Κυριακή, 14 Ιουλίου 2019

Δύο σκέψεις για τη νέα κυβέρνηση




Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της κυβέρνησης της ΝΔ υπό τον κ. Κ. Μητσοτάκη είναι χωρίς αμφιβολία τα παρακάτω:
Πρώτον, η νέα δομή και λειτουργία της ίδιας της κυβέρνησης. Το γνωστό ήδη σχέδιο, έχω την γνώμη ότι είναι καθαρά πρωθυπουργικό, με την έννοια ότι όλα σχεδιάζονται και ελέγχονται από το πρωθυπουργικό γραφείο.  Η παραγωγή πολιτικής φαίνεται ότι θα γίνεται μεταξύ του πρωθυπουργού και των άμεσων συνεργατών του. Αυτό μεταφράζεται στο ότι όχι μόνο η επιλογή των στόχων θα γίνεται στο πρωθυπουργικό γραφείο αλλά και η επιλογή των μέσων που θα χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη αυτών των στόχων. Αυτό τεκμαίρεται από το ότι όλοι οι υφυπουργοί (οι οποίοι θεωρούνται εξειδικευμένοι στο αντικείμενο που τους έχει ανατεθεί) αναφέρονται στον πρωθυπουργό και θα παρακολουθείται η πρόοδος της επίτευξης των στόχων μέσω του πληροφοριακού προγράμματος ΜΑΖΙ και των ανθρώπων που θα το χειρίζονται εγκαταστημένοι ανά δύο σε κάθε υπουργείο.
Η παλαιά αυτή σύλληψη ουσιαστικά επιχειρεί να μετατρέψει την κυβέρνηση σε ένα μηχανισμό αντίστοιχο μιας μεγάλης επιχείρησης.  Προκύπτουν δύο θέματα :  ποιο θα είναι το περιθώριο παραγωγής πολιτικής από τους αρμόδιους υπουργούς σε σχέση με τις κεντρικές επιλογές, καθώς και πως θα εξελιχθεί η συγκατοίκηση με τους υφυπουργούς που δεν θα βρίσκονται ουσιαστικά υπό την εποπτεία τους. Η ανάδυση συγκρούσεων είναι δεδομένη. Όμως το πρόβλημα είναι ο τρόπος που αυτές  θα επιλύονται και προς τα που θα γέρνει η πλάστιγγα. Αν η βαθύτερη σκέψη του σχεδιασμού αποβλέπει στην ουσιαστική α-πολιτικοποίηση της  κυβέρνησης και τη μετατροπή της σε ένα σύστημα διευθυντών που εκτελούν κατά γράμμα της εντολές του πρωθυπουργικού γραφείου προκειμένου να γίνει υπέρβαση όλων των σχέσεων εξουσίας (θετικών ή αρνητικών)  που ,εν τοις πράγμασι,  δημιουργούνται στους χώρους διακυβέρνησης, νομίζω ότι θα αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες.
Η ιδεολογία και η πολιτική θεώρηση που υπηρετεί η νέα κυβέρνηση φαίνεται εξ αρχής να υποτιμά τις κοινωνικές διεργασίες που συντελούνται στο κοινωνικό σώμα και που εκφράζονται και στους χώρους εξουσίας. Πιθανόν, χωρίς την πίεση των κοινωνικών δυνάμεων, οι πολιτικές ιδέες να μην είχαν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Υπάρχει η εντύπωση ότι όταν υπάρχει συμφωνία ως προς τους σκοπούς, τα μόνα ζητήματα που τίθενται είναι όσα σχετίζονται με τα μέσα, και τα ζητήματα αυτά δεν είναι πολιτικά, αλλά τεχνικά: μπορούν δηλαδή να διευθετηθούν από ειδικούς ή μηχανές, όπως ακριβώς τα ζητήματα που ανακύπτουν μεταξύ μηχανικών ή γιατρών. Αυτό εξηγεί γιατί εκείνοι που εναποθέτουν όλες τις ελπίδες σε ένα κοσμοϊστορικό φαινόμενο, - πχ, στον απόλυτο θρίαμβο του Λόγου και της ορθολογικότητας- είναι πεπεισμένοι πως όλα τα πολιτικά και τα ηθικά προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν σαν απλά τεχνικά προβλήματα. Αυτό είναι και το νόημα της περίφημης φράσης του Engels σχετικά με το πέρασμα «από τη διακυβέρνηση των ανθρώπων στη διαχείριση των πραγμάτων». Όμως η πολιτική γλώσσα και η πολιτική δράση δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές παρά μόνο στο πλαίσιο των ζητημάτων που διχάζουν τους ανθρώπους.
Δεύτερον, η οικονομική πολιτική που έχει εξαγγείλει η νέα κυβέρνηση , παρότι πρέπει να περιμένουμε αρκετά για να αποφανθούμε με βεβαιότητα μέχρι την κατάθεση του νέου προϋπολογισμού, στηρίζεται στη δραστική μείωση του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Ενώ η μείωση των φορολογικών συντελεστών σε σειρά δραστηριότητες κρίνεται αναγκαία και επιθυμητή εν τούτοις θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι υπάρχοντες περιορισμοί της οικονομίας αλλά και της οικονομικής θεωρίας και εμπειρίας.
-          Υπάρχει ο περιορισμός του πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% το οποίο έχει συμφωνηθεί μέχρι και το 2022 που δυστυχώς πρέπει να επιτυγχάνεται και αποτελεί τον αρνητικό υπερκαθορισμό της ελληνικής οικονομίας και στενεύει τα όρια άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής. Μάλιστα σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΕΕ αλλά και της Τραπέζης της Ελλάδος η Ελλάδα κινδυνεύει να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή της ως προς το στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2019, μετά τα δημοσιονομικά μέτρα που ψηφίστηκαν την 15η Μαΐου 2019.  Προκύπτει  δημοσιονομικό κενό ύψους 0,6% του ΑΕΠ, και επομένως το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί σε 2,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ.

