Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2019

Με αφορμή την κατάρρευση της Thomas Cook.



Διαχρονικά στην Ελλάδα γινόταν προσπάθειες να ακολουθηθούν τα αναπτυξιακά πρότυπα των αναπτυγμένων χωρών αλλά πάντοτε με μεγάλη χρονική υστέρηση και χωρίς  τις απαιτούμενες βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχία του επιδιωκόμενου σκοπού. Το  γεγονός αυτό  οδηγούσε (ει) είτε σε αποτυχίες,  είτε στην εμφάνιση υβριδιακών  μορφωμάτων που γρήγορα απαξιώνονταν. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάπτυξη να βασιστεί κυρίως σε συγκυριακές επιλογές και σε ad hoc αποφάσεις.
 Είναι γνωστόν σε όλους οι επιπτώσεις που είχε στην αναπτυξιακή προοπτική των χωρών η εξάρτησή τους από λίγες πηγές εισοδημάτων, αντί μιας ευρείας γκάμας μεταποιημένων προϊόντων που κατευθύνονται σε διαφορετικές αγορές. Η αυξημένη μεταβλητότητα των εσόδων από λίγους κλάδους εξαγωγής, λόγω «καθήλωσης» της  εξειδίκευσης των συγκεκριμένων  οικονομιών μόνο σε αυτούς τους κλάδους, σε αντίθεση με τη συγκριτική σταθερότητα των εσόδων χωρών που έχουν έσοδα από ένα διαφοροποιημένο καλάθι προϊόντων και εξαγωγών, καταγράφεται  ως σημαντική και αρνητική επίπτωση για αυτές τις οικονομίες.
Το σημείο αυτό πρέπει να το προσέξουν όσοι υποστηρίζουν ένα οικονομικό υπόδειγμα  το οποίο καθιστά  τον ελληνικό τουρισμό βαριά  βιομηχανία της χώρας  περιορίζοντας την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο «κτίσιμο ξενοδοχείων και εστιατορίων».
Η πτώχευση του  ταξιδιωτικού κολοσσού , Thomas Cook, καθιστά επίκαιρες όσο ποτέ τις παραπάνω σκέψεις. Όπως είναι φυσικό αυτή η πτώχευση προκαλεί τριγμούς στο παγκόσμιο τουριστικό κύκλωμα με  δραματικές παρενέργειες  και στη χώρα μας. Ένα απρόβλεπτο ντόμινο αρνητικών εξελίξεων που επηρεάζει ξενοδοχεία, τουριστικούς πράκτορες, προμηθευτές, εργαζόμενους και φυσικά ταξιδιώτες. Είναι προφανές ότι από την ώρα που ο τουρισμός έχει μετατραπεί στη βασική πλουτοπαραγωγική πηγή της χώρας, είναι αναπόφευκτο μια τέτοιου μεγέθους κατάρρευση, να αφήσει βαθιά τα  σημάδια της.
Με αφορμή αυτό το γεγονός θα πρέπει να σημειωθεί εμφατικά ότι καμία  χώρα δεν μπορεί να ανέλθει στην αλυσίδα αξίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας  χωρίς να χρειαστεί να δημιουργήσει μια ευρεία μεταποιητική βάση. Προσοχή ομιλώ για μεταποιητική βάση η οποία,  δεν περιλαμβάνει μόνο την παραγωγή βιομηχανικών τελικών προϊόντων.
