Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

Η εξέλιξη των δημοσίων επενδύσεων την περίοδο 2016-2018, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών.




Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών η εξέλιξη της εκτέλεσης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, για τα έτη 2016-2018 είναι η ακόλουθη:
1.«Οι πρωτογενείς δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού , συμπεριλαμβανομένης και της επίπτωσης της μεταβολής των απλήρωτων υποχρεώσεων, για το 2018 παρουσιάζονται αυξημένες κατά 1.085 εκατ. ευρώ ή 2,2% έναντι του στόχου (49.298 εκατ. ευρώ). Ειδικότερα, οι δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού (πλην τόκων) παρουσιάζονται αυξημένες κατά 1.548 εκατ. ευρώ ή 3,6% έναντι του στόχου, ενώ οι δαπάνες του Π.Δ.Ε. παρουσιάζονται μειωμένες κατά 463 εκατ. ευρώ ή 6,9% έναντι του στόχου».
Πηγή:
Παρακολούθηση επίτευξης στόχων εκτέλεσης δαπανών κρατικού προϋπολογισμού δελτίο δωδεκαμήνου 2018. Υπουργείο Οικονομικών, Γενικό λογιστήριο του κράτους. Αθήνα, Μάρτιος 2019.


2. «Οι πρωτογενείς δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού , συμπεριλαμβανομένης και της επίπτωσης της μεταβολής των απλήρωτων υποχρεώσεων, για το 2017 παρουσιάζονται αυξημένες κατά 641 εκατ. ευρώ ή 1,3% έναντι του στόχου (50.071 εκατ. ευρώ). Ειδικότερα, οι δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού (πλην τόκων) παρουσιάζονται αυξημένες κατά 236 εκατ. ευρώ ή 0,5% έναντι του στόχου, ενώ οι δαπάνες του Π.Δ.Ε. παρουσιάζονται μειωμένες κατά 877 εκατ. ευρώ ή 13,0% έναντι του στόχου (6.749 εκατομμύρια ευρώ)»

Πηγή:
Παρακολούθηση επίτευξης στόχων εκτέλεσης δαπανών κρατικού προϋπολογισμού δελτίο δωδεκαμήνου 2017. Υπουργείο Οικονομικών, Γενικό λογιστήριο του κράτους. Αθήνα, Μάρτιος 2018.

3. Οι  δαπάνες του Π.Δ.Ε , για το 2016 παρουσιάζονται μειωμένες κατά 451 εκατ. ευρώ ή 6,8% έναντι του στόχου (6.750 εκατομμύρια ευρώ)

Πηγή:
Παρακολούθηση επίτευξης στόχων εκτέλεσης δαπανών κρατικού προϋπολογισμού δελτίο δωδεκαμήνου 2016. Υπουργείο Οικονομικών, Γενικό λογιστήριο του κράτους. Αθήνα, Μάρτιος 2017.

4. Επιπλέον, το 2019 το ΠΔΕ μειώθηκε κατά 550 εκατ. ευρώ σε σχέση με το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα 2019-2022 που είχε εγκριθεί τον Ιούνιο 2018. Για το έτος 2019 προβλέπεται η διάθεση πόρων 6.750εκατ. ευρώ από το ΠΔΕ, (Εισηγητική έκθεση Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2019,σ. 56), ενώ στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2019-2022 (σ.78)  το αντίστοιχο ύψος ήταν 7300 εκατ. ευρώ. Υπάρχει κάποια τροποποίηση του κρατικού προϋπολογισμού σχετικά με το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων που διαφοροποιεί τα παραπάνω;

5.
Στον Πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι δημόσιες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ. Είναι εμφανής η μείωση τους την περίοδο 2016-2018. Οι αριθμοί πολλές φορές λένε την αλήθεια στερώντας με καταλυτικό τρόπο τις  άνευ νοήματος ρητορείες.
Στην οικονομία όλα τα μακροοικονομικά μεγέθη αποκτούν νόημα ως προς την χρονική εξέλιξή τους, μόνο συγκρινόμενα με την αντίστοιχη χρονική εξέλιξη του βασικού μεγέθους του ΑΕΠ.  Η αναφορά απολύτων μεγεθών αδυνατεί να παράσχει αυτό το νόημα. Το γνωρίζουν όλοι όσοι έχουν στοιχειώδεις οικονομικές γνώσεις.


