Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

Σχετικά με την 3η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής



Στην  3η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής , για την ενισχυμένη εποπτεία της ελληνικής οικονομίας,  καταγράφονται αρκετές παρατηρήσεις οι οποίες αφορούν τόσο την επίτευξη των ποσοτικών στόχων που είναι υποχρεωμένη η ελληνική κυβέρνηση να επιτύχει, όσο και στην αλλαγή των ποιοτικών στοιχείων της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.
Αναφορικά με το πρώτο σημείο:  επισημαίνονται κίνδυνοι  για την επίτευξη του στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος, εξαιτίας των πρόσφατων μέτρων της κυβέρνησης σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις οφειλών σε έως 120 δόσεις,.
Το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά πως το πακέτο των πρόσφατων μέτρων θα αυξήσει τη δαπάνη κατά  0,6% του ΑΕΠ, τόσο το 2019 όσο και το 2020, ενώ από την πλευρά τους οι δανειστές θέτουν τον πήχη των δημοσιονομικών επιπτώσεων μεταξύ 1,1% και 1,4% του ΑΕΠ φέτος και ανάμεσα σε 1,2% και 1,5% του ΑΕΠ το 2020.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην εκτίμηση της ευρωπαϊκής επιτροπής δεν διατυπώνεται συγκεκριμένο μέγεθος των δημοσιονομικών  επιπτώσεων  Μάλιστα  μέσω της έκθεσης δίνεται ραντεβού τον Σεπτέμβρη για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα.
Υπογραμμίζουμε ότι η διαφορά των εκτιμήσεων μεταξύ ελληνικής κυβερνήσεως και ευρωπαϊκής επιτροπής εντοπίζεται αποκλειστικά στο ύψος των επιπτώσεων από την εισαγωγή του μέτρου των 120 δόσεων.  
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης προκύπτει πως ευρωπαϊκή επιτροπή  και υπουργείο Οικονομικών συμφωνούν ότι η λεγόμενη 13η σύνταξη θα κοστίσει 0,5% του ΑΕΠ φέτος και το 2020, ενώ οι μετατάξεις προϊόντων και υπηρεσιών από υψηλότερους σε χαμηλότερους συντελεστές ΦΠΑ κοστίζουν 0,3% του ΑΕΠ φέτος και 0,4% του ΑΕΠ το 2020. Οι εκτιμήσεις σε αυτά τα μέτωπα είναι απολύτως ταυτόσημες.
Στο μέτωπο των ρυθμίσεων οφειλών σε 120 δόσεις όμως η απόσταση είναι τεράστια. Το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι μέσω των ρυθμίσεων θα προκύψουν έξτρα έσοδα 0,2% του ΑΕΠ φέτος και 0,3% του ΑΕΠ το 2020. Η  έκθεση, από την πλευρά της, βλέπει μείωση  εσόδων, εξαιτίας ακριβώς των ρυθμίσεων, από  0,3% έως και 0,6% του ΑΕΠ το 2019 όσο και το 2020.
Πρακτικά οι ρυθμίσεις, κατά τις εκτιμήσεις των δανειστών, είναι αυτές που δημιουργούν το μεγάλο πρόβλημα με άνοιγμα από 600 έως και 1,2 δισ. ευρώ.
Έχει σημασία να αναφερθεί στο σημείο αυτό ,ότι ούτε η κυβέρνηση αλλά ούτε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν παρουσιάσει τη μεθοδολογία με την οποία καταλήγουν στις εκτιμήσεις του κόστους των 120 δόσεων. Η μεν Ευρωπαϊκή Επιτροπή βλέπει τον βραχυπρόθεσμο αρνητικό αντίκτυπο από τις ρυθμίσεις στα έσοδα του κράτους, η δε κυβέρνηση, χωρίς να αγνοεί τα αρχικά αρνητικά αποτελέσματα, προφανώς θεωρεί ότι περισσότεροι πολίτες θα τρέξουν να ρυθμίσουν τα χρέη τους με αποτέλεσμα μεσοπρόθεσμα να ωφεληθεί συνολικά η οικονομία και επομένως τα ταμεία του κράτους.  Για να βρούμε ποιος έχει περισσότερο δίκιο, πρέπει να μας δείξουν τις υποθέσεις των υποδειγμάτων που χρησιμοποιούν.  Επίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μιλάει και για τον λεγόμενο «ηθικό κίνδυνο».  Ότι δηλαδή αφού η κυβέρνηση  άλλαξε τον νόμο του 2013 με τις 12 δόσεις και τις έκανε 120, οι πολίτες μπορεί να θεωρήσουν ότι μια επόμενη κυβέρνηση πιθανόν να κάνει και αυτή το ίδιο, δηλαδή να είναι ακόμα περισσότερο ευνοϊκή προς τους δανειολήπτες, οπότε δεν θα προστρέξουν να κάνουν ρύθμιση. Μάλιστα γνωρίζουν τη θέση της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι όταν θα γίνει κυβέρνηση θα βελτιώσει περαιτέρω τη ρύθμιση.