-          Η εκτιμώμενη μεγέθυνση του ΑΕΠ για το 2019 (ΕΕ: 2,1%, ΤτΕ 1,9%, ΙΟΒΕ 1,8%) υπολείπεται σημαντικά  του μεγέθους που υπάρχει στον προϋπολογισμό του 2019 (2,5%) δυσκολεύοντας περαιτέρω την εκτίναξη του ΑΕΠ σε σχεδόν διπλάσια μεγέθη που επιθυμεί και διακηρύττει η νέα κυβέρνηση για το 2020. Η αυξημένη εξωστρέφεια καθιστά την ελληνική οικονομία περισσότερο ευάλωτη στην επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, γεγονός που αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, και στη στασιμότητα των διεθνών τουριστικών αφίξεων στο 4μηνο του 2019. Οι τουριστικές εισπράξεις, μετά από ένα εντυπωσιακό ξεκίνημα το 1ο τρίμηνο του 2019 – αύξηση 37,7% ετησίως – επιβραδυνθήκαν στο 6,7% ετησίως τον Απρίλιο (23,3% ετησίως το 4μηνο), με κόπωση της γερμανικής αγοράς. Το πιθανότερο σενάριο  προβλέπει μηδενική αύξηση στα τουριστικά έσοδα το 2019.

-          Για να πάμε από το 2% στο 4%, που είναι ο στόχος της νέας κυβέρνησης, δεν αρκούν οι φοροελαφρύνσεις, αλλά χρειάζεται και δομικός μετασχηματισμός της οικονομίας, που μόνο σε μικρό βαθμό έχει επιτευχθεί την τελευταία δεκαετία. Μετά δέκα χρόνια εφαρμογής των μνημονίων, το παραγωγικό υπόδειγμα εξακολουθεί να έχει όλα ή σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά της προ κρίσεως εποχή. Αποτελεί πρόκληση η διατήρηση ρυθμών ανάπτυξης ύψους 2,0% ετησίως, ή υψηλότερων, τα επόμενα χρόνια, η οποία προϋποθέτει: α) υγιή αύξηση των επενδυτικών δαπανών και του παραγωγικού δυναμικού, ιδίως σε κλάδους υψηλής παραγωγικότητας, β) ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας και γ) ενίσχυση του ποσοστού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών που συμμετέχουν ενεργά στην οικονομική ανάκαμψη. Όλα αυτά δεν μπορούν να προέλθουν μόνο από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών.

-          Η αγαπητή ιδέα της νεοκλασικής – νεοφιλελεύθερης  σκέψης ότι οι μειώσεις των συντελεστών φορολογίας και συνεπώς οι μειώσεις των συνολικών φορολογικών εσόδων ,καλύπτονται μέσω της μεγέθυνσης του ΑΕΠ που δημιουργούν, δεν επιβεβαιώνεται εμπειρικά (πχ αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ) . Για να καλυφθεί «η τρύπα» που ανοίγει η μείωση των φορολογικών συντελεστών η ελληνική οικονομία θα πρέπει να μεγεθύνεται με ρυθμό πάνω από 4,0% !!! Ένας ρυθμός που καθόλου δε φαντάζει εφικτός, δεδομένου ότι σήμερα βρίσκεται στο 1,9%, που αποτελεί έναν ρυθμό καθόλου ευκαταφρόνητο, μάλιστα αν αναλογιστούμε ότι η Ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα αναπτυχθεί με ρυθμό 1,2% (2019) και 1,4% (2020). Στις ΗΠΑ με ρυθμό μεγέθυνσης 2,9% (2019) μόνο το 0,3% μπορεί να αποδοθεί στη μείωση των φορολογικών συντελεστών. Συνεπώς θα πρέπει να δούμε στην πράξη το πως θα λειτουργήσει  η μείωση των φορολογικών συντελεστών στο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ και πως στη συνέχεια αυτή η μεγέθυνση στην αύξηση των φορολογικών εσόδων  ώστε να καλυφθεί η «φορολογική τρύπα».
-          Πάντως είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι αυτοματισμοί που υποτίθενται στην νεοκλασική θεωρία μεταξύ μείωσης των φορολογικών , αύξησης του ΑΕΠ και αύξησης των εσόδων «πάσχουν» θεωρητικά και εμπειρικά. Η επιτυχημένη άσκηση της οικονομικής πολιτικής προϋποθέτει την χρήση όλων των διαθέσιμων οικονομικών μέσων σε κατάλληλους συνδυασμούς, ανάλογα με την προκύπτουσα  οικονομική συγκυρία.