Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Μια ματιά στην τουρκική οικονομία.



Τα γεωπολιτικά παίγνια του Ερντογάν την τελευταία περίοδο έχει θέσει σε δεύτερο πλάνο τις εξελίξεις στην οικονομία της γειτονικής χώρας.  Ο παράγων οικονομία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνικής υποστήριξης της πολιτικής του τούρκου προέδρου. Είναι γνωστό ότι η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε δύσκολη συγκυρία. Για δεύτερη φορά, η πρώτη ήταν το 2009 στην κορύφωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το τρέχον έτος,  υπάρχει πιθανότητα να παρουσιάσει αρνητική μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας, την εποχή διακυβέρνησης Ερντογάν.   Η προσπάθεια εξάλειψης των σημαντικών οικονομικών ανισορροπιών που επιχειρεί η τουρκική κυβέρνηση τον τελευταίο χρόνο βρίσκεται σε δύσκολο σταυροδρόμι. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις με δεδομένο το βαθμό αβεβαιότητας στο γεωπολιτικό περιβάλλον. Με αυτά τα δεδομένα ας ρίξουμε μια ματιά στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται η οικονομία της χώρας.
Ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ της Τουρκίας σημείωσε σημαντική επιβράδυνση το 2018 ( +2,8%) σε σχέση με το 2017 (7,4%). Από το δ’ τρίμηνο του 2018 και τα επόμενα  δύο τρίμηνα του 2019  η τουρκική οικονομία  κατέγραψε αρνητικό ρυθμό μεγέθυνσης ( -2,8%, -2,4%, -1,5% ) σε σχέση με τα αντίστοιχα τρίμηνα του προηγουμένου έτους. Δηλαδή η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε ύφεση. Για το 2019 προβλέπεται ότι η οικονομία θα παραμείνει σε ύφεση (-2,0%) λόγω της χειροτέρευσης όλων των συνιστωσών που διαμορφώνουν το ΑΕΠ. Σε αυτήν την εξέλιξη συνέβαλαν πολλαπλοί παράγοντες. Η απώλεια εμπιστοσύνης στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική προκάλεσε εκτεταμένη υποτίμηση της τουρκικής λίρας έως τον Αύγουστο του 2018, άνοδο του πληθωρισμού και τελικά αύξηση των επιτοκίων και του εξωτερικού χρέους, το οποίο αντανακλά το επίπεδο δανεισμού σε ξένο νόμισμα. Ως αποτέλεσμα, η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις σημείωσαν ραγδαία επιδείνωση (από 6,1% και 7,8% το 2017 σε 1,1% και -1,7% το 2018 αντίστοιχα), η οποία εν μέρει αντισταθμίστηκε από τη μεγάλη υποχώρηση των εισαγωγών (-7,9% το 2018 από +10,3% το 2017).
Τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2019, η οικονομική δραστηριότητα παρουσιάζει μικρή βελτίωση παραμένοντας πάντως σε αρνητική κλίμακα. Ενώ η συμμετοχή των καθαρών εξαγωγών στον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης ήταν υψηλή, η εγχώρια ζήτηση ήταν ασθενική σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Στη θετική συμμετοχή της  μείωσης του αρνητικού ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ (σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2018) συνέβαλαν τόσο η εγχώρια ζήτηση όσο και οι καθαρές εξαγωγές. Η αύξηση της εγχώριας ζήτησης  οφείλεται στη δημόσια κατανάλωση καθώς και στην αντίστοιχη των νοικοκυριών ( λόγω της μείωσης του ΦΠΑ στα διαρκή καταναλωτικά προϊόντα). Από την άλλη μεριά οι επενδύσεις παρέμειναν σε χαμηλό επίπεδο λόγω του υψηλού ασφαλίστρου κινδύνου της χώρας  και των σφιχτών  χρηματοοικονομικών συνθηκών.  