Η αλήθεια των εμπειρικών στοιχείων είναι καταλυτική:   τα προϊόντα μεταποίησης διαμορφώνουν τον κύριο όγκο του παγκόσμιου εμπορίου κατά 70% , ενώ ο κλάδος αποτελεί μόνο το 16% του παγκοσμίου ΑΕ Π. Η παραγωγή προϊόντων (αγαθών και υπηρεσιών) εξακολουθεί να αποτελεί  αναπόσπαστη προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός υγιούς παραγωγικού συστήματος. Αλλά ακόμα και τα προϊόντα που δεν είναι αποτέλεσμα μεταποίησης, όπως οι πρώτες ύλες ή τα αγροτικά προϊόντα, απαιτούν συχνά σαν εισροή προϊόντα μεταποίησης. Συνεπώς, η γενίκευση της προαναφερόμενης ανάλυσης, στην ανάγκη ύπαρξης μιας επαρκώς διαφοροποιημένης και υγιούς μεταποιητικής βάσης είναι εύλογη και ορθή.
Είναι  εύκολο να  καταγραφεί, στην ελληνική οικονομία, το ποσοστό στο οποίο διάφοροι κλάδοι χρησιμοποιούν  προϊόντα μεταποίησης σαν εισροές. Σε σύγκριση με την ΕΕ-17 τα ποσοστά αυτά είναι σημαντικά μικρότερα  δείχνοντας μια πραγματικότητα αρκετά οδυνηρή για την Ελλάδα. Σχεδόν στο σύνολο των κλάδων της ελληνικής οικονομίας τα προϊόντα μεταποίησης που χρησιμοποιούνται ως εισροές είναι πολύ μικρότερα.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμισθεί ότι η προσδοκώμενη υποκατάσταση της «ακριβής»  εγχώριας παραγωγής από φτηνές εισαγωγές και το προσδοκώμενο όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές έχει  αποδειχθεί μάλλον μικρής σημασίας, καθώς η μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, απόρροια της επακόλουθης διακοπής παραγωγικής δραστηριότητας, απόλυσης προσωπικού και μείωσης αποδοχών ειδικά στον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών (δηλαδή, κυρίως τη μεταποίηση), θα υπέρ αντισταθμίσει την οποιαδήποτε μείωση τιμών. Δεν χρειάζεται να σημειώσω ότι ακριβώς αυτή την στρατηγική έχουν ακολουθήσει μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις που υπηρετούν το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η απουσία συγκροτημένου πλαισίου για την επιδιωκόμενη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας επιτρέπει , κυρίως στις πολιτικές δυνάμεις της χώρας και σε τακτά χρονικά  διαστήματα, να επικαλούνται ως αναπτυξιακούς μοχλούς  είτε  ότι επικρατεί στο διεθνές περιβάλλον (πχ σήμερα είναι οι νεοφυείς επιχειρήσεις ) είτε ότι συγκυριακά παρουσιάζει μια σχετική δυναμική (πχ. ο τομέας του τουρισμού).

