Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ


Τι βλέπουν σήμερα οι οίκοι αξιολόγησης και οι επενδυτικές τράπεζες και δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Μητσοτάκη ;
Βλέπουν ότι η Ελλάδα αρχίζει σιγά-σιγά να μπαίνει σε μια κανονικότητα όσον αφορά τα δικά τους κριτήρια. Δηλαδή, οι προοπτικές για το ΑΕΠ το 2020 δείχνουν αύξηση πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που είναι σε φθίνουσα κατάσταση. Βλέπουν ότι το κόστος δανεισμού της χώρας πέφτει συνεχώς, ότι οι αβεβαιότητες περιορίζονται αλλά και ότι ταυτόχρονα εξακολουθούν να παράγονται τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάρχει και ζήτημα με το χρέος.
Βλέπουν επίσης τις θετικές προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί από την κατάργηση των capital controls, τις αλλαγές στα εργασιακά, στην επιχειρηματικότητα με το αναπτυξιακό νομοσχέδιο, αλλά και αυτές που έρχονται με το φορολογικό νομοσχέδιο αυτή την εβδομάδα, επηρεάζοντας την οικονομική ζωή εκατομμυρίων Ελλήνων και βοηθώντας στην αποκλιμάκωση της πίεσης από την υπερφορολόγηση. Πράγματι αυτά όλα στέλνουν το μήνυμα ότι η οικονομία έχει γυρίσει σελίδα μετά από τη δεκαετή κρίση. Δημιουργούν θετικές προσδοκίες για τις επενδύσεις, που κατά την γνώμη μου, όμως παραμένουν το μεγάλο ζητούμενο.
Γιατί παραμένουν το μεγάλο ζητούμενο, τι εννοείτε ;
Έχω την αίσθηση ότι η προσέλκυση επενδύσεων παραμένει δύσκολη υπόθεση. Δεν χρειάζεται βιασύνη. Αν και ο προϋπολογισμός του 2020 προβλέπει αύξηση κατά περίπου 16% των ιδιωτικών επενδύσεων, είμαι αρκετά επιφυλακτικός, καθώς αυτό μεταφράζεται σε νέες επενδύσεις, άνω των 4-4,5 δισ. ευρω το χρόνο.
Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι όλο αυτό το κλίμα που δημιουργεί προσδοκίες στη νομισματική σφαίρα, πρέπει να δούμε πως και πότε θα αποτυπωθεί στην πραγματική οικονομία. Αν οι επενδύσεις θα έχουν πράγματι ανοδική πορεία, αν θα αλλάξει επιτέλους το ελληνικό παραγωγικό πρότυπο, πότε θα πάψουν να αποτελούν στυλοβάτες της οικονομίας ο τουρισμός και το εμπόριο, και το ποσοστό της βιομηχανίας στο ΑΕΠ από το 8,5% σήμερα, θα αυξηθεί για παράδειγμα στο 12%. Να αρχίσουμε να παράγουμε νέα προϊόντα, και αυτά να είναι ποιοτικά. Εκεί πρέπει να καταφέρει να βασίζεται η ελληνική οικονομία, αυτός πρέπει να γίνει ο εθνικός μας στόχος.
Το ζητούμενο που θίγετε, είναι το ζητούμενο των τελευταίων 40 ετών. Πως θα επιτευχθεί ;
Δύο ειδών διεθνώς είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις (Foreign Direct Investments). Οι εξαγορές επιχειρήσεων και το λεγόμενο greenfield investment. Δηλαδή να έρθει μια ξένη επιχείρηση και να στήσει από το μηδέν ένα εργοστάσιο στην Ελλάδα. Μέχρι σήμερα όλες οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα, ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, αυτή των ιδιωτικοποιήσεων. Ακούμε δηλαδή πολλές φορές ότι αυξήθηκαν οι ξένες επενδύσεις, καμία όμως από αυτές δεν αφορά νέες παραγωγικές μονάδες. Να δημιουργηθεί καινούργιο κεφάλαιο, αυτό έχει σημασία. Όχι να αγοράσει κάποιος το 30% του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών ή την ΔΕΠΑ.