Το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών συρρικνώθηκε σημαντικά το 2018. Κύριοι λόγοι αποτελούν το πλεονασματικό ισοζύγιο υπηρεσιών (ο τουρισμός πρωτίστως) και η βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου λόγω υποχώρησης των εισαγωγών εξαιτίας της μειωμένης εγχώριας ζήτησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία και του Αυγούστου 2019,εκτιμάται ότι το τρέχον έτος θα καταγραφεί εξισορρόπηση (πιθανά και πλεόνασμα) στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η υποτίμηση της ονομαστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας του τουρκικού νομίσματος έναντι των ισχυρών νομισμάτων αλλά και των υπολοίπων των αναδυομένων χωρών, μείωσε σημαντικότατα την πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία βοηθώντας στην ανταγωνιστικότητα (ως προς τη τιμή) των εξαγομένων προϊόντων.
Οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις το 2018 ήταν 6,7 δις δολάρια έναντι 7,4 δις δολάρια το 2017. Σημειώνουμε ότι οι ΑΞΕ βαίνουν συνεχώς μειούμενες από το 2011 και μετά. Το πρώτο οκτάμηνο του 2019 το ύψος τους είναι 4,2 δις δολάρια.
Το δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 30,4% του ΑΕΠ το 2018, έναντι 28,3% το 2017.
Το ύψος του βραχυχρόνιου εξωτερικού χρέους (απόθεμα) είναι 120,7 δις δολάρια ΗΠΑ στο τέλος του Αυγούστου 2019, αυξημένο κατά 5,4% σε σχέση με το τέλος του 2018. Τα 57,2 δις δολάρια αφορούν στις τράπεζες και τα υπόλοιπα στους άλλους τομείς της οικονομίας.
Η ύφεση, η μείωση των έμμεσων φόρων σε μια σειρά προϊόντων και η σχετική σταθεροποίηση της τουρκικής λίρας από τους τελευταίους μήνες του 2018 και μετά, συγκράτησαν κατ’ αρχάς τις ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό και οδήγησαν (σε συνδυασμό με τα υψηλά επιτόκια) στη σταδιακή αποκλιμάκωσή του: από το υψηλό 25,24% τον Οκτώβριο 2018 στο 8,55% τον αντίστοιχο μήνα του 2019. Ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης επιβραδύνθηκε σημαντικά, από 21,2% τον Ιανουάριο του 2018 στο 5,0% τον Οκτώβριο του 2019 , αφού ενδιαμέσως  ο ρυθμός μηδενίστηκε (Απρίλιος 2019) ,  κυρίως διότι αυξήθηκε δραματικά το κόστος δανεισμού. Το βασικό επιτόκιο της ΚΤ, αυξήθηκε από 16,5% (Ιούνιος 2018) σε 24,0% (Σεπτέμβριος 2018) και μειώθηκε πρόσφατα στο 14,0% (τέλος Οκτωβρίου 2019).
 Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε τον Απρίλιο του 2019 στο 4,1%. Η κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού συστήματος βρίσκεται στο 14%.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι επερχόμενες οικονομικές εξελίξεις  προμηνύονται δύσκολες  για την κυβέρνηση Ερντογάν, λαμβάνοντας πάντα υπόψη και τις γεωπολιτικές εξελίξεις. 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ 10 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2019

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ


Τι βλέπουν σήμερα οι οίκοι αξιολόγησης και οι επενδυτικές τράπεζες και δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Μητσοτάκη ;
Βλέπουν ότι η Ελλάδα αρχίζει σιγά-σιγά να μπαίνει σε μια κανονικότητα όσον αφορά τα δικά τους κριτήρια. Δηλαδή, οι προοπτικές για το ΑΕΠ το 2020 δείχνουν αύξηση πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που είναι σε φθίνουσα κατάσταση. Βλέπουν ότι το κόστος δανεισμού της χώρας πέφτει συνεχώς, ότι οι αβεβαιότητες περιορίζονται αλλά και ότι ταυτόχρονα εξακολουθούν να παράγονται τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάρχει και ζήτημα με το χρέος.