 Εφημερίδα ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ 29.09.2019


Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2019

Ρωγμές στην παγκοσμιοποίηση



Η εξάπλωση της παγκοσμιοποίησης, από τη δεκαετία του 1970, βασικά χαρακτηριστικά της οποίας ήταν η εφαρμογή των κανόνων του ελεύθερου εμπορίου, της απρόσκοπτης κίνησης των κεφαλαίων με βάση τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, συνοδεύτηκε, pari passu, από την εμφάνιση και τη σταδιακή εξάπλωση των Περιφερειακών Συμφωνιών Εμπορίου (ΠΣΕ). Αναφέρω, συνοπτικά,  τις πλέον γνωστές Περιφερειακές Συμφωνίες Εμπορίου στον πλανήτη.
Στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο υπάρχει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Ασία του Ειρηνικού οι σημαντικότεροι περιφερειακοί θεσμοί είναι:  η Ένωση των Κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας (Association of Southeast Asian Nations - ASEAN), η Οικονομική Συνεργασία Ασίας - Ειρηνικού (Asia - Pacific Economic Cooperation - APEC) και την  Οικονομική Συμφωνία Περιφερειακής Κατανόησης (Regional Comprehensive Economic Partnership - RCEP). Στη Βόρεια Αμερική, υπάρχει η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής (North American Free Trade Agreement - NAFTA).Στη Λατινική Αμερική λειτουργεί η  Κοινή Αγορά του Νότου (Mercado Común del Sur - MERCOSUR).
 Σύμφωνα με τα τελευταία υπάρχοντα στοιχεία, το ενδιαφέρον των χωρών να γίνουν μέλη κάποιας ΠΣΕ έχει αυξηθεί κατακόρυφα από τις αρχές του 21ου αιώνα. Ο αριθμός των χωρών που ανήκουν τουλάχιστον σε μία ΠΣΕ, από 70 την περίοδο της δεκαετίας του 1980, έχει αυξηθεί σε 200 το 2012 σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία
Πρωταγωνίστριες σε αυτή τη διαδικασία είναι οι λεγόμενες χώρες μεσαίων εισοδημάτων. . Αντίθετα, είναι μικρή η συμμετοχή των χωρών χαμηλού εισοδήματος.
Επίσης ένα επιπλέον ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η ίδια χώρα μπορεί να συμμετέχει σε περισσότερες από μία Περιφερειακές Συμφωνίες Εμπορίου. Κατά μέσο όρο, μια χώρα μεσαίου εισοδήματος βρίσκεται σε εμπορική συνεργασία με άλλες 20 χώρες μέσω των Περιφερειακών Συμφωνιών Εμπορίου. Στην περίπτωση των χωρών υψηλού εισοδήματος, ο αριθμός, αυτός αυξάνεται στις 45 χώρες.
Η μεγάλη επιστροφή των Περιφερειακών Συμφωνιών Εμπορίου, κυρίως από τη δεκαετία του 1980, μπορεί εύκολα να εξηγηθεί ως απάντηση στους φόβους αλλά και στα αποτελέσματα της εξάπλωσης των πολυμερών συμφωνιών εμπορίου και της δημιουργίας του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ειδικά μετά τις αποφάσεις του επονομαζόμενου Γύρου της Ντόχα. Είναι σίγουρο ότι αποτελεί μια δεύτερη επιλογή, στρατηγικής σημασίας, για όλες τις συμμετέχουσες χώρες, προκειμένου να βρουν καλύτερες θέσεις εμπορικής διαπραγμάτευσης από εκείνη που προσφέρουν το άμεσο ελεύθερο εμπόριο και οι κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ανεξαρτήτως του ότι, όλες οι Περιφερειακές Συμφωνίες πρέπει να τύχουν της έγκρισης του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
Μάλιστα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, οι χώρες αυξάνουν τις προσπάθειές τους να βρουν καλύτερο επίπεδο διαπραγμάτευσης, έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα τις πρόσθετες δυσκολίες.
Η οικονομική περιφεριοποίηση εξελίσσεται σε μια ολοένα και σημαντικότερη τάση της παγκόσμιας οικονομίας. Οι επιπτώσεις των περιφερειακών ενώσεων στο παγκόσμιο εμπόριο γίνονται όλο και πιο ευδιάκριτες. Η συνεχής αυτή τάση προς την οικονομική περιφεριοποίηση και η εκτροπή του διεθνούς εμπορίου από τη θεωρητική κατασκευή του «ελεύθερου εμπορίου» της καθαρής θεωρίας του εμπορίου, δείχνουν με σαφήνεια ότι η λεγόμενη πολυμερής θέσμιση της παγκόσμιας οικονομίας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και δεν αποτελεί παρά ακόμη μία οικονομική άσκηση επί χάρτου.