Επίσης η Ελλάδα δεν ευνοεί μεγάλης κλίμακας επενδύσεις επειδή όλα εδώ είναι μικρής κλίμακας, όπως οι ιδιοκτησίες, οι εκτάσεις, ούτε έχουμε κουλτούρα μαζικής παραγωγής. Έπειτα, οι ξένοι δεν μπορούν να κατανοήσουν την ελληνική γραφειοκρατία. Ένας Έλληνας επενδυτής μπορεί να την διαχειρισθεί καλύτερα, έναντι ενός ξένου.
Τι χρειάζεται επομένως για να πάμε εκεί ; Μήπως ακόμη πιο τολμηρές και γενναίες ;
Χρειάζεται ένας εθνικός οραματικός σχεδιασμός, με επένδυση στην έρευνα, στη γνώση, σε συνδυασμό πανεπιστημίων με την παραγωγή. Χρειάζεται για παράδειγμα μεταρρύθμιση στη λειτουργία των πανεπιστημίων, να τους δοθεί η ελευθερία να αλλάξουν το μείγμα των σπουδών, και να παρακολουθούν πιο στενά την αγορά εργασίας. Αυτό είναι ένα μακροχρόνιο σχέδιο, δεν αποδίδει από την μια ημέρα στην άλλη.
Επίσης, επειδή η οικοδομή τα τελευταία χρόνια έχει πιάσει πάτο, σωστά κάνει η κυβέρνηση δίνει κίνητρα σε αυτή την κατεύθυνση. Να μην γυρίσουμε όμως στο παρελθόν. Να μην εμφανιστεί ξανά το παλιό υπόδειγμα που όλοι θέλαμε να ξεφορτωθούμε. Τότε δηλαδή που η οικοδομή αποτελούσε ατμομηχανή της οικονομίας. Στην οικονομία της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης θέλουμε να πάμε, όχι εκεί που ήμασταν το 2007.
Τα ρωτώ αυτά γιατί βλέπουμε χώρες της γειτονιάς μας, όπως Βουλγαρία, Ρουμανία, Τουρκία, Σκόπια, τρέχουν πολύ ταχύτερα απ' ότι εμείς, και σε πληθώρα δεικτών μας έχουν προσπεράσει. Γιατί π.χ. μια ξένη επιχείρηση, όπως η VW να επιλέξει την Ελλάδα, αντί για κάποια γειτονική, όταν η γραφειοκρατία είναι λιγότερη ;
Η απάντηση είναι προφανής. Είναι βέβαιο ότι πρέπει να τρέξουμε ταχύτερα από τους γείτονες μας, και ήδη σας ανέφερα ένα κομβικό τομέα, που αφορά στη σύνδεση των πανεπιστημίων με την αγορά και την πραγματική οικονομία.
Επίσης, δεν είναι μόνο οι ξένες επενδύσεις. Είναι και το εγχώριο επιχειρείν που πρέπει να πάρει περισσότερες πρωτοβουλίες. Πρέπει να δημιουργηθεί ένας εγχώριος δυναμισμός, πρέπει και οι Έλληνες να αρχίσουν να επενδύουν. Διαθέτουμε περίπου  1 εκατομμύρια μικρές επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες παράγουν τεχνολογικά προϊόντα, που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από το ξένο ανταγωνισμό.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, πρέπει να δούμε πως αυτές μπορούν να βοηθηθούν. Ας αλλάξουμε επιτέλους το παραγωγικό μοντέλο, που παραμένουν τα καφέ, τα μπαρ και τα σουβλατζίδικα. Επικρατεί στον τομέα αυτό μια σχετική στασιμότητα. Οι δυναμικές επιχειρήσεις που υπάρχουν στη μεταποίηση δεν έχουν ακόμη κάνει το άλμα για το οποίο σας μιλώ.