Βλέπουν επίσης τις θετικές προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί από την κατάργηση των capital controls, τις αλλαγές στα εργασιακά, στην επιχειρηματικότητα με το αναπτυξιακό νομοσχέδιο, αλλά και αυτές που έρχονται με το φορολογικό νομοσχέδιο αυτή την εβδομάδα, επηρεάζοντας την οικονομική ζωή εκατομμυρίων Ελλήνων και βοηθώντας στην αποκλιμάκωση της πίεσης από την υπερφορολόγηση. Πράγματι αυτά όλα στέλνουν το μήνυμα ότι η οικονομία έχει γυρίσει σελίδα μετά από τη δεκαετή κρίση. Δημιουργούν θετικές προσδοκίες για τις επενδύσεις, που κατά την γνώμη μου, όμως παραμένουν το μεγάλο ζητούμενο.
Γιατί παραμένουν το μεγάλο ζητούμενο, τι εννοείτε ;
Έχω την αίσθηση ότι η προσέλκυση επενδύσεων παραμένει δύσκολη υπόθεση. Δεν χρειάζεται βιασύνη. Αν και ο προϋπολογισμός του 2020 προβλέπει αύξηση κατά περίπου 16% των ιδιωτικών επενδύσεων, είμαι αρκετά επιφυλακτικός, καθώς αυτό μεταφράζεται σε νέες επενδύσεις, άνω των 4-4,5 δισ. ευρω το χρόνο.
Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι όλο αυτό το κλίμα που δημιουργεί προσδοκίες στη νομισματική σφαίρα, πρέπει να δούμε πως και πότε θα αποτυπωθεί στην πραγματική οικονομία. Αν οι επενδύσεις θα έχουν πράγματι ανοδική πορεία, αν θα αλλάξει επιτέλους το ελληνικό παραγωγικό πρότυπο, πότε θα πάψουν να αποτελούν στυλοβάτες της οικονομίας ο τουρισμός και το εμπόριο, και το ποσοστό της βιομηχανίας στο ΑΕΠ από το 8,5% σήμερα, θα αυξηθεί για παράδειγμα στο 12%. Να αρχίσουμε να παράγουμε νέα προϊόντα, και αυτά να είναι ποιοτικά. Εκεί πρέπει να καταφέρει να βασίζεται η ελληνική οικονομία, αυτός πρέπει να γίνει ο εθνικός μας στόχος.
Το ζητούμενο που θίγετε, είναι το ζητούμενο των τελευταίων 40 ετών. Πως θα επιτευχθεί ;
Δύο ειδών διεθνώς είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις (Foreign Direct Investments). Οι εξαγορές επιχειρήσεων και το λεγόμενο greenfield investment. Δηλαδή να έρθει μια ξένη επιχείρηση και να στήσει από το μηδέν ένα εργοστάσιο στην Ελλάδα. Μέχρι σήμερα όλες οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα, ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, αυτή των ιδιωτικοποιήσεων. Ακούμε δηλαδή πολλές φορές ότι αυξήθηκαν οι ξένες επενδύσεις, καμία όμως από αυτές δεν αφορά νέες παραγωγικές μονάδες. Να δημιουργηθεί καινούργιο κεφάλαιο, αυτό έχει σημασία. Όχι να αγοράσει κάποιος το 30% του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών ή την ΔΕΠΑ.
Επίσης η Ελλάδα δεν ευνοεί μεγάλης κλίμακας επενδύσεις επειδή όλα εδώ είναι μικρής κλίμακας, όπως οι ιδιοκτησίες, οι εκτάσεις, ούτε έχουμε κουλτούρα μαζικής παραγωγής. Έπειτα, οι ξένοι δεν μπορούν να κατανοήσουν την ελληνική γραφειοκρατία. Ένας Έλληνας επενδυτής μπορεί να την διαχειρισθεί καλύτερα, έναντι ενός ξένου.