Δημόσιες επενδύσεις ως % ΑΕΠ



2011
2,5

2012
2,5

2013
3,4

2014
3,7

2015
3,8

2016
3,5

2017
3,25

2018
3


6.
Συμπερασματικά από τα παραπάνω προκύπτει η εξέλιξη των δημοσίων επενδύσεων με τα στοιχεία του αρμοδίου Υπουργείου οικονομικών, στα οποία πρέπει να προστρέχουμε, όπως και των άλλων εγχωρίων και διεθνών θεσμικών οργανισμών (ΕΛΣΤΑΤ, ΤτΕ, ΕUROSTAT, ΔΝΤ κτλ). Η μη αναφορά των πηγών  δείχνει πρωτίστως συνειδητή εκλογίκευση με σκοπό την απόκρυψη της αλήθειας  και προσπάθεια αποπροσανατολισμού ενώ δευτερευόντως άγνοια του πως πραγματοποιείται η έρευνα στον χώρο της οικονομίας και η χρήση των στοιχείων από τις πρωτογενείς πηγές.
 Με αφορμή αυτή την παρατήρηση θα κλείσω αυτό το σημείωμα λέγοντας τα εξής:
Νομίζω  , ότι πίσω από  την προσπάθεια εξαπάτησης των άλλων  ,κρύβεται ουσιαστικά η  εξαπάτηση του εαυτού  μας. Ας αναρωτηθούμε λοιπόν με σοβαρότητα :
Γιατί εξαπατούμε τον εαυτό μας; Γιατί αποκρύπτουμε την αλήθεια από τον εαυτό μας; Γιατί προβάλλουμε στους άλλους χαρακτηριστικά που στην πραγματικότητα αφορούν εμάς και ύστερα τους επικρίνουμε για αυτά; Γιατί απωθούμε δυσάρεστες εμπειρίες, κατασκευάζουμε πλαστές αναμνήσεις, εκλογικεύουμε ανήθικες συμπεριφορές , πασχίζουμε να βελτιώσουμε την αυτοεκτίμησή μας και διαθέτουμε πληθώρα μηχανισμών προστασίας του εγώ μας;  Γιατί, κοντολογίς, εξαπατούμε τους εαυτούς μας ;
Η βασική απάντηση , στις παραπάνω ερωτήσεις, είναι  ότι εξαπατούμε τον εαυτό μας  προκειμένου να μπορέσουμε αποτελεσματικότερα να εξαπατήσουμε τους άλλους. Στην προσπάθειά μας να ξεγελάσουμε τους γύρω μας, οργανώνουμε την εσωτερική μας πληροφόρηση με κάθε λογής απίθανους τρόπους- και κατά μεγάλο μέρος ασυνείδητα. Το συνειδητό μέρος επαφίεται στη γνώση. Για να εκφράσεις γνώμη – σε θέματα που ανήκουν στον χώρο της συστηματικής γλώσσας της  επιστήμης- χρειάζεται γνώση. Τελικά, στο ανθρώπινο είδος, η εξαπάτηση και η αυτοεξαπάτηση  αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2019

Η υποεκτέλεση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων την περίοδο 2016-2018 είχε ποσοτικές και ποιοτικές αρνητικές συνέπειες στην ελληνική οικονομία.




Μία από τις αιτίες της αρνητικής μεγέθυνσης του ΑΕΠ το 2016 , και  των χαμηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ  της ελληνικής οικονομίας την διετία 2017-2018 από τους στόχους που είχαν τεθεί,  ήταν και η περικοπή των δημόσιων επενδύσεων σε σχέση με τους στόχους που είχαν  τεθεί στο πλαίσιο των αντίστοιχων κρατικών προϋπολογισμών.
Σύμφωνα με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις το ΠΔΕ υποεκτελέστηκε κατά 462 εκατ. ευρώ το 2016, 800 εκατ. ευρώ το 2017 και 513 εκατ. ευρώ το 2018. Επιπλέον, το 2019 το ΠΔΕ μειώθηκε κατά 550 εκατ. ευρώ σε σχέση με την πρόβλεψη του μεσοπρόθεσμου προγράμματος 2019-2022 που είχε εγκριθεί τον Ιούνιο 2018.
Οι περικοπές έγιναν από το σκέλος των εθνικών πόρων του ΠΔΕ έτσι ώστε να είναι δυνατή να προστεθεί η μείωση των δαπανών στο πρωτογενές πλεόνασμα και να δημιουργηθεί το υπερπλεόνασμα. .Να σημειωθεί ότι όταν οι περικοπές γίνονται από το σκέλος που συγχρηματοδοτείται από τα ευρωπαϊκά κονδύλια δεν μπορεί να δημιουργηθεί δημοσιονομικό πλεόνασμα, αφού η μείωση των δαπανών συνοδεύεται από ανάλογη μείωση των εσόδων.
Συνολικά, το 2016-18 το ΠΔΕ περικόπηκε ή υποεκτελέστηκε κατά 1,775 δισ. ευρώ.