Τι φταίει και η οικονομία δυσκολεύεται να ξεφύγει από αυτό το μοντέλο ;
Φταίει η απουσία τραπεζικού δανεισμού, η υψηλή φορολογία, η γραφειοκρατία, η απουσία ισχυρής ζήτησης. Έως σήμερα η ελληνική μεταποίηση τα κατάφερνε λόγω των εξαγωγών, ωστόσο και αυτές έχουν φτάσει στα όρια τους. Χρειάζεται ένα σοκ η οικονομία.
Σημειώστε εδώ ότι για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο προϋπολογισμός προβλέπει ότι κινητήριος μοχλός της ελληνικής οικονομίας θα είναι  η εγχώρια ζήτηση, δηλαδή η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις. Έχει δηλαδή γίνει αντιληπτό, ότι δεν μπορεί να προχωρήσει η ελληνική οικονομία μόνο μέσω των εξαγωγών.
Έστω δηλαδή ότι η ανάπτυξη το 2020, πετυχαίνει τον στόχο του προϋπολογισμού και φτάνει στο 2,8%. Το θέμα δεν είναι να πετύχουμε ρυθμό κοντά στο 3% για ένα μόνο χρόνο. Το θέμα είναι να πετυχαίνουμε υψηλή ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα, δηλαδή για πολλά χρόνια.
Και αυτό δεν επιτυγχάνεται μόνο με την μείωση της φορολογίας, χρειάζεται ένα πιο σφαιρικό σχέδιο, όπου θα ρίξουμε το βάρος αποκλειστικά στις επενδύσεις, αλλά όχι σε αυτές που αφορούν real estate, κατοικίες, και τουρισμό. Nα τις εστιάσουμε μαζικά σε νέες τεχνολογίες, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην Εσθονία, παρά να επιμένουμε σε παραδοσιακά ξεπερασμένους τομείς.
Το πρόβλημα βρίσκεται στα ποιοτικά χαρακτηριστικά έστω και αυτών των λιγοστών επενδύσεων. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία, έχουν πολύ χαμηλή επίπτωση στην ανάπτυξη της οικονομίας, καθώς όχι μόνο δεν προστίθενται νέος τεχνολογικός εξοπλισμός, νέα εργοστάσια, νέες κατασκευές, αλλά και απουσιάζουν οι επενδύσεις στη καινοτομία, αυτές που πυροδοτούν παγκοσμίως σήμερα την αύξηση του ΑΕΠ. Αντίθετα το επιχειρείν στην Ελλάδα συνεχίζει να εστιάζει σε μεγάλο ακόμη βαθμό σε παραδοσιακούς τομείς, όπως ο τουρισμός, δίχως επομένως να προσθέτει στην ουσία νέο παραγωγικό δυναμικό στην οικονομία.
Τι θα συμβεί στο σενάριο που μια επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας το επόμενο διάστημα, χτυπήσει την ελληνική, η οποία προφανώς δεν θα έχει προλάβει ακόμη να μετασχηματισθεί ;
Περιγράφετε έναν υπαρκτό και μεγάλο κίνδυνο. Όταν η πλειοψηφία των ελληνικών εξαγωγών είναι στραμμένη στην Ευρωζώνη, αντιλαμβάνεσθε τι θα σήμαινε για το ΑΕΠ της Ελλάδας, μια μείωση της ζήτησης και της ανάπτυξης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Επομένως όχι μόνο χρειάζεται επιτάχυνση στις μεταρρυθμίσεις, αλλά και εστίαση σε εκείνες που θα μετασχηματίσουν την ελληνική οικονομία, σε παραγωγή τεχνολογίας, και παροχής υψηλών υπηρεσιών εκπαίδευσης, όχι μόνο τουρισμού. Έτσι μόνο θα εξασφαλίσουμε μια σταθερά υψηλή ανάπτυξη, και όχι συγκυριακή, για μια ή δύο χρονιές.

 ΙΣΤΟΧΩΡΟΣ LIBERAL.gr , ΔΕΥΤΕΡΑ 04.11. 2019