Το λεγόμενο διεθνές καθεστώς ελεύθερου εμπορίου δέχεται νέες απειλές στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα, γεγονός που καθιστά το μέλλον του αβέβαιο.   Κατ’ αρχάς, κλυδωνίζεται το θεωρητικό υπόβαθρο από το οποίο αντλούνται τα επιχειρήματα υπέρ της φιλελευθεροποίησης του εμπορίου λόγω της μετάβασης από το συγκριτικό στο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και της διαμόρφωσης και εδραίωσης της θεωρίας του στρατηγικού εμπορίου. Παράλληλα, οι εθνικές κυβερνήσεις αναπτύσσουν έναν προβληματισμό αναφορικά με την ανωτερότητα του ελεύθερου εμπορίου στην εθνική και παγκόσμια οικονομική ευημερία, λόγω των πολιτικών πιέσεων που δέχονται από τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης, οι οποίοι υπερασπίζονται ότι το ελεύθερο εμπόριο έρχεται σε σύγκρουση με τα τοπικά συμφέροντα, είναι υπεύθυνο για την αυξανόμενη ανεργία και συνιστά απειλή για την εθνική κυριαρχία και την κουλτούρα των εθνών, την ευημερία των εργαζομένων, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προστασία του περιβάλλοντος.
Τέλος, τα κράτη, προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των εγχώριων οικονομιών  από την παγκόσμια απειλή, όπως εκλαμβάνουν το ελεύθερο διεθνές εμπόριο, συσπειρώνονται σε συμμαχίες και αναπτύσσουν, με την υπογραφή προτιμησιακών εμπορικών συμφωνιών προστατευτικούς μηχανισμούς περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης.
Ο εντατικοποιημένος διεθνής ανταγωνισμός και ο οξυνόμενος αγώνας για την τεχνολογική υπεροχή εξελίχθηκαν σε σημαντικά στοιχεία που τροφοδοτούν την τάση προς την οικονομική περιφεριοποίηση. Στην Ευρώπη, την Αμερική, την Ασία του Ειρηνικού καθώς και αλλού, οι δεσπόζουσες δυνάμεις και οι σύμμαχοί τους σε κάθε περιφέρεια ένωσαν και ενώνουν τις δυνάμεις τους με σκοπό να αυξήσουν την οικονομική τους ισχύ και το διαπραγματευτικό τους βάρος στις παγκόσμιες οικονομικές διαπραγματεύσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η πρώτη περιφερειακή ένωση που συμμετέχει στις διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις ως περιφερειακό μπλοκ.
Η οικονομική περιφεριοποίηση έγινε ένα μέσο που επιτρέπει στις επιχειρήσεις της περιφέρειας να αυξάνουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητά τους. Οι διάφορες μορφές εμπορικών συμφωνιών (τελωνειακές ενώσεις, ζώνες ελεύθερου εμπορίου και ενιαίας αγοράς) προσφέρουν σε κάποιο βαθμό πλεονεκτήματα του ελεύθερου εμπορίου, όπως οικονομίες κλίμακας στην παραγωγή, ενώ ταυτόχρονα αρνούνται τα ίδια πλεονεκτήματα στους ξένους, εκτός κι αν αυτοί επενδύσουν στην εσωτερική αγορά και ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των χωρών - μελών για μεταφορές τεχνολογίας και δημιουργίας θέσεων εργασίας. Ο περιφεριοποίηση  διευκολύνει επίσης τη συνένωση των οικονομικών πόρων και τη συγκρότηση περιφερειακών επιχειρησιακών συμμαχιών. Ως εκ τούτου, είναι στην πράξη μια σημαντική στρατηγική την οποία μετέρχονται ομάδες κρατών για να αυξήσουν την πολιτική και οικονομική τους ισχύ.
Παρά τις αντιρρήσεις των οικονομολόγων της «καθαρής θεωρίας του εμπορίου», η αδήριτη πραγματικότητα δείχνει προς εντελώς άλλη κατεύθυνση. Η οικονομική  περιφεριοποίηση φαίνεται πως διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι της παγκόσμιας πολυμέρειας. Οι περιφερειακές συμφωνίες μπορούν να διευθετήσουν σημαντικά θέματα που δεν καλύπτονται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, ζητήματα που είναι σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά μέσω διαπραγματεύσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Μπορεί να διευκολύνει το εμπόριο μεταξύ των μελών της και να βοηθήσει στην οικονομική μεγέθυνση του συνόλου της περιφέρειας. Μπορεί επίσης να εγγυηθεί την πρόσβαση ορισμένων μικρότερων χωρών στις αγορές μεγαλύτερων χωρών.
Βεβαίως, η παρατηρούμενη αύξηση της περιφερειοποίησης της διεθνούς οικονομίας αντιπροσωπεύει σοβαρή πρόκληση για την αποτελεσματική διακυβέρνηση της παγκόσμιας οικονομίας.
Οι κίνδυνοι για μια τέτοια εξέλιξη υπάρχουν και μάλιστα έχουν αυξηθεί τελευταία λόγω των εξελίξεων στην παγκόσμια οικονομία, ειδικά μετά την προεδρία Τραμπ. Η τελευταία παρέμβαση του Αμερικανού προέδρου στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ είναι απολύτως σαφής: «το μέλλον δεν ανήκει στις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, αλλά στις πατριωτικές δυνάμεις».