Τι χρειάζεται επομένως για να πάμε εκεί ; Μήπως ακόμη πιο τολμηρές και γενναίες ;
Χρειάζεται ένας εθνικός οραματικός σχεδιασμός, με επένδυση στην έρευνα, στη γνώση, σε συνδυασμό πανεπιστημίων με την παραγωγή. Χρειάζεται για παράδειγμα μεταρρύθμιση στη λειτουργία των πανεπιστημίων, να τους δοθεί η ελευθερία να αλλάξουν το μείγμα των σπουδών, και να παρακολουθούν πιο στενά την αγορά εργασίας. Αυτό είναι ένα μακροχρόνιο σχέδιο, δεν αποδίδει από την μια ημέρα στην άλλη.
Επίσης, επειδή η οικοδομή τα τελευταία χρόνια έχει πιάσει πάτο, σωστά κάνει η κυβέρνηση δίνει κίνητρα σε αυτή την κατεύθυνση. Να μην γυρίσουμε όμως στο παρελθόν. Να μην εμφανιστεί ξανά το παλιό υπόδειγμα που όλοι θέλαμε να ξεφορτωθούμε. Τότε δηλαδή που η οικοδομή αποτελούσε ατμομηχανή της οικονομίας. Στην οικονομία της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης θέλουμε να πάμε, όχι εκεί που ήμασταν το 2007.
Τα ρωτώ αυτά γιατί βλέπουμε χώρες της γειτονιάς μας, όπως Βουλγαρία, Ρουμανία, Τουρκία, Σκόπια, τρέχουν πολύ ταχύτερα απ' ότι εμείς, και σε πληθώρα δεικτών μας έχουν προσπεράσει. Γιατί π.χ. μια ξένη επιχείρηση, όπως η VW να επιλέξει την Ελλάδα, αντί για κάποια γειτονική, όταν η γραφειοκρατία είναι λιγότερη ;
Η απάντηση είναι προφανής. Είναι βέβαιο ότι πρέπει να τρέξουμε ταχύτερα από τους γείτονες μας, και ήδη σας ανέφερα ένα κομβικό τομέα, που αφορά στη σύνδεση των πανεπιστημίων με την αγορά και την πραγματική οικονομία.
Επίσης, δεν είναι μόνο οι ξένες επενδύσεις. Είναι και το εγχώριο επιχειρείν που πρέπει να πάρει περισσότερες πρωτοβουλίες. Πρέπει να δημιουργηθεί ένας εγχώριος δυναμισμός, πρέπει και οι Έλληνες να αρχίσουν να επενδύουν. Διαθέτουμε περίπου  1 εκατομμύρια μικρές επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες παράγουν τεχνολογικά προϊόντα, που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από το ξένο ανταγωνισμό.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, πρέπει να δούμε πως αυτές μπορούν να βοηθηθούν. Ας αλλάξουμε επιτέλους το παραγωγικό μοντέλο, που παραμένουν τα καφέ, τα μπαρ και τα σουβλατζίδικα. Επικρατεί στον τομέα αυτό μια σχετική στασιμότητα. Οι δυναμικές επιχειρήσεις που υπάρχουν στη μεταποίηση δεν έχουν ακόμη κάνει το άλμα για το οποίο σας μιλώ.
Τι φταίει και η οικονομία δυσκολεύεται να ξεφύγει από αυτό το μοντέλο ;
Φταίει η απουσία τραπεζικού δανεισμού, η υψηλή φορολογία, η γραφειοκρατία, η απουσία ισχυρής ζήτησης. Έως σήμερα η ελληνική μεταποίηση τα κατάφερνε λόγω των εξαγωγών, ωστόσο και αυτές έχουν φτάσει στα όρια τους. Χρειάζεται ένα σοκ η οικονομία.
Σημειώστε εδώ ότι για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο προϋπολογισμός προβλέπει ότι κινητήριος μοχλός της ελληνικής οικονομίας θα είναι  η εγχώρια ζήτηση, δηλαδή η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις. Έχει δηλαδή γίνει αντιληπτό, ότι δεν μπορεί να προχωρήσει η ελληνική οικονομία μόνο μέσω των εξαγωγών.