Στο σημείο αυτό εντυπωσιάζει η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης (ΝΔ και ΚΙΝΑΛ)τα οποία ενώ ψήφισαν τα μέτρα, στο δημόσιο διάλογο υιοθετούν άκριτα τις απόψεις της επιτροπής. Δεν χρειάζεται να αναφερθούν οι λόγοι αυτής της συμπεριφοράς….
Όσον αφορά το 2020 και την προαναγγελία νέων μέτρων ελάφρυνσης από τον πρωθυπουργό, η έκθεση δεν μπαίνει στη διαδικασία των εκτιμήσεων  όσο βρίσκονται στη σφαίρα των εξαγγελιών, πριν λάβουν μορφή νομοθετικής ρύθμισης
Τώρα αναφορικά με το δεύτερο σημείο.
Από την έκθεση προκύπτει η πάγια αντίθεση των ξένων σε ρυθμίσεις οφειλών ενώ είναι εμφανής και η αντίθεση στο μείγμα μέτρων που επέλεξε η ελληνική κυβέρνηση, με τους θεσμούς να εκφράζουν επιφυλάξεις αναφορικά με την ποιότητα των δημοσιονομικών μέτρων σε συνάρτηση με το φιλικό τους προφίλ προς την ανάπτυξη.
Παρότι δεν εκφράζονται ρητά διαμέσου των γραμμών φαίνεται η δυσφορία τους για τις ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας.
Επίσης, πάντα κατά την έκθεση, η ποιότητα των δημοσιονομικών μέτρων που υιοθετήθηκαν στις 15 Μαΐου του 2019 αποτελεί πηγή ανησυχίας, δεδομένου ότι κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση του στόχου να καταστούν τα δημόσια οικονομικά πιο φιλικά προς την ανάπτυξη και να κατευθύνεται μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δαπανών προς ομάδες που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη φτώχεια. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες για τις συντάξεις, που ήδη είναι οι υψηλότερες ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ΕΕ, και έρχονται σε αντίθεση με τα μέτρα που υιοθετήθηκαν στον προϋπολογισμό του 2019, που κατευθύνουν ένα μεγαλύτερο ποσοστό των δαπανών για κοινωνικά επιδόματα προς τους νέους και τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας, που αντιμετωπίζει πολύ υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας. Γενικά, γράφει η έκθεση, τα υιοθετημένα μέτρα για τις συντάξεις και τον ΦΠΑ στοχεύουν στην κατανάλωση και θα απορροφήσουν ένα σημαντικό ποσό του δημοσιονομικού χώρου που προέβλεπαν οι νομοθεσίες που υιοθετήθηκαν το 2017 για μειώσεις στους συντελεστές της εργατικής και εταιρικής φορολόγησης, που θα ενίσχυαν τη μεγέθυνση της οικονομίας.
Οι αντιρρήσεις στις απόψεις της ευρωπαϊκής επιτροπής σε επιμέρους σημεία είναι αρκετές. Όπως επίσης και η συμφωνία σε επιμέρους σημεία. Δεν αποτελούν όμως αντικείμενο του παρόντος άρθρου.
Όμως στις αιτιάσεις αυτές της ευρωπαϊκής επιτροπής οι απαντήσεις των ελληνικών κομμάτων πρέπει να είναι συγκεκριμένες και απαλλαγμένες από την συγκυριακή και γενική κομματική αντιπαράθεση η οποία το μόνο που κάνει είναι να «βυθίζει» περαιτέρω την χώρα. Μέσω των απαντήσεων θα σκιαγραφηθούν και οι αντιλήψεις των κομμάτων για το πως αντιλαμβάνονται την μελλοντική πορεία της χώρας.