 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ 29.09.2019

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

Η πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας και οι προσδοκίες




1.
Η εκλογή της νέας κυβέρνησης, όπως ήταν αναμενόμενο, έχει δημιουργήσει υψηλές θετικές προσδοκίες για τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ (Αποτελέσματα Οικονομικής Συγκυρίας, Ιούλιος 2019):
«Ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος κινείται έντονα ανοδικά τον Ιούλιο, στις 105,3 μονάδες από 101,0 μονάδες τον Ιούνιο, επίδοση που είναι η υψηλότερη από τον Μάρτιο του 2008. Σημειώνεται βελτίωση των προσδοκιών σε όλους τους επιχειρηματικούς τομείς, ανεξαιρέτως, Βιομηχανία, Λιανικό Εμπόριο, Υπηρεσίες και Κατασκευές. Ταυτόχρονα, η καταναλωτική εμπιστοσύνη φθάνει στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 12 ετών περίπου. Καθώς πρόκειται για την πρώτη μετεκλογική έρευνα είναι φανερό ότι η αρχική επίδραση του αποτελέσματος στις προσδοκίες πολιτών και επιχειρήσεων είναι θετική. Αυτό συμβαίνει βέβαια συστηματικά σχεδόν σε όλες τις εκλογικές διαδικασίες των τελευταίων ετών. Ήδη, έχουν καταγραφεί σε προγραμματικό επίπεδο και οι πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης που αναμένεται να οριοθετήσουν το πλαίσιο πολιτικής στο οποίο θα κινηθεί μεσοπρόθεσμα και θα διαμορφώσουν τις προσδοκίες στο επόμενο διάστημα. Βέβαια, η έρευνα καταγράφει μεν προσδοκίες από την πλευρά των πολιτών, αλλά και περισσότερο απτούς ποσοτικούς δείκτες ζήτησης από την πλευρά των επιχειρήσεων, οι οποίοι είναι σχετικά λιγότερο εξαρτημένοι από την πολιτική συγκυρία. Σε κάθε περίπτωση, καταγράφεται ισχυρή ενίσχυση της αισιοδοξίας στους πολίτες για βελτίωση των οικονομικών του νοικοκυριού τους αλλά και της χώρας, όπως και στις επιχειρήσεις, σε ηπιότερο βαθμό».
Η άμεση μετεκλογική περίοδος, σχεδόν πάντοτε, επιτρέπει στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις τη δημιουργία θετικών προσδοκιών για τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις. Τις περισσότερες φορές αυτές οι θετικές προσδοκίες εκφράζουν τις ιδιωτικές επιθυμίες του καθενός  οι οποίες διογκώνονται τεχνιέντως από τις συνήθεις ρητορείες των πολιτικών κομμάτων. Οι τελευταίες κατά κανόνα απέχουν από την πραγματικότητα της οικονομίας, και τους συγκεκριμένους περιορισμούς που αυτή επιβάλλει καθορίζοντας με αυτό τον τρόπο και τα όρια των δυνατοτήτων για δράση.
 Σήμερα, η εντύπωση, που προκύπτει από το πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης αλλά και τα πρώτα μέτρα (μείωση φορολογίας κτλ), τροφοδοτεί τις θετικές προσδοκίες και αποτελεί την αιτία της αποτυπωμένης ευφορίας στους δείκτες οικονομικού κλίματος.
Η δημιουργία και η διόγκωση των προσδοκιών, όμως, που απέχουν από την πραγματικότητα  ώστε να υπάρχουν υψηλές πιθανότητες επίτευξής των στο άμεσο μέλλον, πολλές φορές  λειτουργεί αρνητικά και θέτει την οικονομία σε κίνδυνο
Όμως αυτές οι καλλιεργούμενες προσδοκίες … κάποια στιγμή θα πρέπει να βρεθούν αντιμέτωπες με την αδήριτη πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας και τα βασικά προβλήματα που την διέπουν. Και δεν είναι λίγα. Η αλήθεια πάντα φθάνει με κάποια καθυστέρηση …αλλά πάντα φθάνει.
Το διάβασμα και η κατανόηση της πραγματικότητας αποτελεί ως εκ τούτου, την αφετηρία εκδήλωσης όποιων ενεργειών αποβλέπουν με υψηλή πιθανότητα στην επίτευξη των επιλεγμένων στόχων. Το πως είναι πραγματικά ο κόσμος είναι μια πολύ δύσκολη προσπάθεια απείρως πιο δύσκολη από αντίστοιχες προσπάθειες  δεοντολογικού χαρακτήρα,  οι οποίες εύκολα αναφέρονται στο πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, αδιαφορώντας να αναφερθούν στο πως πραγματικά είναι. Ο κόσμος είναι γιομάτος από «νοητικές κατασκευές πλείστων όσων «θεωρητικών» και «αναλυτών πάσης φύσεως και παντός καιρού», τις οποίες μπορεί να παραλλάζει ή και να ανατρέπει κανείς επ’ άπειρον χωρίς να  μεταβάλλει τίποτε παραπάνω εκτός από τις μόδες που επικρατούν εναλλάξ σε τέτοιους αιθεροβάμονες και λεξιλάγνους κύκλους»[1]. Τέτοιου είδους απόψεις σηματοδοτούν τις περισσότερες φορές το θρίαμβο της ελπίδας επί της λογικής. Της επιθυμίας επί των πραγματικών δυνατοτήτων. «Εάν κάνεις λάθη και ζεις μέσα στη πλάνη, θα αποτύχεις σε ό,τι κι αν αναλάβεις να φέρεις εις πέρας, γιατί η παρανοημένη πραγματικότητα – ή ακόμα χειρότερα, η αγνοημένη ή περιφρονημένη πραγματικότητα – πάντα θα σε νικά στο τέλος».[2]