Έστω δηλαδή ότι η ανάπτυξη το 2020, πετυχαίνει τον στόχο του προϋπολογισμού και φτάνει στο 2,8%. Το θέμα δεν είναι να πετύχουμε ρυθμό κοντά στο 3% για ένα μόνο χρόνο. Το θέμα είναι να πετυχαίνουμε υψηλή ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα, δηλαδή για πολλά χρόνια.
Και αυτό δεν επιτυγχάνεται μόνο με την μείωση της φορολογίας, χρειάζεται ένα πιο σφαιρικό σχέδιο, όπου θα ρίξουμε το βάρος αποκλειστικά στις επενδύσεις, αλλά όχι σε αυτές που αφορούν real estate, κατοικίες, και τουρισμό. Nα τις εστιάσουμε μαζικά σε νέες τεχνολογίες, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην Εσθονία, παρά να επιμένουμε σε παραδοσιακά ξεπερασμένους τομείς.
Το πρόβλημα βρίσκεται στα ποιοτικά χαρακτηριστικά έστω και αυτών των λιγοστών επενδύσεων. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία, έχουν πολύ χαμηλή επίπτωση στην ανάπτυξη της οικονομίας, καθώς όχι μόνο δεν προστίθενται νέος τεχνολογικός εξοπλισμός, νέα εργοστάσια, νέες κατασκευές, αλλά και απουσιάζουν οι επενδύσεις στη καινοτομία, αυτές που πυροδοτούν παγκοσμίως σήμερα την αύξηση του ΑΕΠ. Αντίθετα το επιχειρείν στην Ελλάδα συνεχίζει να εστιάζει σε μεγάλο ακόμη βαθμό σε παραδοσιακούς τομείς, όπως ο τουρισμός, δίχως επομένως να προσθέτει στην ουσία νέο παραγωγικό δυναμικό στην οικονομία.
Τι θα συμβεί στο σενάριο που μια επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας το επόμενο διάστημα, χτυπήσει την ελληνική, η οποία προφανώς δεν θα έχει προλάβει ακόμη να μετασχηματισθεί ;
Περιγράφετε έναν υπαρκτό και μεγάλο κίνδυνο. Όταν η πλειοψηφία των ελληνικών εξαγωγών είναι στραμμένη στην Ευρωζώνη, αντιλαμβάνεσθε τι θα σήμαινε για το ΑΕΠ της Ελλάδας, μια μείωση της ζήτησης και της ανάπτυξης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Επομένως όχι μόνο χρειάζεται επιτάχυνση στις μεταρρυθμίσεις, αλλά και εστίαση σε εκείνες που θα μετασχηματίσουν την ελληνική οικονομία, σε παραγωγή τεχνολογίας, και παροχής υψηλών υπηρεσιών εκπαίδευσης, όχι μόνο τουρισμού. Έτσι μόνο θα εξασφαλίσουμε μια σταθερά υψηλή ανάπτυξη, και όχι συγκυριακή, για μια ή δύο χρονιές.

 ΙΣΤΟΧΩΡΟΣ LIBERAL.gr , ΔΕΥΤΕΡΑ 04.11. 2019


Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2019

Επενδύσεις : ζώντας και πεθαίνοντας με την ελπίδα.




Αν θέλουμε με μια λέξη να χαρακτηρίσουμε αυτό που διέπει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας χωρίς δυσκολία θα καταλήγαμε στη λέξη Επενδύσεις. Δεν υπάρχει ομιλία του πρωθυπουργού ή των μελών του οικονομικού επιτελείου που η λέξη επενδύσεις να μην επαναληφθεί τουλάχιστον δύο με τρεις φορές.  Σύμφωνα με το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2020, «η αύξηση των επενδύσεων αποτελεί άλλωστε κεντρικό στόχο της ασκούμενης από τη νέα Κυβέρνηση οικονομικής πολιτικής. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα , ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανέρχονταν πριν από την κρίση σε ποσοστά πάνω από το 20%, ενώ μετά το 2010 μειώθηκαν κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος είναι οι επενδύσεις, ως ποσοστό του ΑΕΠ, να πλησιάσουν σταδιακά τους ρυθμούς προ της κρίσης». 

