Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2019

Επενδύσεις : ζώντας και πεθαίνοντας με την ελπίδα.




Αν θέλουμε με μια λέξη να χαρακτηρίσουμε αυτό που διέπει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας χωρίς δυσκολία θα καταλήγαμε στη λέξη Επενδύσεις. Δεν υπάρχει ομιλία του πρωθυπουργού ή των μελών του οικονομικού επιτελείου που η λέξη επενδύσεις να μην επαναληφθεί τουλάχιστον δύο με τρεις φορές.  Σύμφωνα με το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2020, «η αύξηση των επενδύσεων αποτελεί άλλωστε κεντρικό στόχο της ασκούμενης από τη νέα Κυβέρνηση οικονομικής πολιτικής. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα , ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανέρχονταν πριν από την κρίση σε ποσοστά πάνω από το 20%, ενώ μετά το 2010 μειώθηκαν κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος είναι οι επενδύσεις, ως ποσοστό του ΑΕΠ, να πλησιάσουν σταδιακά τους ρυθμούς προ της κρίσης». 

Ως μεσοπρόθεσμο διάστημα θεωρούμε τα πέντε χρόνια. Υποθέτουμε ότι το ΑΕΠ στο διάστημα αυτό θα αυξηθεί κατά μέσο όρο ετησίως με ρυθμό 2,0%. Συνεπώς το μέγεθος ΑΕΠ μετά πέντε έτη  θα είναι 204 δις ευρώ. Για να είναι ο λόγος ΑΣΠΚ/ΑΕΠ ίσος με 20,0% θα πρέπει το μέγεθος του ΑΣΠΚ να φθάσει τα 40,8 δις ευρώ. Συνεπώς ο ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης  του ΑΣΠΚ θα πρέπει να είναι κατά μέσο όρο 15,3%. Πόσο πιθανή φαντάζει αυτή η εξέλιξη; Ρεαλιστικά μιλώντας λίγο έως πολύ λίγο πιθανή.  Αν θεωρήσουμε διάστημα 8 χρόνων , ceteris paribus, ο απαιτούμενος ετήσιος  ρυθμός αύξησης του ΑΣΠΚ  θα πρέπει να είναι 10,2%. Επίσης φαντάζει λίγο πιθανό. Σε απόλυτους αριθμούς κατά μέσο όρο ετησίως θα πρέπει ο ΑΣΠΚ, στην πρώτη περίπτωση, να αυξάνει κατά 4δις ευρώ, στη δε δεύτερη κατά 2,5 δις ευρώ πάντα σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.


