Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2019

Με αφορμή την κατάρρευση της Thomas Cook.



Διαχρονικά στην Ελλάδα γινόταν προσπάθειες να ακολουθηθούν τα αναπτυξιακά πρότυπα των αναπτυγμένων χωρών αλλά πάντοτε με μεγάλη χρονική υστέρηση και χωρίς  τις απαιτούμενες βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχία του επιδιωκόμενου σκοπού. Το  γεγονός αυτό  οδηγούσε (ει) είτε σε αποτυχίες,  είτε στην εμφάνιση υβριδιακών  μορφωμάτων που γρήγορα απαξιώνονταν. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάπτυξη να βασιστεί κυρίως σε συγκυριακές επιλογές και σε ad hoc αποφάσεις.
 Είναι γνωστόν σε όλους οι επιπτώσεις που είχε στην αναπτυξιακή προοπτική των χωρών η εξάρτησή τους από λίγες πηγές εισοδημάτων, αντί μιας ευρείας γκάμας μεταποιημένων προϊόντων που κατευθύνονται σε διαφορετικές αγορές. Η αυξημένη μεταβλητότητα των εσόδων από λίγους κλάδους εξαγωγής, λόγω «καθήλωσης» της  εξειδίκευσης των συγκεκριμένων  οικονομιών μόνο σε αυτούς τους κλάδους, σε αντίθεση με τη συγκριτική σταθερότητα των εσόδων χωρών που έχουν έσοδα από ένα διαφοροποιημένο καλάθι προϊόντων και εξαγωγών, καταγράφεται  ως σημαντική και αρνητική επίπτωση για αυτές τις οικονομίες.
Το σημείο αυτό πρέπει να το προσέξουν όσοι υποστηρίζουν ένα οικονομικό υπόδειγμα  το οποίο καθιστά  τον ελληνικό τουρισμό βαριά  βιομηχανία της χώρας  περιορίζοντας την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο «κτίσιμο ξενοδοχείων και εστιατορίων».
Η πτώχευση του  ταξιδιωτικού κολοσσού , Thomas Cook, καθιστά επίκαιρες όσο ποτέ τις παραπάνω σκέψεις. Όπως είναι φυσικό αυτή η πτώχευση προκαλεί τριγμούς στο παγκόσμιο τουριστικό κύκλωμα με  δραματικές παρενέργειες  και στη χώρα μας. Ένα απρόβλεπτο ντόμινο αρνητικών εξελίξεων που επηρεάζει ξενοδοχεία, τουριστικούς πράκτορες, προμηθευτές, εργαζόμενους και φυσικά ταξιδιώτες. Είναι προφανές ότι από την ώρα που ο τουρισμός έχει μετατραπεί στη βασική πλουτοπαραγωγική πηγή της χώρας, είναι αναπόφευκτο μια τέτοιου μεγέθους κατάρρευση, να αφήσει βαθιά τα  σημάδια της.
Με αφορμή αυτό το γεγονός θα πρέπει να σημειωθεί εμφατικά ότι καμία  χώρα δεν μπορεί να ανέλθει στην αλυσίδα αξίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας  χωρίς να χρειαστεί να δημιουργήσει μια ευρεία μεταποιητική βάση. Προσοχή ομιλώ για μεταποιητική βάση η οποία,  δεν περιλαμβάνει μόνο την παραγωγή βιομηχανικών τελικών προϊόντων.
Η αλήθεια των εμπειρικών στοιχείων είναι καταλυτική:   τα προϊόντα μεταποίησης διαμορφώνουν τον κύριο όγκο του παγκόσμιου εμπορίου κατά 70% , ενώ ο κλάδος αποτελεί μόνο το 16% του παγκοσμίου ΑΕ Π. Η παραγωγή προϊόντων (αγαθών και υπηρεσιών) εξακολουθεί να αποτελεί  αναπόσπαστη προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός υγιούς παραγωγικού συστήματος. Αλλά ακόμα και τα προϊόντα που δεν είναι αποτέλεσμα μεταποίησης, όπως οι πρώτες ύλες ή τα αγροτικά προϊόντα, απαιτούν συχνά σαν εισροή προϊόντα μεταποίησης. Συνεπώς, η γενίκευση της προαναφερόμενης ανάλυσης, στην ανάγκη ύπαρξης μιας επαρκώς διαφοροποιημένης και υγιούς μεταποιητικής βάσης είναι εύλογη και ορθή.
Είναι  εύκολο να  καταγραφεί, στην ελληνική οικονομία, το ποσοστό στο οποίο διάφοροι κλάδοι χρησιμοποιούν  προϊόντα μεταποίησης σαν εισροές. Σε σύγκριση με την ΕΕ-17 τα ποσοστά αυτά είναι σημαντικά μικρότερα  δείχνοντας μια πραγματικότητα αρκετά οδυνηρή για την Ελλάδα. Σχεδόν στο σύνολο των κλάδων της ελληνικής οικονομίας τα προϊόντα μεταποίησης που χρησιμοποιούνται ως εισροές είναι πολύ μικρότερα.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμισθεί ότι η προσδοκώμενη υποκατάσταση της «ακριβής»  εγχώριας παραγωγής από φτηνές εισαγωγές και το προσδοκώμενο όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές έχει  αποδειχθεί μάλλον μικρής σημασίας, καθώς η μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, απόρροια της επακόλουθης διακοπής παραγωγικής δραστηριότητας, απόλυσης προσωπικού και μείωσης αποδοχών ειδικά στον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών (δηλαδή, κυρίως τη μεταποίηση), θα υπέρ αντισταθμίσει την οποιαδήποτε μείωση τιμών. Δεν χρειάζεται να σημειώσω ότι ακριβώς αυτή την στρατηγική έχουν ακολουθήσει μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις που υπηρετούν το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η απουσία συγκροτημένου πλαισίου για την επιδιωκόμενη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας επιτρέπει , κυρίως στις πολιτικές δυνάμεις της χώρας και σε τακτά χρονικά  διαστήματα, να επικαλούνται ως αναπτυξιακούς μοχλούς  είτε  ότι επικρατεί στο διεθνές περιβάλλον (πχ σήμερα είναι οι νεοφυείς επιχειρήσεις ) είτε ότι συγκυριακά παρουσιάζει μια σχετική δυναμική (πχ. ο τομέας του τουρισμού).

 Εφημερίδα ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ 29.09.2019