Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

Συνέντευξη με τον Κώστα Μελά



Από τη δομή της νέας κυβέρνησης, επιλογές προσώπων και τρόπο παραγωγής πολιτικής, μπορούν, καταρχάς, να βγουν συμπεράσματα;
Προκύπτει, νομίζω, ένα ζήτημα και ένα ερώτημα. Η κυβέρνηση, τα υπουργικά συμβούλια ως εκφραστές της λαϊκής κυριαρχίας, παράγουν πολιτική. Εδώ, με τον σχεδιασμό και τον τρόπο που αντιμετωπίζει η νέα κυβέρνηση τα προβλήματα, ανακύπτει το ερώτημα για το ποιος παράγει την πολιτική από τη στιγμή που είναι δεδομένοι οι πολιτικοί στόχοι για κάθε Υπουργείο. Φαίνεται, ότι οι Υπουργοί δεν έχουν τη δυνατότητα, ή θα το δούμε αυτό στην πορεία, της συμμετοχής άμεσα στην επιλογή των στόχων της πολιτικής. Σχήμα που λειτουργεί ως προσπάθεια του νέου Πρωθυπουργού να «βάλει στην άκρη» τη βούληση των Υπουργών δεδομένου ότι οι στόχοι έχουν επιλεγεί από το επιτελείο του και θα διεκπεραιώνονται από τους ειδικούς που έχει τοποθετήσει σε κάθε Υπουργείο. Η έννοια του πολιτικού σχήματος, που υπάρχει σε κάθε Υπουργείο, φαίνεται ότι τίθεται εν αμφιβόλω. Είναι  το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει που δεν συνίσταται στο αν υπάρχει  συγκεντρωτισμός, αλλά στην  αντίληψη για το πώς παράγεται η πολιτική, ποιος θέτει τους στόχους.
Να έλθουμε στην οικονομία. Ήδη εμφανίζονται οι πρώτοι περιορισμοί στους σχεδιασμούς του Κ. Μητσοτάκη.
 Για να είμαστε αντικειμενικοί να ξεκινήσουμε από στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας. Πρώτα – πρώτα υπάρχει το θέμα της κάλυψης του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2019. Η τωρινή κυβέρνηση δεν έχει αποφανθεί για τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Τραπέζης Ελλάδος ότι θα είναι 2,9% μετά τα μέτρα της προηγούμενης κυβέρνησης.
Μα, τα μέτρα τα ψήφισε και αν ισχύουν οι δυσμενείς προβλέψεις πρέπει να πάρει πρόσθετα μέτρα.
 Σαφέστατα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει το πρόβλημα. Εκτός και αν παραδεχθεί ότι η προηγούμενη ηγεσία έχει δίκιο και θα πιαστεί ο στόχος.
Ο κ. Μοσκοβισί, υπενθύμισε, προχθές, ότι η Επιτροπή έχει προειδοποιήσει την προηγούμενη κυβέρνηση για τον κίνδυνο αυτό.
Υπάρχει ένα εξ αντικειμένου θέμα. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι τόσο οι προβλέψεις της Επιτροπής όσο και της Τράπεζας Ελλάδος, του ΙΟΒΕ χθες, όσον αφορά τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας το 2019 υπολείπονται από τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στον Προϋπολογισμό του 2019, που ήταν 2,5%. Τώρα μιλάμε για 2,1% (Επιτροπή), 1,9% (Τράπεζα Ελλάδος), 1,8% (ΙΟΒΕ). Εάν αυτές οι προβλέψεις επαληθευτούν, τότε και τα προϋπολογισθέντα έσοδα δεν θα επιβεβαιωθούν. Συνεπώς, πρέπει να περιμένουμε να δούμε πώς θα αντιμετωπίσει τα ζητήματα αυτά η νέα κυβέρνηση. Αν οι προβλέψεις επιβεβαιωθούν τότε ο δημοσιονομικός χώρος που προκύπτει για το 2019 και για το 2020 θα είναι πολύ μικρότερος και άρα είναι ερώτημα αν υπάρξει περιθώριο για να πάρει τα μέτρα μείωσης της φορολογίας που σχεδιάζει. Για το 2020 υπάρχει η θεωρία, απ΄ τη μεριά της νέας κυβέρνησης, ότι η μείωση της φορολογίας, η οποία κατά την άποψή μου πρέπει να γίνει, θα παράξει πρόσθετα έσοδα που θα καλύψουν το οποιοδήποτε κενό προκύψει στα έσοδα από τις μειώσεις, αυτομάτως από την πρόσθετη άνοδο του ΑΕΠ. Εδώ υπάρχουν μεγάλες ενστάσεις θεωρητικές και πρακτικές. Θεωρητικά, δεν πιστεύω ότι μπορεί να αυξηθεί το ΑΕΠ στο 4% τόσο σύντομα όταν οι προβλέψεις της Επιτροπής μιλούν για 2,2 % και δεδομένου ότι τα 2019 θα έχουμε υστέρηση. Επίσης, δεν πιστεύω ότι σε καμιά περίπτωση αυτή η απώλεια των εσόδων μπορεί να καλυφθεί ακόμη και αν το ΑΕΠ μεγεθυνθεί αρκετά. Έχουμε παραδείγματα όπως της κυβέρνησης Τραμπ. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της οικονομικής επιτροπής του Κογκρέσου ότι οι απώλειες των εσόδων τους τελευταίους 18 μήνες δεν μπόρεσαν να καλυφθούν από την αύξηση του ΑΕΠ.