2.
Προκειμένου να αποφύγουμε τα πολλά λόγια θα επιχειρήσουμε να δείξουμε την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας στον τομέα των επενδύσεων αλλά και στην αγορά εργασίας.
2.1
Η μακροχρόνια διατήρηση της επενδυτικής δαπάνης στα έτη εφαρμογής του μνημονιακού προγράμματος σε επίπεδο χαμηλότερο από το ύψος των αποσβέσεων εξασθένισε το απόθεμα του παραγωγικού κεφαλαίου της χώρας - τόσο σε όρους αξίας όσο και μη ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογικών καινοτομιών που έλαβαν πρόσφατα χώρα - με αποτέλεσμα η παραγωγικότητα της εργασίας είτε να φθίνει είτε να παραμένει υποτονική. Παρά την αύξηση του ΑΣΠΚ το 2017, δεν παρατηρείται  μία δυναμική ανάσχεσης των τάσεων αποεπένδυσης. Η  ελληνική οικονομία στο νέο έτος βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτή τη σημαντική πρόκληση.
 Από το 2011 ο Καθαρός Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου έχει περάσει σε αρνητικές τιμές (Γράφημα 1) ως συνέπεια της δραστικής μείωσης του ΑΣΠΚ  από το 2010.  Διατηρείται σε αρνητικές τιμές μέχρι και σήμερα. 

