Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2019

Οι επενδύσεις και η ψυχολογία.




Η Ελληνική οικονομία, εκτός πολλών άλλων, έχει ανάγκη σημαντικής αύξησης των επενδύσεων. Τα μνημονιακά προγράμματα επέφεραν εξισορρόπηση των διπλών ελλειμμάτων με απολύτως λανθασμένο τρόπο : μείωσαν δραστικά τις επενδύσεις (ως % του ΑΕΠ, 2009: 18,34 και 2018: 11,07) ενώ άφησαν σχεδόν αμετάβλητο το μέγεθος της κατανάλωσης (ως % του ΑΕΠ,2009: 68,13 και 2018: 68,00). Η στόχευση ήταν ακριβώς η αντίστροφη.
Μετά από αυτή την εξέλιξη, οι δύο πρόσφατες ελληνικές κυβερνήσεις, καταβάλουν προσπάθειες, ρητορικές ως επί το πλείστον, προκειμένου να προσελκύσουν επενδύσεις. Η όλη προσπάθεια συνίσταται, ακολουθώντας τη βασική λογική του μνημονιακών προγραμμάτων, με σκοπό την ανάκτηση της εμπιστοσύνης εκ μέρους των επενδυτών της ελληνικής οικονομίας. Το πως γίνεται η ανάκτηση της εμπιστοσύνης βεβαίως είναι το ζητούμενο. Στη λογική της σημερινής κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας το μεγαλύτερο ποσοστό της ανάκτησης αποδίδεται στη ψυχολογία ενώ το απομένον ποσοστό αποδίδεται σε αντικειμενικούς οικονομικούς παράγοντες που αφορούν στη βελτίωση της προσφοράς. Μάλιστα αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η μακροοικονομική αντίληψη που επικρατεί για τη βελτίωση της προσφοράς είναι το δόγμα  ότι η απόλυτη δημοσιονομική ισορροπία είναι εγγενώς αναπτυξιακή.  
 Η ψυχολογία, με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται η κυρίαρχη σήμερα οικονομική θεωρία, είναι μια έννοια που αντανακλά ένα γενικό, αόριστο και διάχυτο κλίμα και το μόνο «αντικειμενικό» σημείο αναφοράς είναι οι αποδόσεις στην έκδοση χρέους όπως αυτές αξιολογούνται από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Το πόσο «αντικειμενικό» είναι αυτό το κριτήριο το αφήνω ασχολίαστο. Αναφέρω μόνο ότι η Ελλάδα σήμερα δανείζεται με σχεδόν το ίδιο κόστος από τις ΗΠΑ!!!  Η αντίληψη αυτή περισσότερο θυμίζει ελληνικές θυμοσοφίες που βολεύουν τρομακτικά πολιτικούς και μέσα ενημέρωσης (τελευταία προσχώρηση αυτή της καγκελαρίου Μέρκελ).
Όμως η έννοια της εμπιστοσύνης ανάλογα με τον τρόπο που προσλαμβάνεται προκαλεί σχεδόν κάθετες διαφοροποιήσεις στην ανάγνωση των οικονομικών δραστηριοτήτων και επομένως και στη άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Στην κεϋνσιανή προβληματική   η έννοια δεν αντανακλά ένα «γενικό, αόριστο και διάχυτο κλίμα» αλλά συνδέεται στενά με τα προβλήματα των μακροχρόνιων επενδύσεων. Η κατάσταση εμπιστοσύνης , όπως αποκαλείται , είναι ζήτημα το οποίο οι άνθρωποι της πράξης προσέχουν ιδιαίτερα. Οι οικονομολόγοι όμως, δεν το έχουν αναλύσει με προσοχή και ικανοποιούνται, κατά κανόνα, να το σχολιάζουν γενικά. Ιδιαίτερα , δεν έχει καταστεί σαφές ότι η συνάφειά του με τα οικονομικά προβλήματα προέρχεται από τη σημαντική επίδραση στον πίνακα οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου… Η κατάσταση εμπιστοσύνης είναι συναφής , επειδή είναι ένας από τους μείζονες παράγοντες που προσδιορίζουν τον πρώτο , που είναι το ίδιο πράγμα με τον πίνακα ζήτησης επενδύσεων.
 Είναι οι μακροχρόνιες επενδύσεις αυτές που αποτελούν το βασικό κλειδί ανάπτυξης της οικονομίας. «Οι περισσότερες, πιθανώς, από τις αποφάσεις μας να αναλάβουμε κάποια ενέργεια, τις πλήρεις συνέπειες των οποίων θα έχουμε ύστερα από πολλές ημέρες, μπορούν να ληφθούν ως αποτέλεσμα ζωικών κινήτρων- μιας αυθόρμητης ώθησης σε δράση παρά σε αδράνεια και όχι ως το αποτέλεσμα ενός σταθμικού μέσου ποσοτικών ωφελημάτων πολλαπλασιασμένων με ποσοτικές πιθανότητες. …Αν τα ζωικά πνεύματα εξασθενήσουν και η αυθόρμητη αισιοδοξία κλονιστεί, αφήνοντας μας να εξαρτιόμαστε από μαθηματικές και μόνο προσδοκίες, τότε η επιχειρηματικότητα θα σβήσει και θα πεθάνει- αν και οι φόβοι της απώλειας μπορεί να μην έχουν περισσότερο λογική βάση από ό,τι είχαν πριν οι ελπίδες του κέρδους… Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα εξαρτώνται από κύματα άλογης ψυχολογίας. Αντίθετα, η κατάσταση των μακροπρόθεσμων προσδοκιών συχνά είναι σταθερή και, ακόμη και όταν δεν είναι, οι άλλοι παράγοντες ασκούν τις αντισταθμιστικές τους επιδράσεις.
Άρα η βασική ερώτηση που προκύπτει για το ζήτημα των επενδύσεων στην ελληνική οικονομία αφορά πρωτίστως στην εμπιστοσύνη και στις προσδοκίες για τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις και όχι γενικά και αόριστα την έννοια της εμπιστοσύνης. Οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις χαρακτηρίζονται από το ότι συμβάλλουν πρωτίστως στην αναβάθμιση της παραγωγικής διαδικασίας. Ακινητοποιούνται για μακρύ χρόνο εντός των επιχειρήσεων και στις υποδομές που υποβοηθούν, πρωταρχικά, κατά τρόπο άμεσο, και δευτερευόντως με έμμεσο τρόπο στην παραγωγική διαδικασία των επιχειρήσεων.