωτικής σημασίας για τη στήριξη της οικονομικής της ανάπτυξης και τη μείωση της ευπάθειας στις διακυμάνσεις της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας.

Κοιτάζοντας προς το μέλλον, η ενεργειακή συνεργασία μεταξύ Κίνας και αραβικών χωρών αναμένεται να αναπτυχθεί περαιτέρω. Με την ανακοίνωση της δεύτερης συνόδου κορυφής Κίνας-Αραβικών Κρατών το 2026, αναμένεται ότι θα συζητηθούν νέες συμφωνίες και έργα για περαιτέρω ενίσχυση αυτών των σχέσεων.

Επιπλέον, η παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση προς τις ανανεώσιμες πηγές θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη συνεργασία σε πράσινες τεχνολογίες και βιώσιμες υποδομές.

Συνοπτικά, οι διμερείς σχέσεις στον ενεργειακό τομέα μεταξύ της Κίνας και των αραβικών χωρών χαρακτηρίζονται από στρατηγική αλληλεξάρτηση και ένα ευρύ φάσμα συνεργασιών που κυμαίνονται από το πετρέλαιο έως τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με σημαντικά οφέλη και για τα δύο μέρη.

 

Οι γενικότερες οικονομικές σχέσεις

Κατά τη διάρκεια του φόρουμ Κίνας-ΣΣΚ για τη βιομηχανία και τις επενδύσεις που πραγματοποιήθηκε στο Xiamen στις 23 Μαΐου 2024[4], ο Πρόεδρος Xi Jinping δήλωσε ότι η εμβάθυνση της βιομηχανικής και γενικότερης επενδυτικής συνεργασίας μεταξύ των χωρών του ΣΣΚ (GCC) και της Κίνας θα συμβάλει στην ενίσχυση της ευθυγράμμισης μεταξύ της πρωτοβουλίας Belt and Road και των αναπτυξιακών στρατηγικών οραμάτων και σχεδίων των χωρών του ΣΣΚ. Ολοκληρωμένες στρατηγικές εταιρικές σχέσεις, πολυμερή σχέδια δράσης, κοινές πρωτοβουλίες και ίσως σύντομα μια συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών Κίνας-ΣΣΚ, ενισχύουν αυτήν την ανοδική τροχιά.

Η ενίσχυση της συνεργασίας ΣΣΚ-Κίνας μπορεί να εξελιχτεί περαιτέρω καθώς έχει συμφωνηθεί περίπου το 90% των όρων του πλαισίου που θα καθορίσει τη λειτουργία του ελεύθερου εμπορίου μεταξύ των χωρών μελών του ΣΣΚ και της Κίνας. Και οι δύο πλευρές έχουν σημειώσει πρόοδο όσον αφορά τη συμφωνία, Μετά  την πρώτη σύνοδο  των υπουργών Οικονομίας και Εμπορίου από την Κίνα και  από τα κράτη του ΣΣΚ να πραγματοποιείται στο Guangzhou τον Οκτώβριο του 2023, μετά από δέκα γύρους τεχνικών συναντήσεων και διαπραγματεύσεων, και τα δύο μέρη συμφωνούν ότι βρίσκονται πολύ κοντά σε ολοκληρωτική συμφωνία.

Επιπλέον, η αξία των εξαγορών και των επενδύσεων από εταιρείες των χωρών του Κόλπου στην Κίνα έχει αυξηθεί περισσότερο από 1000% από έτος σε έτος σε 5,3 δισεκατομμύρια δολάρια το 2023, μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης ήταν σε εταιρικό επίπεδο και σε από  κοινού έργα που αφορούσαν κυρίως τον κλάδο των πετροχημικών. Κατά τη διάρκεια της 10ης Αραβο-Κινεζικής Επιχειρηματικής Διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Ριάντ τον Ιούνιο του 2023[5], αναφέρθηκε ότι η Κίνα πρόκειται να λάβει μεταξύ 1-2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε επενδύσεις από τα κορυφαία Κρατικά Επενδυτικά Ταμεία του Κόλπου (SWFs) έως το 2030 καθώς κοιτάζουν προς την Ασία , ιδιαίτερα την Κίνα, εν μέσω αύξησης του επενδυτικού τους κεφαλαίου.

Συγχρόνως τίθεται σοβαρά επί τάπητος η έναρξη συνεργασίας  μεταξύ της Κίνας και του αραβικού κόσμου, και ειδικότερα  με τη Σαουδική Αραβία, στις σχέσεις της κεφαλαιαγοράς μεταξύ Πεκίνου και Ριάντ.