Γράφημα 1


Πηγή: European Commission's AMECO database, May 2018.





Στο ξέσπασμα της κρίσης (2008), οι επενδύσεις (Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου- ΑΣΠΚ, )  ανέρχονταν σε 23% του ΑΕΠ  ,εκ των οποίων 7,5 % του ΑΕΠ σε κατοικίες, 5,6 % του ΑΕΠ σε δημόσιες επενδύσεις, και 9,9% σε ιδιωτικές επιχειρηματικές επενδύσεις (Γράφημα 2). Αντιστοίχως το 2017,  το σύνολο των επενδύσεων είναι 12,9% του ΑΕΠ, εκ των οποίων, 0,5%. του ΑΕΠ είναι σε κατοικίες και 4,4 % του ΑΕΠ δημόσιες επενδύσεις, και 8,0% του ΑΕΠ σε ιδιωτικές επιχειρηματικές επενδύσεις.
Οι ιδιωτικές επιχειρηματικές επενδύσεις είναι σήμερα χαμηλότερες από το επίπεδο πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Οι επενδύσεις σε κατοικίες έχουν κυριολεκτικά καταρρεύσει και η συνεισφορά τους στη μείωση του ΑΣΠΚ είναι σημαντικότατη. Προσοχή , ο ΑΣΠΚ στις κατοικίες προσέφερε ετησίως πάνω από 20 δις ευρώ στις συνολικές επενδύσεις. Προκύπτει, επομένως, η ανάγκη, ετησίως, επιπλέον επενδύσεων ύψους  20 δις ευρώ . Αυτή είναι η αδήριτη πραγματικότητα.   Το καυτό ερώτημα είναι με ποιο τρόπο  θα υποκατασταθούν αυτές οι επενδύσεις προκειμένου το ποσοστό του ΑΣΠΚ να βρεθεί πάλι πλησίον του μέσου όρου των χωρών  της ΕΕ. Το ότι τουλάχιστον ένα μέρος από αυτό θα πρέπει να καλυφθεί από την αύξηση των επενδύσεων σε κατοικίες, θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητο. Όμως  η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην αγορά κατοικιών, στο τραπεζικό σύστημα αλλά και στο διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων δεν συνηγορεί ότι κάτι τέτοιο θα προκύψει μεσοπροθέσμως.
Γράφημα 2
Επενδύσεις σε πάγια κατά κατηγορία ως % του ΑΕΠ

 


