Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2019

Επικίνδυνοι πολιτικοί οραματισμοί




Θα ξεκινήσω, το σημερινό άρθρο μου με μια ερώτηση, η οποία,  πιθανά, σε αρκετούς θα φανεί ως παραδοξολογία: τι ήταν αυτό που οδήγησε και θα οδηγεί πολλούς πολιτικούς στην αποτυχία και στην καταστροφή; Αρκετά συχνά ήταν μόνο τα λεγόμενα οράματά τουςς ή οι εμμονές στα λεγόμενα οράματά τους. Τι κακό υπάρχει στα οράματα των πολιτικών ηγετών; Απλά ότι δεν μπορούν να επιτευχθούν!!! Και πως το ξέρει κανείς αυτό; Το ξέρει από το πάθος για τα οράματα τα οποία, σχεδόν πάντοτε, παραμορφώνουν τη θέαση της πραγματικότητας. Πρόκειται, με απλά λόγια, για οράματα που στην ουσία δεν είναι τίποτε περισσότερο από απολήξεις μιας ιδεολογικής θέασης της πραγματικότητας.    
 «Όλοι οι άνθρωποι ονειρεύονται αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Εκείνοι που ονειρεύονται τη νύχτα στις σκονισμένες εσοχές του μυαλού τους, ανακαλύπτουν τη ματαιοδοξία εκείνων των εικόνων. Αλλά εκείνοι που ονειρεύονται την ημέρα είναι άνθρωποι επικίνδυνοι και για τους εαυτούς τους αλλά και για τους άλλους, γιατί θα μπορούσαν να σκηνοθετούν το όνειρό τους με ανοικτά μάτια για να το εφαρμόσουν»[1]  
Δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στη ζωή από το να ανακαλύψεις το ακριβές σημείο, από το οποίο πρέπει να παρατηρούνται και να κρίνονται όλα τα πράγματα, και ύστερα να παραμείνεις σ’ αυτό το σημείο, υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο  von Clausewitz [2].  
Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πως θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι  είναι η πραγματικότητα.
«Οι φιλόσοφοι αντιλαμβάνονται τα πάθη που μας βασανίζουν ως διαστροφές, στις οποίες οι άνθρωποι ενδίδουν από δικό τους φταίξιμο. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να τα περιγελούν, να τα οικτίρουν, να τα στηλιτεύουν ή (όσοι θέλουν να δείχνουν πιο ευσεβείς) να τα καταριώνται. Πιστεύουν ότι έτσι επιτελούν έργο θεάρεστο και αγγίζουν την υπέρτατη σοφία, εφόσον έμαθαν να εξυμνούν με χίλιους τρόπους μιαν ανθρώπινη φύση που δεν υπάρχει πουθενά και να κατακεραυνώνουν με τους λόγους των την πραγματική. Τούτο συμβαίνει επειδή αντιλαμβάνονται τους ανθρώπους όχι όπως είναι, αλλά όπως θα τους ήθελαν οι ίδιοι να είναι»[3]..
Οι αναλύσεις τέτοιου είδους στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη,  γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο.
«Έχοντας όμως για σκοπό να γράψω πράγματα χρήσιμα σ’ όποιον τα καταλαβαίνει, έκρινα σωστότερο να προχωρήσω ίσαμε την πραγματική αλήθεια του πράγματος κι όχι να σταματήσω στην εικόνα που φτιάνει η φαντασία.  Πολλοί χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες κι ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θάπρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θάπρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει»[4].
Ο Θουκυδίδης κινούμενος στην ίδια λογική θέτει επιπλέον μια ακόμη διάσταση. Γράφει[5] :
« Και ες μεν ακρόασιν ίσως το μη μυθώδες αυτών ατερπέστερον φανείται.όσοι δε βουλήσονται των τε γενομένων το σαφές σκοπείν και των μελλόντων ποτέ αύθις κατά το ανθρώπειον τοιούτων και παραπλησίων έσεσθαι, ωφέλιμα κρίνειν αυτά αρκούντως έξει, κτημα τε ες αιεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν ξύγκειται». Όπως υπογραμμίζει ο ίδιος, δεν γράφει για να τέρψει τους αναγνώστες αλλά για εκείνους που θέλουν να σχηματίσουν σαφή εικόνα για όσα έγιναν ,και για όσα όμοια ή παρόμοια με αυτά ,πρόκειται να συμβούν.
Το διάβασμα της πραγματικότητας σημαίνει αναζήτηση του ειδοποιού στοιχείου της συγκεκριμένης ιστορικής εποχής και της ιδιόμορφης αιτιότητας που το διέπει.  Αυτό μεταφράζεται  ως συνεχή προσπάθεια  αναζήτησης  των κινήτρων με βάση τα οποία κινητοποιούνται τα ατομικά ή θεσμικά υποκείμενα (πάντοτε κοινωνικά), εντός των εθνικών κρατών αλλά και τα ίδια τα έθνη κράτη στο διεθνές περιβάλλον, καθώς και  των διαθέσιμων  μέσων που μπορούν πιθανά να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να επιτύχουν τους επιλεγμένους στόχους.
Το διάβασμα και η κατανόηση της πραγματικότητας αποτελεί ως εκ τούτου, την αφετηρία εκδήλωσης όποιων ενεργειών αποβλέπουν με υψηλή πιθανότητα στην επίτευξη των επιλεγμένων στόχων. Το πως είναι πραγματικά ο κόσμος είναι μια πολύ δύσκολη προσπάθεια απείρως πιο δύσκολη από αντίστοιχες προσπάθειες  δεοντολογικού χαρακτήρα,  οι οποίες εύκολα αναφέρονται στο πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, αδιαφορώντας να αναφερθούν στο πως πραγματικά είναι. Ο κόσμος είναι γιομάτος από «νοητικές κατασκευές πλείστων όσων «θεωρητικών» και «αναλυτών πάσης φύσεως και παντός καιρού», τις οποίες μπορεί να παραλλάζει ή και να ανατρέπει κανείς επ’ άπειρον χωρίς να  μεταβάλλει τίποτε παραπάνω εκτός από τις μόδες που επικρατούν εναλλάξ σε τέτοιους αιθεροβάμονες και λεξιλάγνους κύκλους»[6]. Τέτοιου είδους απόψεις σηματοδοτούν τις περισσότερες φορές το θρίαμβο της ελπίδας επί της λογικής. Της επιθυμίας επί των πραγματικών δυνατοτήτων. «Εάν κάνεις λάθη και ζεις μέσα στη πλάνη, θα αποτύχεις σε ό,τι κι αν αναλάβεις να φέρεις εις πέρας, γιατί η παρανοημένη πραγματικότητα – ή ακόμα χειρότερα, η αγνοημένη ή περιφρονημένη πραγματικότητα – πάντα θα σε νικά στο τέλος».[7]
Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που διέρχεται σήμερα η χώρα μας, αναδύονται ποικιλότροπες και πολύμορφες αντιλήψεις–ερμηνείες που  απέχουν από την καταγραφή και περιγραφή της «πραγματικότητας» όπως αυτή συλλαμβάνεται, με όλες τις επιφυλάξεις και τα εγγενή προβλήματα που έχουν εντοπισθεί στη λειτουργία της,  από την συστηματική ανθρώπινη δραστηριότητα που ονομάζεται «επιστήμη». Δυστυχώς, αλλά καθόλα αναμενόμενο, και η νέα κυβέρνηση πάσχει από την ίδια ασθένεια με την προηγούμενη : το πρόγραμμά της διέπεται από δεοντολογικούς οραματισμούς που δεν λαμβάνουν υπόψη της την αδήριτη πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Ήδη, πριν «αλέκτωρ λαλήσει τρις», η πραγματικότητα έχει αρχίσει να επιβάλλει την άποψή της εξαναγκάζοντάς την σε – αρχικά- ήπιες προσαρμογές σε σχέση με την προγραμματική της ρητορεία, οι οποίες με το πέρασμα του χρόνου προφανώς θα γίνουν πιο έντονες.   




[1] T. E. Lawrence, Seven Pillars of Wisdom, Oxford 1922.
[2] Καρλ Φίλιππ Γκότλιμπ φον Κλαούζεβιτς, Περί του Πολέμου, Βάνιας 1999.
[3] Μπαρούχ Σπινόζα, Πολιτική Πραγματεία, Εκδόσεις Πατάκη, 2003.
[4] N. Machiavelli, Ο Ηγεμόνας, στο: N. Machiavelli, Έργα, τομ. Ι, Κάκτος , Αθήνα 1984, σελ. 266-267.
[5] Θουκυδίδης, Ιστορία, Α’ 22, εκδόσεις Κάκτος. «Και όσο στο να ακούει κανείς την αφήγησή μου, επειδή λείπει απ’ αυτήν το μυθικό, ίσως θα φανεί λιγότερο ευχάριστη. Όσοι όμως θα θελήσουν να γνωρίσουν με ακρίβεια αυτά που έγιναν κι εκείνα που, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, θα γίνουν κάποτε ξανά τέτοια ή παρόμοια, τούτοι να κρίνουν το έργο μου ωφέλιμο θα μου είναι αρκετό. Το έργο έχει γραφτεί πιο πολύ σαν μελέτημα παντοτινό, παρά σαν πρόσκαιρο ανάγνωσμα για να τ’ ακούν κάποιοι ευχάριστα»
[6] Π. Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου, εκδόσεις Θεμέλιο 1997, σ.382.
[7] I. Berlin, Κόντρα στο ρεύμα, εκδόσεις Scripta 2003, σ. 138.