Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019

Η μειωμένη ισχύς των ευρωπαϊκών δυνάμεων είναι ο βασικός λόγος της δημιουργίας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος





Υπάρχει μια εμπειρική , ιστορικής φύσεως , διαπίστωση αναφορικά με την χρονική περίοδο της απόφασης για τη  δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επί της ουσίας προκαλεί έναν σημαντικότατο προβληματισμό.  Είναι γνωστόν ,ότι ο «θεμέλιος λίθος» του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, τέθηκε στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα , ελάχιστα χρόνια μετά τη λήξη του Β. Παγκοσμίου Πολέμου .Ο ευρωπαϊκός χώρος υπήρξε η κεντρική  σκηνή των πλέων αιματηρών συγκρούσεων που παρακολούθησε ποτέ η ανθρωπότητα.
 Ο Β’ Παγκόσμιος  πόλεμος ήταν ο τελευταίος από μια ατέλειωτη σειρά πολεμικών συρράξεων στις οποίες είχαν εμπλακεί , από την μεταμεσαιωνική εποχή και μετά , όλες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις  με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
H λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να διακηρύττουν σε όλους τους τόνους, όρκους πίστεως υπέρ της διαρκούς ειρήνης και να υιοθετούν ομόφωνα το σύνθημα ποτέ πια πόλεμος .Γεννιέται αμέσως το ερώτημα: τι συνέβη και μεταβλήθηκε άρδην η συμπεριφορά των ευρωπαϊκών δυνάμεων; Πως οι χθεσινοί ιέρακες μεταμορφώθηκαν σε λευκές περιστερές.   ; Αυτοί που ήθελαν να «βγάλουν ο ένας το μάτι του άλλου» ξαφνικά έγιναν φίλοι και σύμμαχοι. Μάλιστα οι ευρωπαϊκές χώρες δεν διακήρυξαν απλά τη θέλησή τους για συνεχή ειρήνη , αλλά προχώρησαν και σε πρακτικά βήματα  αποφασίζοντας  να δημιουργήσουν χώρους άμεσης συνεργασίας μεταξύ τους με απώτερο σκοπό την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης. Το ερώτημα επομένως φαίνεται εύλογο διότι προέρχεται από μια εμπειρική  διαπίστωση  και συγχρόνως καίριο διότι συμπυκνώνει με τον καλλίτερο τρόπο την ουσία του προβλήματος.
Η Ευρώπη μέχρι και το 1945 λειτούργησε Πολιτικά με την εχθρότητα μεταξύ των  κυρίαρχων κρατών της για τον πολύ απλό λόγο ότι οι ευρωπαϊκές χώρες ήταν και  μεγάλες δυνάμεις. Τα συμφέροντά τους επεκτείνονταν πέρα από τα σύνορα της γηραιάς ηπείρου  και ως εκ τούτου οι κινήσεις τους ,οι ενέργειές τους ,οι πόλεμοι στους οποίους εμπλέκονταν είχαν επιπτώσεις και σε άλλες περιοχές της υφηλίου.
Στο πλαίσιο αυτό, από την Αναγέννηση και μετά, το σταθερό μοτίβο της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας ήταν οι διαδοχικές προσπάθειες των ηγετικών κρατών κάθε περιόδου να καταστρέψουν την ισορροπία ισχύος που διατηρούσε την ποικιλομορφία της ηπείρου, αποκτώντας την ηγεμονία σ’ αυτήν. Τρανταχτά παραδείγματα  οι Αψβούργοι αυτοκράτορες Κάρολος Ε΄ και Φρειδερίκος Β΄, οι Γάλλοι αυτοκράτορες Λουδοβίκος ΙΔ΄ και Ναπολέων Βοναπάρτης οι οποίοι προσπάθησαν να ηγεμονεύσουν από θέσεις στην κεντρική ενδοχώρα της Δυτικής Ευρώπης.