Οι εξαγορές από τα Sovereign Wealthy Funds (SWF) των κρατών του ΣΣΚ στην Κίνα αυξήθηκαν σε πάνω από 2,3 δισεκατομμύρια δολάρια το 2023, από 100 εκατομμύρια δολάρια το προηγούμενο έτος.

Ο αριθμός των οντοτήτων του Κόλπου που υπέβαλαν αίτηση και έλαβαν την πιστοποίηση Qualified Foreign Institutional Investor (QFII) αυξήθηκε από τρεις σε εννέα το 2021–2022, ξεπερνώντας τη σταδιακή και ανοδική τάση της προηγούμενης δεκαετίας στο μέγεθος και την ποικιλία των επενδύσεων των καθιερωμένων SWFs του GCC στο Κίνα[6].

Αν και το Κρατικό Ταμείο της Σαουδικής Αραβίας  – παρά τις παγκόσμιες φιλοδοξίες και την εμβέλειά του – εισήλθε  στην κινεζική αγορά μετοχών το 2016 μέσω της συνεργασίας της με τη SoftBank, μόλις τώρα αρχίζει να αναπτύσσει κεφάλαια απευθείας στην Κίνα. Τον Φεβρουάριο του 2022, το Ταμείο Δημοσίων Επενδύσεων της Σαουδικής Αραβίας (PIF) άνοιξε γραφείο στο Χονγκ Κονγκ, επιδεικνύοντας τις προθέσεις του να εμβαθύνει τους δεσμούς του με το Πεκίνο. Ο όμιλος Saudi Tadawul, ο οποίος επιβλέπει το χρηματιστήριο της Σαουδικής Αραβίας, φέρεται να ξεκίνησε προκαταρκτικές συνομιλίες για διασταυρούμενη εισαγωγή στο χρηματιστήριο με τα χρηματιστήρια στο Χονγκ Κονγκ, τη Σαγκάη και το Σενζέν το επόμενο έτος[7]. Τέτοιες συμφωνίες ενδέχεται να διευκολύνουν την πρόσβαση στην κινεζική αγορά μετοχών σε μεγαλύτερα SWF του Κόλπου και άλλα δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια που βασίζονται στο ΣΣΚ.

Αυτές οι προσπάθειες είναι ενδεικτικές της προσπάθειας που καταβάλουν οι χώρες του Κόλπου να διαφοροποιήσουν τα επενδυτικά τους χαρτοφυλάκια και να μειώσουν την εξάρτηση της οικονομίας τους  από τα ορυκτά καύσιμα. Η στόχευση να εισέλθουν στα διεθνή χρηματοπιστωτικά εργαλεία δεν αποσκοπεί  μόνο σε τομείς με υψηλές δυνατότητες παραγωγής πλούτου (έστω και χρηματοπιστωτικής προέλευσης),και υψηλών οικονομικών αποδόσεων αλλά στοχεύουν επίσης στην προώθηση της καινοτομίας και της οικονομικής διαφοροποίησης και στις δύο περιοχές.

Οι φιλοδοξίες των χωρών του ΣΣΚ για ανάπτυξη ευκαιριών καθαρής ενέργειας δεσμεύουν την περιοχή πιο σφιχτά με την Κίνα, δεδομένου ότι το Πεκίνο είναι ο κυρίαρχος παγκόσμιος παίκτης στην αλυσίδα εφοδιασμού καθαρής ενέργειας, ελέγχοντας σημαντικά μερίδια σε μπαταρίες[8], αιολική ενέργεια και παραγωγή λιθίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Comtrade του ΟΗΕ, οι εξαγωγές μπαταριών λιθίου της Κίνας στις χώρες του ΣΣΚ αυξήθηκαν κατά 26% μεταξύ 2021 και 2022, με αύξηση 99% τα πρώτα τρία τέταρτα του 2023.

Η ευκαιρία της αγοράς στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας καθοδηγείται από τα εθνικά οράματα και την αναζήτηση του ΣΣΚ για οικονομική διαφοροποίηση[9]. Οι κινεζικές επιχειρήσεις, που προσελκύονται στον Κόλπο (όπως στη Σαουδική Αραβία) από τη μετάβαση από τα παραδοσιακά μοντέλα κυβερνητικών έργων σε συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, ισχυρίζονται ότι η συμμετοχή των κινεζικών επιχειρήσεων αποφέρει σημαντικά κοινωνικά οφέλη.

Η αποφασιστικότητα των κρατών του ΣΣΚ να επεκτείνουν τις επιχειρηματικές και οικονομικές σχέσεις με την Κίνα αναμφίβολα θα επηρεαστεί από τους δεσμούς ΗΠΑ-ΣΣΚ. Ωστόσο, παρά τις θέσεις των ΗΠΑ ότι η διεύρυνση των δεσμών του ΣΣΚ-Κίνας θα μπορούσε να έχει συνέπειες, οι χώρες του ΣΣΚ θα συνεχίσουν να προχωρούν στην ανάπτυξη των σχέσεων τους με την Κίνα[10]. Πράγματι, η αυξανόμενη οικονομική σχέση μεταξύ του Κόλπου και της Κίνας υπογραμμίζει μια αυξανόμενη τροχιά στα παγκόσμια επενδυτικά πρότυπα, όπου οι παραδοσιακές δυτικοκεντρικές επενδυτικές στρατηγικές συμπληρώνονται από συνεργασίες Ασίας-Μέσης Ανατολής. Οι συνεργασίες αυτές αναμένεται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του οικονομικού τοπίου και των δύο περιοχών τα επόμενα χρόνια.

 

Ωστόσο, οι επενδύσεις του Κόλπου στην Κίνα δεν θα πρέπει να θεωρούνται ακόμη ως στρατηγικός άξονας απομάκρυνσης από άλλες περιοχές παρότι η προσέγγιση με τις χώρες BRICS είναι δεδομένη, αλλά κατ’ αρχάς  ως προσπάθεια ενίσχυσης της εστίασης των χωρών του Κόλπου στην Ασία. Αυτή η τάση χαρακτηρίζεται από αμοιβαίο ενδιαφέρον για την οικονομική διαφοροποίηση και τους τομείς υψηλής ανάπτυξης[11]. Το σκεπτικό πίσω από αυτές τις επενδύσεις δεν είναι μόνο η αξιοποίηση του ισχυρού αναπτυξιακού δυναμικού των ασιατικών αγορών, ιδιαίτερα της Κίνας, αλλά και η προώθηση μιας αμοιβαία επωφελούς σχέσης σε πολλούς τομείς συμπεριλαμβανομένου και αυτού της άμυνας[12]. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στους επενδυτές του Κόλπου να αξιοποιήσουν νέες ευκαιρίες σε ταχέως αναπτυσσόμενες βιομηχανίες, ενισχύοντας την καινοτομία και την οικονομική ανάπτυξη και στις δύο πλευρές. Αν και υπήρξε μια σταδιακή ανοδική τροχιά τόσο στην κλίμακα όσο και στην ποικιλομορφία των επενδύσεων από τα ταμεία του Κόλπου και μια αυξανόμενη δέσμευση με την κινεζική αγορά μετοχών, ιδίως σε τεχνολογικούς και άλλους αναδυόμενους τομείς που ευθυγραμμίζονται με τα συμφέροντα του Κόλπου, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό δεν προμηνύει μετασχηματισμό στις σχέσεις Κίνας-Κόλπου. Αντίθετα, η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των οικονομικών τους δεσμών αντανακλά μια ευρύτερη παγκόσμια στροφή προς την Ασία ως ζωτικής σημασίας οικονομικό κόμβο. Αντί να αντιπροσωπεύουν μια στρατηγική αναδιάταξη, οι επενδύσεις του Κόλπου στην Κίνα σηματοδοτούν μια φυσική πρόοδο προς την εμβάθυνση των οικονομικών δεσμών με μια περιοχή που έχει ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή στην παγκόσμια οικονομία. Συνολικά, οι επενδύσεις του Κόλπου στην Κίνα απεικονίζουν μια ρεαλιστική προσέγγιση για τη μόχλευση των ευκαιριών ανάπτυξης στην Ασία, διατηρώντας παράλληλα μια ισορροπημένη παγκόσμια επενδυτική στρατηγική και ανοίγουν το δρόμο για ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον για τις παγκόσμιες οικονομικές σχέσεις.

 

 

 

[1] BISU attends China-GCC Countries Forum on Industrial and Investment Cooperation

Updated: May 29, 2024 http://en.bisu.edu.cn/2024-05/29/c_991386.htm

 

 

 

[2] Militaire,  Η Κίνα και Αραβικά Κράτη του Κόλπου: “Πετροχημικά Εταίροι”05.07.2024   https://www.militaire.gr/i-kina-kai-aravika-krati-toy-kolpoy-petrochimika-etairoi/

 

 

[3]Giuseppe Gagliano, Energia, tutti i progetti della Cina nella regione del Golfo ,31.05.2024 https://www.startmag.it/energia/cina-commercio-paesi-golfo/

 

 

[4] HE GCCSG: The China-GCC Forum for Industries and Investment Aims to Deepen Cooperation in the Investment and Industrial Fields, and Comes as an Outcome of the First GCC-Chinese Summit Held in the Kingdom of Saudi Arabia on December 9, 2022 . 

https://www.gcc-sg.org/en-us/MediaCenter/NewsCooperation/News/Pages/news2024-5-23-1.aspx#:~:text=HE%20Mr%20Albudaiwi%20pointed%20out,largest%20economy%20in%20the%20world%2C

 

[5] 10TH ARAB-CHINA BUSINESS CONFERENCE  https://www.arabchinaconference.com/

 

[6] Layla Ali, Gulf Investments in China: A New Era of Strategic Partnerships, ISPI, 18 June 2024. https://www.ispionline.it/en/publication/gulf-investments-in-china-a-new-era-of-strategic-partnerships-177971

 

 

[7] Shanghai Stock Exchange signs agreement with Saudi Arabian bourse to explore cross-listings, data sharing as ties between Beijing and Riyadh warm up  https://www.scmp.com/business/china-business/article/3233469/shanghai-stock-exchange-signs-agreement-saudi-arabian-bourse-explore-cross-listings-data-sharing

 

 

 

[8] Η Κίνα αναδεικνύεται ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς μπαταριών λιθίου παγκοσμίως, καθώς ο βιομηχανικός τομέας παραγωγής αυτού του είδους μπαταριών αναπτύσσει αξιοσημείωτη δυναμική.

Πιο συγκεκριμένα, η συνολική παραγωγή μπαταριών λιθίου της χώρας για το προηγούμενο έτος κατέγραψε αύξηση 25% σε σχέση με το 2022, σύμφωνα με επίσημα κινεζικά στοιχεία.

Η συνολική παραγωγή μπαταριών λιθίου της Κίνας ξεπέρασε τις 940 γιγαβατώρες (GWh) το 2023, σύμφωνα με το κινεζικό Υπουργείο Βιομηχανίας και Τεχνολογίας της Πληροφορικής.

Επισημαίνεται ότι η αξία της περσινής παραγωγής μπαταριών λιθίου ανήλθε γύρω στα $197 δισ., όπως καταγράφεται σε σχετικό δημοσίευμα του κινεζικού ειδησεογραφικού πρακτορείου Xinhua.

Τονίζεται ότι οι κινεζικές εξαγωγές μπαταριών λιθίου το 2023 κατέγραψαν αύξηση άνω του 33% σε σχέση με το 2022, ανερχόμενες σε περισσότερα από $63 δισ.

Ναυτικά Χρονικά, Ορμητική η κινεζική παραγωγή μπαταριών λιθίου 05.03.2024 https://www.naftikachronika.gr/2024/03/05/ormitiki-i-kineziki-paragogi-batarion-lithiou/

 

 

[9] From oil to lithium: How Saudi Arabia is building a battery supply chain 16. June 2023 https://source.benchmarkminerals.com/article/from-oil-to-lithium-how-saudi-arabia-is-building-a-battery-supply-chain

 

 

[10] Ήδη από την 1 Ιανουαρίου του 2024  τα ΗΑΕ εισήλθαν στην ομάδα των BRICS, ενώ πολύ στενές σχέσεις έχει και η Σαουδική Αραβία ή οποία επρόκειτο να γίνει μέλος επίσης την ίδια ημερομηνία αλλά αυτό αναβλήθηκε πιθανόν για νέα ημερομηνία. Pesha Magid, Saudi Arabia has not yet joined BRICs – https://www.reuters.com/world/saudi-arabia-has-not-yet-joined-brics-minister-2024-01-16/?taid=65a6e621bfa4950001885455&utm_campaign=trueAnthem:+Trending+Content&utm_medium=trueAnthem&utm_source=twitter

 

[11] Nik Martin, China’s economic ambitions a huge draw for Saudi Arabia,06/13/2023,DW. https://www.dw.com/en/chinas-economic-ambitions-a-huge-draw-for-saudi-arabia/a-65889319

 

[12]  Eleonora Ardemagni,   In GCC-Asia Rising Ties, Defence Industry Is The Key, ISPI 18 Jun 2024, https://www.ispionline.it/en/publication/in-gcc-asia-rising-ties-defence-industry-is-the-key-177951

 

 

Exit mobile version