Ως μεσοπρόθεσμο διάστημα θεωρούμε τα πέντε χρόνια. Υποθέτουμε ότι το ΑΕΠ στο διάστημα αυτό θα αυξηθεί κατά μέσο όρο ετησίως με ρυθμό 2,0%. Συνεπώς το μέγεθος ΑΕΠ μετά πέντε έτη  θα είναι 204 δις ευρώ. Για να είναι ο λόγος ΑΣΠΚ/ΑΕΠ ίσος με 20,0% θα πρέπει το μέγεθος του ΑΣΠΚ να φθάσει τα 40,8 δις ευρώ. Συνεπώς ο ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης  του ΑΣΠΚ θα πρέπει να είναι κατά μέσο όρο 15,3%. Πόσο πιθανή φαντάζει αυτή η εξέλιξη; Ρεαλιστικά μιλώντας λίγο έως πολύ λίγο πιθανή.  Αν θεωρήσουμε διάστημα 8 χρόνων , ceteris paribus, ο απαιτούμενος ετήσιος  ρυθμός αύξησης του ΑΣΠΚ  θα πρέπει να είναι 10,2%. Επίσης φαντάζει λίγο πιθανό. Σε απόλυτους αριθμούς κατά μέσο όρο ετησίως θα πρέπει ο ΑΣΠΚ, στην πρώτη περίπτωση, να αυξάνει κατά 4δις ευρώ, στη δε δεύτερη κατά 2,5 δις ευρώ πάντα σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.


Η κατανομή των επενδύσεων (ΑΣΠΚ), στους διάφορους τομείς επιτρέπει,  σε μια πρώτη ανάγνωση, να ανιχνεύσουμε το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας. Τα μνημονιακά προγράμματα εκτός των άλλων στόχων , μείωση των διπλών ελλειμμάτων, μείωση του δημοσίου χρέους, είχαν ως στόχο και την αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας.  Η αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας συνιστά διακηρυγμένο στόχο όλων των κυβερνήσεων της τρέχουσας δεκαετίας, πολιτικών κομμάτων, ερευνητικών και επιστημονικών φορέων και εμπειρογνωμόνων. Θεωρείται ίσως η βασικότερη προϋπόθεση για το οριστικό ξεπέρασμα της κρίσης και την εμπέδωση μιας βιώσιμης και ισχυρής ανάπτυξης. Το προηγούμενο παραγωγικό υπόδειγμα που θεωρήθηκε υπεύθυνο για την κρίση  από τους περισσότερους μελετητές της ελληνικής οικονομίας και το οποίο μέσω των μνημονιακών προγραμμάτων έπρεπε να μεταβληθεί, ως προς την κατανομή των επενδύσεων, παρουσιάζει την  παρακάτω εικόνα για την περίοδο 2002-2009, κατά μέσο όρο ετησίως ως ποσοστό του ΑΕΠ : στη βιομηχανία 8,4% , στις κατοικίες 9,2%, στις κατασκευές 4,8% . Αντιστοίχως την περίοδο 2010-2018 η εικόνα είναι η παρακάτω: στη βιομηχανία 5,3% , στις κατοικίες 3,6%, στις κατασκευές 4,0%. Δηλαδή η ελληνική οικονομία έφθασε στο τέλος των μνημονιακών προγραμμάτων παρουσιάζοντας τρομακτική μείωση του συνολικού ΑΣΠΚ σε σχέση με την προ κρίση περίοδο και μέσω αυτής της μείωσης μεταβλήθηκε η κατανομή του, λόγο του ότι μειώθηκε περισσότερο ο ΑΣΠΚ στις κατοικίες από την αντίστοιχη μείωση του ΑΣΠΚ στη βιομηχανία. Επιτεύχθηκε ο στόχος; Προφανώς επί της ουσίας όχι. Το ζητούμενο είναι αυτή η κατανομή να επιτευχθεί και να συνεχισθεί σε μια μεγεθυντική διαδικασίας της οικονομίας και όχι σε καθεστώς συνεχούς συμπίεσης. 