Η κυβέρνηση της ΝΔ, όπως φαίνεται, τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά και γι’ αυτό μιλά ότι όσα έλεγε, με σκόπιμη χρονική απροσδιοριστία, θα υλοποιηθούν σε χρόνο τετραετίας.
Γι’ αυτό ανέδειξα και εγώ προηγουμένως τις δυσκολίες που προκύπτουν. Για παράδειγμα, με βάση υπολογισμούς, αν γίνει η μείωση του συντελεστή φορολογίας για το 2020 στο εισόδημα φυσικών προσώπων από 22% στο 9% και διατήρηση του αφορολόγητου, το κόστος μόνο γι’ αυτό ανέρχεται περίπου στα 2,5 δισ. Είναι αδύνατο, μιλώντας θεωρητικά, να καλυφθεί μόνο μέσω της αύξησης του ΑΕΠ αυτή η απώλεια εσόδων. Είναι, επίσης, πολύ δύσκολο, με δεδομένα όσα είπα για το 2019, να έχουμε αύξηση του ΑΕΠ 4% το 2020.
 Να μείνουμε περισσότερο στον στόχο του 4% αύξησης του ΑΕΠ. Όχι μόνο για το 2020 αλλά και μετά. Είναι εφικτός στόχος με βάση τη δομή της ελληνικής οικονομίας, την οικονομική πολιτική της Ευρωζώνης – που είναι πάντα εντός του φάσματος της λιτότητας – και τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις;
 Ο στόχος του 4% τίθεται διότι με βάση αυτόν υπολογίζεται ότι έτσι μπορούν να καλυφθούν τα έσοδα. Για το 2020 είναι πάρα πολύ δύσκολο. Για τα επόμενα έτη   τόσο η Ευρωπαϊκή  Επιτροπή όσο και ο ΙΟΒΕ προβλέπουν ότι η μακροπρόθεσμη τάση της μεγέθυνσης του ΑΕΠ είναι φθίνουσα και όχι  ανοδική.
 Ο ΙΟΒΕ στην ανακοίνωσή του προχθές παρατηρεί ότι τέτοιες αυξήσεις του ΑΕΠ δεν είναι εφικτές με βάση μόνο φορολογικές ελαφρύνσεις. Απαιτούνται δομικές αλλαγές που όμως τα δέκα χρόνια της κρίσης δεν έγιναν.
Είναι σωστό αυτό, διότι δεν μπορεί με τη φορολογία, και ειδικά τη φορολογία η οποία απαλύνει τις φορολογικές υποχρεώσεις των εισοδημάτων, να δημιουργήσει τέτοια πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα ώστε να εκτοξευθεί το ΑΕΠ πάνω από το 2% και να φθάσει το 4%. Ο πολλαπλασιαστής της κατανάλωσης είναι μικρός, γύρω στη μονάδα. Εκείνο που έχει σημασία, και δεν το λέει έως τώρα η κυβέρνηση, είναι ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν οι δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες έχουν υψηλό συντελεστή, περίπου 2,9 – 3,5. Δεν το έχω δει μέχρι τώρα. Είναι σκέψεις, φυσικά, όλα αυτά, που πρέπει να επιβεβαιωθούν μετά την κατάθεση του Προϋπολογισμού για το 2020. Να περιμένουμε λοιπόν. Από τα έως τώρα δεδομένα, ωστόσο, δεν είναι εύκολο να επιτευχθούν τέτοιοι ρυθμοί. Αφενός μιλά για μεταρρυθμίσεις αφετέρου, νομίζω ότι πρέπει αυτή η μείωση της φορολογίας να μεταφραστεί σε επενδύσεις και αυτό είναι το ζητούμενο αλλά και πάρα πολύ δύσκολο να επιβεβαιωθεί. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις πρέπει να συνδυαστεί η μείωση της φορολογίας με την αύξηση της αγοραστικής ικανότητας των εργαζομένων. Διότι αν δεν υπάρχει η απαιτούμενη ζήτηση κανένας επιχειρηματίας δεν θα επενδύσει, όταν δεν είναι σίγουρος ότι θα πουλήσει αυτό το οποίο θα παράξει.