Δημόσιες επενδύσεις ως % ΑΕΠ



2011
2,5

2012
2,5

2013
3,4

2014
3,7

2015
3,8

2016
3,5

2017
3,25

2018
3




Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 58,0% των πόρων που χορηγήθηκαν την ίδια περίοδο για έκτακτα κοινωνικά επιδόματα. Η δαπάνη της επιδοματικής πολιτικής (κοινωνικό μέρισμα) ανήλθε σε 617 εκατ. ευρώ το 2016, 717 εκατ. ευρώ το 2017 και 885 εκατ. ευρώ το 2018, αντιστοιχώντας σε περίπου 20% του υπερπλεονάσματος της περιόδου 2016-18. Προσθέτοντας τα 800 εκατ. ευρώ της ενίσχυσης των συνταξιούχων το 2019, η συνολική δαπάνη των επιδομάτων ανέρχεται σε 3 δισ. ευρώ κατά το 2016-19. Όσοι αντιτίθενται στην επιδοματική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ συνδέουν ευθέως την πολιτική αυτή με την υποεκτέλεση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Όμως από τα στοιχεία προκύπτει ότι η συνολική δαπάνη (κοινωνικό μέρισμα) αποτελεί μόνο το 20,0% του παραχθέντος υπερπλεονάσματος την τριετία 2016-2018 ύψους 11,01 δις ευρώ. Συνεπώς το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι το ακόλουθο: ποια ήταν η λογική που στηρίζει αυτή τη συμπεριφορά ,δηλαδή τη μη πλήρη εκτέλεση του ΠΔΕ, και μάλιστα από ένα κόμμα που ρητορικά- ιδεολογικά  είναι υπέρ των δημοσίων επενδύσεων; Τι θα συνέβαινε αν τα σωρευμένα πρωτογενή υπερπλεονάσματα ήταν 9 δις και όχι 11 δις; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και των κομμάτων!!!  Ανεξαρτήτως πάντως των «μεταφυσικών εξηγήσεων» η απόλυτη προσαρμογή μέχρι υπερβάσεων , στη λογική του μνημονιακού προγράμματος αποτελεί μια θεμιτή εξήγηση.

Τα οφέλη από την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων είναι δεδομένα και δύσκολα μπορούν να αμφισβητηθούν.
Η αύξηση της δημόσιας επενδυτικής δαπάνης επαναπροσδιορίζει το μέγεθος και τη σύνθεση της εγχώριας ζήτησης και επιφέρει αμεσότερα και ισχυρότερα θετικά αποτελέσματα στη συνολική ζήτηση και στο προϊόν από ό,τι μια αντίστοιχη αύξηση της δημόσιας δαπάνης για κατανάλωση.
Μέσω εξωτερικών οικονομιών δημιουργεί προστιθέμενη αξία, η οποία διαχέεται σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Oι επενδύσεις σε υποδομές έχουν σημαντικά βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα οικονομικά οφέλη αφού δημιουργούν ζήτηση και θέσεις απασχόλησης στις κατασκευές και άλλους οικονομικούς κλάδους, με πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα για τη συνολική ζήτηση και το ΑΕΠ. Πρόσφατες μελέτες τεκμηριώνουν ότι ο οικονομικός πολλαπλασιαστής των δημοσίων δαπανών είναι σημαντικά μεγαλύτερος όταν η οικονομία είναι σε ύφεση, με το ΑΕΠ να υπολείπεται από το επίπεδο δυνητικής παραγωγής, όπως στην Ελλάδα κατά την έξοδο από την κρίση. Ο πολλαπλασιαστής δημοσίων επενδύσεων σε συνθήκες ύφεσης έχει εκτιμηθεί , με βάση τη διεθνή εμπειρία, περίπου στο 1,9. Για κάθε ευρώ που το κράτος επενδύει στις υποδομές το ΑΕΠ αυξάνεται κατά 1,9 ευρώ. Υψηλότερα μεγέθη έχουν εκτιμηθεί για την ελληνική οικονομία όπου υπολογίζεται ότι μια αύξηση των δημοσίων επενδύσεων κατά 1 ευρώ αυξάνει το ΑΕΠ από 2,91 ευρώ μέχρι 3,99 ευρώ σε ορίζοντα 12 τριμήνων (τριετίας). Επίσης σε πρόσφατη εμπειρική διερεύνηση της Τραπέζης της Ελλάδος , εξετάζεται η επίδραση μιας μόνιμης ceteris paribus αύξησης των δημόσιων επενδύσεων κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ, η οποία λαμβάνει χώρα στις αρχές του 2018, στο πραγματικό ΑΕΠ, τις πραγματικές ιδιωτικές
επενδύσεις και την απασχόληση. Από τα αποτελέσματα προκύπτουν τα εξής:
- η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων έχει θετική επίδραση στο ΑΕΠ, η οποία γίνεται
ορατή ήδη από την πρώτη περίοδο και ισχυροποιείται με την πάροδο του χρόνου. Ειδικότερα , εάν το 2018 οι δημόσιες επενδύσεις είχαν αυξηθεί κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ σε σχέση με το 2017, αντί της μείωσης που παρουσίασαν, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ το 2018 θα ήταν κατά 0,79% υψηλότερος από ό,τι εν τέλει καταγράφηκε. Η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων έχει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα μεσομακροπρόθεσμα, οδηγώντας σε σωρευτική αύξηση του επιπέδου του ΑΕΠ κατά 1,14% μετά από 10 έτη και 1,9% σε περίοδο μεγαλύτερη των 10 ετών, σε σχέση με το 2017.
Ταυτόχρονα η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων επιφέρει μόνιμη αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων και της απασχόλησης. Ο λόγος είναι ότι οι δημόσιες επενδύσεις αυξάνουν την παραγωγικότητα του ιδιωτικού τομέα και δημιουργούν κίνητρα για την ανάληψη νέων ιδιωτικών επενδύσεων με θετικό αντίκτυπο στην απασχόληση.