Υπ’ αυτές τις συνθήκες το ερώτημα είναι το ακόλουθο: Μπορούν οι επενδύσεις που κατευθύνονται στη βιομηχανία (εμπεριέχονται και οι τεχνολογικές επενδύσεις) να καλύψουν το κενό που άφησε η κατάρρευση των επενδύσεων στις κατοικίες; Η απάντησή μας είναι αρνητική.
Οι  επενδύσεις στη βιομηχανία,  το 2018 είναι 9,5 δις ευρώ, και σε ονομαστικούς όρους έχουν καλύψει λιγότερο από το 50,0% των προ κρίσης επιπέδων (21,9 δις ευρώ το 2007). Επομένως υπάρχει θεωρητικά χώρος. Η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος μεταφραζόμενο κυρίως σε αύξηση της εγχώριας ζήτησης μπορεί να δώσει ώθηση στις επιχειρηματικές επενδύσεις, αλλά η ώθηση αυτή δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί. Φθάνει να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη τους από το 2016 και μετά όταν ουσιαστικά τελειώνει η δημοσιονομική απορρόφηση - προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας. Επίσης, ένα ακόμη στοιχείο που φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της άποψής μας είναι ο βαθμός χρησιμοποίησης του εργασιακού δυναμικού στη βιομηχανία, στην ελληνική οικονομία, ο οποίος  την περίοδο 2009-2018, κατά μέσο όρο, ήταν 67,8% , ενώ την περίοδο 1995-2008, αντίστοιχα ήταν 75,96%.
 Θεωρητικά, και πρακτικά, όμως, υπάρχει μεγαλύτερος χώρος για τις επενδύσεις στις κατοικίες και στις συναφείς δραστηριότητες. Οι επενδύσεις αυτές έχουν καταρρεύσει (2007: 25,0 δις ευρώ , 2018: 1,2 δις ευρώ). Εκ των πραγμάτων είναι βέβαιον ότι  ο ένας πυλώνας της αναπτυξιακής στρατηγικής της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να  στοχεύει στην ενεργοποίηση του άξονα οικοδομή-real estate-τουρισμός. Τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα του στο σύνολο της οικονομίας είναι δεδομένα υψηλά.
Το ζήτημα είναι ότι η υπέρμετρη πριμοδότηση ( επειδή είναι και η πιο εύκολη) αυτού του τομέα θα οδηγήσει στη διατηρησιμότητα του παραγωγικού υποδείγματος που υποτίθεται ότι θέλαμε να αλλάξουμε και το οποίο πολλοί μελετητές υποστηρίζουν (άδικα κατά την άποψή μου) ότι μας οδήγησε στην κρίση.
Στο ότι το παλαιό υπόδειγμα  είναι πάντοτε παρόν, συνηγορεί και το ότι η προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων στην Ελλάδα είναι αβέβαιο αν θα λάβει τη μορφή παραγωγικών επενδύσεων (Greenfields) ικανών να μεταβάλουν με όρους βιωσιμότητας την παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας. Το πιθανότερο είναι το όποιο ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών να περιοριστεί στις ιδιωτικοποιήσεις και σε εξαγορές εταιρικών μεριδίων (π.χ. σε επιχειρήσεις υπό αναδιάρθρωση), σε τουριστικά ή άλλα ακίνητα, στα μεγάλα έργα υποδομής με κρατική συμμετοχή (π.χ. ενέργεια) και στην αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ακόμα και μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές βιομηχανίες ανακοίνωσε, πρόσφατα, επενδύσεις 20 εκατομμυρίων στο real estate!!!


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2019