Η κατανομή των επενδύσεων (ΑΣΠΚ), στους διάφορους τομείς επιτρέπει,  σε μια πρώτη ανάγνωση, να ανιχνεύσουμε το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας. Τα μνημονιακά προγράμματα εκτός των άλλων στόχων , μείωση των διπλών ελλειμμάτων, μείωση του δημοσίου χρέους, είχαν ως στόχο και την αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας.  Η αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας συνιστά διακηρυγμένο στόχο όλων των κυβερνήσεων της τρέχουσας δεκαετίας, πολιτικών κομμάτων, ερευνητικών και επιστημονικών φορέων και εμπειρογνωμόνων. Θεωρείται ίσως η βασικότερη προϋπόθεση για το οριστικό ξεπέρασμα της κρίσης και την εμπέδωση μιας βιώσιμης και ισχυρής ανάπτυξης. Το προηγούμενο παραγωγικό υπόδειγμα που θεωρήθηκε υπεύθυνο για την κρίση  από τους περισσότερους μελετητές της ελληνικής οικονομίας και το οποίο μέσω των μνημονιακών προγραμμάτων έπρεπε να μεταβληθεί, ως προς την κατανομή των επενδύσεων, παρουσιάζει την  παρακάτω εικόνα για την περίοδο 2002-2009, κατά μέσο όρο ετησίως ως ποσοστό του ΑΕΠ : στη βιομηχανία 8,4% , στις κατοικίες 9,2%, στις κατασκευές 4,8% . Αντιστοίχως την περίοδο 2010-2018 η εικόνα είναι η παρακάτω: στη βιομηχανία 5,3% , στις κατοικίες 3,6%, στις κατασκευές 4,0%. Δηλαδή η ελληνική οικονομία έφθασε στο τέλος των μνημονιακών προγραμμάτων παρουσιάζοντας τρομακτική μείωση του συνολικού ΑΣΠΚ σε σχέση με την προ κρίση περίοδο και μέσω αυτής της μείωσης μεταβλήθηκε η κατανομή του, λόγο του ότι μειώθηκε περισσότερο ο ΑΣΠΚ στις κατοικίες από την αντίστοιχη μείωση του ΑΣΠΚ στη βιομηχανία. Επιτεύχθηκε ο στόχος; Προφανώς επί της ουσίας όχι. Το ζητούμενο είναι αυτή η κατανομή να επιτευχθεί και να συνεχισθεί σε μια μεγεθυντική διαδικασίας της οικονομίας και όχι σε καθεστώς συνεχούς συμπίεσης. 
Υπ’ αυτές τις συνθήκες το ερώτημα είναι το ακόλουθο: Μπορούν οι επενδύσεις που κατευθύνονται στη βιομηχανία (εμπεριέχονται και οι τεχνολογικές επενδύσεις) να καλύψουν το κενό που άφησε η κατάρρευση των επενδύσεων στις κατοικίες; Η απάντησή μας είναι αρνητική.
Οι  επενδύσεις στη βιομηχανία,  το 2018 είναι 9,5 δις ευρώ, και σε ονομαστικούς όρους έχουν καλύψει λιγότερο από το 50,0% των προ κρίσης επιπέδων (21,9 δις ευρώ το 2007). Επομένως υπάρχει θεωρητικά χώρος. Η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος μεταφραζόμενο κυρίως σε αύξηση της εγχώριας ζήτησης μπορεί να δώσει ώθηση στις επιχειρηματικές επενδύσεις, αλλά η ώθηση αυτή δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί. Φθάνει να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη τους από το 2016 και μετά όταν ουσιαστικά τελειώνει η δημοσιονομική απορρόφηση - προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας. Επίσης, ένα ακόμη στοιχείο που φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της άποψής μας είναι ο βαθμός χρησιμοποίησης του εργασιακού δυναμικού στη βιομηχανία, στην ελληνική οικονομία, ο οποίος  την περίοδο 2009-2018, κατά μέσο όρο, ήταν 67,8% , ενώ την περίοδο 1995-2008, αντίστοιχα ήταν 75,96%.
 Θεωρητικά, και πρακτικά, όμως, υπάρχει μεγαλύτερος χώρος για τις επενδύσεις στις κατοικίες και στις συναφείς δραστηριότητες. Οι επενδύσεις αυτές έχουν καταρρεύσει (2007: 25,0 δις ευρώ , 2018: 1,2 δις ευρώ). Εκ των πραγμάτων είναι βέβαιον ότι  ο ένας πυλώνας της αναπτυξιακής στρατηγικής της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να  στοχεύει στην ενεργοποίηση του άξονα οικοδομή-real estate-τουρισμός. Τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα του στο σύνολο της οικονομίας είναι δεδομένα υψηλά.
Το ζήτημα είναι ότι η υπέρμετρη πριμοδότηση ( επειδή είναι και η πιο εύκολη) αυτού του τομέα θα οδηγήσει στη διατηρησιμότητα του παραγωγικού υποδείγματος που υποτίθεται ότι θέλαμε να αλλάξουμε και το οποίο πολλοί μελετητές υποστηρίζουν (άδικα κατά την άποψή μου) ότι μας οδήγησε στην κρίση.
Στο ότι το παλαιό υπόδειγμα  είναι πάντοτε παρόν, συνηγορεί και το ότι η προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων στην Ελλάδα είναι αβέβαιο αν θα λάβει τη μορφή παραγωγικών επενδύσεων (Greenfields) ικανών να μεταβάλουν με όρους βιωσιμότητας την παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας. Το πιθανότερο είναι το όποιο ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών να περιοριστεί στις ιδιωτικοποιήσεις και σε εξαγορές εταιρικών μεριδίων (π.χ. σε επιχειρήσεις υπό αναδιάρθρωση), σε τουριστικά ή άλλα ακίνητα, στα μεγάλα έργα υποδομής με κρατική συμμετοχή (π.χ. ενέργεια) και στην αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ακόμα και μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές βιομηχανίες ανακοίνωσε, πρόσφατα, επενδύσεις 20 εκατομμυρίων στο real estate!!!


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2019