Πηγή: Εβδομαδιαίο Δελτίο , ΣΕΒ, 20.12.2018

Οι δημόσιες επενδύσεις, επίσης, έχουν συμπιεσθεί, σε ανεπίτρεπτα χαμηλό επίπεδο, με πολλές δημόσιες υποδομές σε μεγάλη ανάγκη αναβάθμισης. Όμως και εδώ υπάρχουν αντικειμενικοί περιορισμοί (έλλειψη πόρων) αλλά και υποκειμενικοί (δημιουργία υπερπλεονασμάτων), εις βάρος των δημοσίων επενδύσεων.
Η κάλυψη του προαναφερθέντος επενδυτικού κενού χρειάζεται, πρωταρχικά,  την αρωγή της δημοσιονομικής πολιτικής. Απαιτείται η διαμόρφωση ενός φιλικότερου προς την ανάπτυξη μίγματος πολιτικής εντός του στενού πλαισίου που θέτει ο στόχος για την επίτευξη υψηλού δημοσιονομικού πρωτογενούς πλεονάσματος. Τούτο σημαίνει ότι χρειάζεται αφενός η πλήρης υλοποίηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και αφετέρου η μείωση των φορολογικών συντελεστών στο κεφάλαιο και την εργασία. Από την άλλη πλευρά, η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει να κινηθεί με τρόπο  ώστε να μην τεθεί εκ νέου σε αμφισβήτηση από τις διεθνείς αγορές το αξιόχρεο του ελληνικού κράτους. Συμπερασματικά: Οι επιχειρηματικές επενδύσεις παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα και η τόνωσή τους αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία. Σημαντική για την ενίσχυση των επιχειρηματικών επενδύσεων είναι η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων αναμένεται να επηρεάσει ευνοϊκά τη συνολική ζήτηση και την παραγωγικότητα του ιδιωτικού τομέα και να δημιουργήσει κίνητρα για την ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών.
Παράλληλα, μια αύξηση της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, με τραπεζικά κεφάλαια που μπορούν να προέλθουν μεταξύ άλλων από την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θα συμβάλει θετικά στην ανάληψη επενδυτικών σχεδίων.
2.2
Μια ακόμη πρόκληση για την ελληνική οικονομία για το 2019 αλλά και τα προσεχή έτη είναι η επαναφορά της αγοράς εργασίας σε ένα ρυθμισμένο σχέδιο ανάλογο με αυτό που επιβάλλει η κανονικότητα και το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, η αύξηση του κατώτατου μισθού στο πλαίσιο των δυνατοτήτων της οικονομίας, η πάταξη της ανασφάλιστης και αδήλωτης εργασίας και γενικά η εφαρμογή ενός ρυθμιστικού σχεδίου προστασίας της εργασίας αποτελεί τη βάση για την αύξηση της ευημερίας του ελληνικού λαού.
Σχετικά με την αύξηση του κατώτατου μισθού, στην χώρα μας, θα πρέπει να υπογραμμισθούν τα εξής.
Την τελευταία περίοδο κάτι φαίνεται να κινείται σε ορισμένες χώρες της ΕΕ σε σχέση με τις κατώτατες  αμοιβές εργασίας. Εκτός από την Πορτογαλία η οποία ακολουθεί με ακρίβεια το σχεδιασμό αύξησης του κατώτατου μισθού εδώ και τέσσερα χρόνια, και η Ισπανία , η Ελλάδα, η Γαλλία και η Τσεχία προγραμματίζουν αντίστοιχες κινήσεις. Παρότι οι αυξήσεις αυτές αφορούν σχετικά σε μικρό τμήμα του εργατικού δυναμικού , κάτω από το 10,0%, εντούτοις συμβάλλουν στη μείωση της ανισοκατανομής του εισοδήματος , στην σταθεροποίηση της κοινωνικής συνοχής και σαφέστατα στην οικονομική μεγέθυνση, από τη στιγμή που δεν προκαλούν ανυπέρβλητες χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις στις επιχειρήσεις. Μάλιστα σε πολλές χώρες η συμβολή τους (πχ στη Γερμανία[3]) στη μεγέθυνση του ΑΕΠ κρίνεται απολύτως θετική. 
Σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο κατώτατος μισθός είναι πολύ χαμηλότερος από το αποδεκτό όριο, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να έχουν πρόβλημα επιβίωσης. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ ο κατώτατος μισθός  θα πρέπει να βρίσκεται στα 2/3 του εθνικού ενδιάμεσου μισθού προκειμένου να επιτρέπει σε όσους τον λαμβάνουν να  ζουν με στοιχειώδη επάρκεια.


 ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΠΙΚΑΙΡΑ 14.09.2019



[1] Π. Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου, εκδόσεις Θεμέλιο 1997, σ.382.
[2] I. Berlin, Κόντρα στο ρεύμα, εκδόσεις Scripta 2003, σ. 138.
[3] Alexander Herzog-Stein, Camille Logeay, Patrick Nüß, Ulrike Stein and Rudolf Zwiener, The positive economic impact of Germany’s statutory minimum wage- an econometric analysis. IMK Report, September 2018.