 Ας έλθουμε τώρα στο 3,5% του πλεονάσματος. Παρενέβη και η ίδια η Μέρκελ, ενώ μπορούσε να το αποφύγει καθώς και ο κ. Ρέγκλινγκ ήταν σαφής αλλά και η Κομισιόν δια των Μοσκοβισί – Σεντένο.
Το πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο είναι, δυστυχώς, ο αρνητικός υπερκαθορισμός της οικονομίας. Δημιουργεί τη στενότητα της οικονομικής πολιτικής. Όποιοι βαθμοί ελευθερίας, έχει η νέα κυβέρνηση, λειτουργούν υπό την απειλή του 3,5%. Δεν έχω την αίσθηση ότι είναι έτοιμοι οι Ευρωπαίοι να μειώσουν τα πλεονάσματα έως το 2022 από 3,5% στο 2%. Μακάρι να το κάνουν, αλλά δεν το βλέπω. Όμως, όλοι γνωρίζουμε αυτό θα απαιτούσε αλλαγή στις συμφωνίες για τη διαχειρισιμότητα του ελληνικού χρέους και δεν νομίζω ότι οι δανειστές είναι διατεθημένοι. Η κατάσταση στην Ευρώπη δεν είναι αυτή που θα ευνοεί την ελληνική οικονομία και ειδικά τις εξαγωγές. Η επιτροπή προχθές είπε ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται το ΑΕΠ κατά 1,2% το 2019 και 1,4% το 2020, από 1,5% στην εαρινή πρόβλεψη. Αν η οικονομία λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η δραστηριότητα μειώνεται, δεν είναι ενθαρρυντικό, θετικό στοιχείο για να γίνει αυτό το άλμα προς τη μεγέθυνση του ΑΕΠ.
 Υπάρχουν και υψηλές προσδοκίες για επενδύσεις;
Όλα αυτά τα οποία λέγονται περί επενδύσεων που είναι έτοιμες να έλθουν κτλ καλό είναι να περιμένουμε. Τα έχουμε ακούσει πολλές φορές. Ότι, δηλαδή, οι επενδυτές είναι έτοιμοι να έλθουν όταν μειωθεί η φορολογία κ.τ.λ. κτλ. Ας το βρούμε, ας το φτιάξουμε πρώτα το ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον και να δούμε τότε πόσες, τελικά, επενδύσεις θα έλθουν.
Η εμμονή των δανειστών για το 3,5% και η επανάληψη με έμφαση τώρα ίσως έχει να κάνει και με το ότι δεν συμφωνούν με τα όσα προβλέπει για μειώσεις φόρων η νέα κυβέρνηση. Σαν να θέλει να προλάβει, να τα αποτρέψει, λόγω των απωλειών εσόδων που θα προκύψουν.
  Σαφέστατα, τους φοβίζει και αυτό. Τα δημοσιονομικά μέτρα που σχεδιάζονται είναι 6 δισ. Πιθανότατα θα προσκρούσουν στον προβληματισμό, τουλάχιστον, των Ευρωπαίων ότι δεν θα είναι δυνατό να επιτευχθεί το 3,5% πλεόνασμα που είναι το βασικό γι’ αυτούς.
  Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πιο προσεκτική εδώ, πιο μετριοπαθής και έβαλε στόχο το 2,5% για ετήσιο πλεόνασμα και με ταυτόχρονη εγγύηση, επιπλέον, από τα αποθεματικά, αν δεν πιαστεί το 3,5%. Δεν απορρίφθηκε ποτέ.
Ναι, αλλά και δεν τέθηκε ποτέ επισήμως νομίζω. Μάλλον δεν θα το δέχονταν. Διότι και αυτό, έστω, θα άλλαζε τη διαχείριση του χρέους.