Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2019

Μια πρώτη σκέψη για την οικονομική πολιτική της νέας κυβέρνησης



H οικονομική πολιτική που έχει εξαγγείλει η νέα κυβέρνηση , παρότι πρέπει να περιμένουμε αρκετά για να αποφανθούμε με βεβαιότητα μέχρι την κατάθεση του νέου προϋπολογισμού, στηρίζεται στη δραστική μείωση του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Ενώ η μείωση των φορολογικών συντελεστών σε σειρά δραστηριότητες κρίνεται αναγκαία και επιθυμητή εν τούτοις θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι υπάρχοντες περιορισμοί της οικονομίας αλλά και της οικονομικής θεωρίας και εμπειρίας.
-          Υπάρχει ο περιορισμός του πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% το οποίο έχει συμφωνηθεί μέχρι και το 2022 που δυστυχώς πρέπει να επιτυγχάνεται και αποτελεί τον αρνητικό υπερκαθορισμό της ελληνικής οικονομίας και στενεύει τα όρια άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής. Μάλιστα σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΕΕ αλλά και της Τραπέζης της Ελλάδος η Ελλάδα κινδυνεύει να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή της ως προς το στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2019, μετά τα δημοσιονομικά μέτρα που ψηφίστηκαν την 15η Μαΐου 2019.  Προκύπτει  δημοσιονομικό κενό ύψους 0,6% του ΑΕΠ, και επομένως το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί σε 2,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ. Η Κυβέρνηση βεβαίως υποστηρίζει ότι θα επιτευχθεί ο στόχος του 3,5%.

-          Η εκτιμώμενη μεγέθυνση του ΑΕΠ για το 2019 (ΕΕ: 2,1%, ΤτΕ 1,9%, ΙΟΒΕ 1,8%) υπολείπεται σημαντικά  του μεγέθους που υπάρχει στον προϋπολογισμό του 2019 (2,5%) δυσκολεύοντας περαιτέρω την εκτίναξη του ΑΕΠ σε σχεδόν διπλάσια μεγέθη που επιθυμεί και διακηρύττει η νέα κυβέρνηση για το 2020. Η αυξημένη εξωστρέφεια καθιστά την ελληνική οικονομία περισσότερο ευάλωτη στην επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οι πιθανότητες να  περιέλθει η γερμανική οικονομία σε ύφεση, με τεχνικούς όρους είναι σχεδόν 50%. Το ΑΕΠ συρρικνώθηκε σε τριμηνιαία βάση κατά 0,07% το δεύτερο τρίμηνο. Ενώ προβλέπουμε στασιμότητα της οικονομίας το τρίτο τρίμηνο, υπάρχει υψηλός κίνδυνος το ΑΕΠ να υποχωρήσει ελαφρώς περισσότερο. Δύο συναπτά τρίμηνα με συρρίκνωση ΑΕΠ θεωρούνται τεχνική ύφεση.


-          Για να πάμε από το 2% στο 4%, που είναι ο στόχος της νέας κυβέρνησης, δεν αρκούν οι φοροελαφρύνσεις, αλλά χρειάζεται και δομικός μετασχηματισμός της οικονομίας, που μόνο σε μικρό βαθμό έχει επιτευχθεί την τελευταία δεκαετία. Μετά δέκα χρόνια εφαρμογής των μνημονίων, το παραγωγικό υπόδειγμα εξακολουθεί να έχει όλα ή σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά της προ κρίσεως εποχή. Αποτελεί πρόκληση η διατήρηση ρυθμών ανάπτυξης ύψους 2,0% ετησίως, ή υψηλότερων, τα επόμενα χρόνια, η οποία προϋποθέτει: α) υγιή αύξηση των επενδυτικών δαπανών και του παραγωγικού δυναμικού, ιδίως σε κλάδους υψηλής παραγωγικότητας, β) ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας και γ) ενίσχυση του ποσοστού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών που συμμετέχουν ενεργά στην οικονομική ανάκαμψη. Όλα αυτά δεν μπορούν να προέλθουν μόνο από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών. Ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου, για το 2018, διαμορφώθηκε στο 11,09% του ΑΕΠ πολύ χαμηλά από το μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης μειωμένος και σε σύγκριση με το 2017 (12,51% του ΑΕΠ)

-          Η αγαπητή ιδέα της νεοκλασικής- νεοφιλελεύθερης σκέψης ότι οι μειώσεις των συντελεστών φορολογίας και συνεπώς οι μειώσεις των συνολικών φορολογικών εσόδων ,καλύπτονται μέσω της μεγέθυνσης του ΑΕΠ που δημιουργούν, δεν επιβεβαιώνεται εμπειρικά (πχ αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ) . Για να καλυφθεί «η τρύπα» που ανοίγει η μείωση των φορολογικών συντελεστών η ελληνική οικονομία θα πρέπει να μεγεθύνεται με ρυθμό πάνω από 4,0% !!! Ένας ρυθμός που καθόλου δε φαντάζει εφικτός, δεδομένου ότι σήμερα βρίσκεται στο 1,9%, που αποτελεί έναν ρυθμό καθόλου ευκαταφρόνητο, μάλιστα αν αναλογιστούμε ότι η Ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα αναπτυχθεί με ρυθμό 1,2% (2019) και 1,4% (2020). Στις ΗΠΑ με ρυθμό μεγέθυνσης 2,9% (2019) μόνο το 0,3% μπορεί να αποδοθεί στη μείωση των φορολογικών συντελεστών. Συνεπώς θα πρέπει να δούμε στην πράξη το πως θα λειτουργήσει  η μείωση των φορολογικών συντελεστών στο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ και πως στη συνέχεια αυτή η μεγέθυνση στην αύξηση των φορολογικών εσόδων  ώστε να καλυφθεί η «φορολογική τρύπα».
-          Πάντως είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι αυτοματισμοί που υποτίθενται στην νεοκλασική θεωρία μεταξύ μείωσης των φορολογικών , αύξησης του ΑΕΠ και αύξησης των εσόδων «πάσχουν» θεωρητικά και εμπειρικά. Η επιτυχημένη άσκηση της οικονομικής πολιτικής προϋποθέτει την χρήση όλων των διαθέσιμων οικονομικών μέσων σε κατάλληλους συνδυασμούς, ανάλογα με την προκύπτουσα  οικονομική συγκυρία. 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ 01.09.2019