Οι βλέψεις αυτές δεν ευοδώθηκαν λόγο της αντίδρασης  δυνάμεων στις παρυφές της ηπείρου- της οθωμανικής αυτοκρατορίας την εποχή των Αψβούργων, των ναυτικών δυνάμεων της Ολλανδίας και της Αγγλίας την εποχή του Φιλίππου Β΄ και του Λουδοβίκου ΙΔ΄, της Αγγλίας και της Ρωσίας την εποχή του Ναπολέοντα. Ουσιαστικά, όμως, επί διακόσια χρόνια περίπου, από το 1740 έως το 1940, η Ευρώπη ρυθμιζόταν ουσιαστικά, εντός και διαμέσου των διαδοχικών συγκρούσεων των ευρωπαϊκών κρατών, από την Πενταρχία των δυνάμεων που θα συγκεντρώνονταν στη Βιέννη το 1815 – της Ρωσίας, της Αυστρίας, της Πρωσίας, της Γαλλίας και της Αγγλίας. Βάση αυτής της διεθνούς τάξης βρισκόταν η ειρήνη της Ουτρέχτης , που έβαλε τέλος στον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής, όταν μπήκε στο προσκήνιο ο διεθνής ρόλος της Αγγλίας ως «ήπιου, διακριτικού εγγυητή της ισορροπίας στην Ευρώπη». Από αυτή την περίοδο, εμφανίζεται η αντίληψη ότι η ηγεμονία και η ισορροπία δεν είναι αρχές τάξης που βρίσκονται σε σύγκρουση αποκλείοντας η μια την άλλη.
Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ευρωπαϊκές δυνάμεις υποβιβάστηκαν σχεδόν σε δευτερευούσης σημασίας δυνάμεις. Η αδυναμία τους να διαδραματίσουν ρόλο παγκόσμιας δύναμης και η ανάδειξη των ΗΠΑ σε ηγεμονεύουσα δύναμη του δυτικού κόσμου τις οδήγησε να αποδεχθούν την ομπρέλα ασφαλείας που τους προσέφεραν οι ΗΠΑ να ενταχθούν στο άρμα τους και να διαφοροποιήσουν την έννοια της Realpolitik, την οποία με πάθος μέχρι τότε ακολουθούσαν, εξαφανίζοντας την έννοια της εχθρότητας τοποθετώντας στη θέση της την ανταγωνιστικότητα προβάλλοντας ως raison detat την Συνεργασία και Οικονομική Αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών. Ουσιαστικά εγκατέλειψαν την Πολιτική και στράφηκαν στη διαχείριση της διαπραγμάτευσης και του συμβιβασμού. Το παζάρι μεταξύ εταίρων προήχθη σε βασική «πολιτική» πρακτική.  Το Πολιτικό αποπυκνώνεται και προβάλει παντοδύναμο το Οικονομικό. Η πολιτική αγορά γίνεται με αυτό τον τρόπο οικονομική αγορά. Ο Εχθρός μεταμορφώνεται σε οικονομικό ανταγωνιστή. Η ΕΕ λόγω της έλλειψης ισχύος αποποιείται τον ρόλο της κυρίαρχης δύναμης και την ανάγκη ποιούμενη φιλοτιμία , θεωρητικοποιεί την αδυναμία της προφασιζόμενη την εγγενή ειρηνικότητα της. Η ελεύθερη οικονομία της αγοράς στην ακραία φιλελεύθερη εκδοχή της αποτέλεσε εξ αρχής τον ιδρυτικό μύθο της ΕΕ. Στην παραδοχή αυτή το κράτος είναι απλά ο νυχτοφύλακας  που επιβλέπει τη σωστή λειτουργία των νόμων στη βάση των οποίων εξασφαλίζεται η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς αφού προηγουμένως με πολιτικές πράξεις το ίδιο το κράτος την έχει δημιουργήσει.
  Συνεπώς το Πολιτικό καταδικάζεται να αποποιηθεί την ίδια την ύπαρξή του και να λειτουργεί ως υπήκοος και υπηρέτης ενός απρόσωπου , έξω από τη συνείδηση των ανθρώπων, μηχανισμού. Όμως και αυτή η στενή αντίληψη που διακατέχει του ιθύνοντες της ΕΕ, αποτελεί μια τεράστια φενάκη.  Ο θάνατος του ευρωκεντρισμού που σε διεθνές επίπεδο ουσιαστικά ταυτίζεται με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό και την στυγνή αποικιοκρατία αποδυνάμωσε παντελώς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις και τις πρόσδεσε στο αμερικανικό αυτοκρατορικό – ιμπεριαλιστικό άρμα, αφήνοντας τους τουλάχιστον μέχρι σήμερα , μόνο τη δυνατότητα της  οικονομικής κερδοσκοπίας.  Η ΕΕ ως θεσμική οντότητα, με το σημερινό τρόπο αντίληψης που τη διαπερνά, έχει ασήμαντο ειδικό βάρος ως παίκτης στην διεθνή σκακιέρα της ισχύος. Η συμπεριφορά της έναντι της Τουρκίας αποτελεί ένα ακόμη απτό παράδειγμα.
ΥΣ  Η γερμανική κυβέρνηση απέφυγε την επιβολή εμπάργκο στην πώληση όπλων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς την Τουρκία, σύμφωνα με  δημοσίευμα της εφημερίδας Bild (16.10.2019), η οποία επικαλείται εμπιστευτικού χαρακτήρα έγγραφα του υπουργείου Εξωτερικών.

 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΚΥΡΙΑΚΗ 20.10.2019