Πέμπτη, 9 Μαΐου 2019

Σχετικά με τα νέα μέτρα της κυβέρνησης.


Είκοσι μέρες πριν από τις τριπλές εκλογές της 26ης Μαΐου ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε μια νέα δέσμη μέτρων για την οικονομία. Πρόκειται για ένα πακέτο με άμεση εφαρμογή το οποίο θα ψηφιστεί εντός του Μαΐου, και ένα δεύτερο πακέτο που αφορά το 2020 και το οποίο προγραμματίζεται να ψηφιστεί αργότερα, αλλά σε κάθε περίπτωση πριν ψηφιστεί ο προϋπολογισμός του 2020. Αφήνοντας κατά μέρος τα μέτρα που αφορούν στο 2020, διότι θα μεσολαβήσουν οι εθνικές εκλογές με άγνωστο αποτέλεσμα, θα περιοριστούμε στο σχολιασμό των μέτρων για το 2019.
Το πακέτο μέτρων του 2019 -το οποίο θα χρηματοδοτηθεί αποκλειστικά με τα προβλεπόμενα πρωτογενή  υπερπλεονάσματα του 2018 (περίπου 0,8% του ΑΕΠ ή 1,5 δις ευρώ)  θα περιλαμβάνει τα εξής:
1. Τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση από το 24% που είναι σήμερα στο 13%. .
2. Τη μετάταξη των τροφίμων από το 24% που είναι σήμερα στο 13%.
Αυτά τα δύο μέτρα έχουν συνολικό δημοσιονομικό κόστος 260 εκατ. ευρώ για την περίοδο Ιουνίου - Δεκεμβρίου.
3. Τη μείωση του ΦΠΑ στον ηλεκτρισμό και στο φυσικό αέριο από το 13% που είναι σήμερα στο 6% τόσο για τους ιδιώτες όσο και για τις επιχειρήσεις.
4. Την καταβολή  της λεγόμενης 13ης σύνταξης με τον παρακάτω τρόπο:
 για συντάξεις:
1.       έως 500 ευρώ θα καταβάλλεται μια ισόποση σύνταξη,
2.      από 500 έως 600 ευρώ θα καταβάλλεται το 70% μιας σύνταξης (δηλαδή από 350- 420 ευρώ),
3.      από 601 έως 1.000 ευρώ θα δίδεται το 50%  (από 300 έως 500 ευρώ),
4.      και  για συντάξεις άνω των 1.000 ευρώ θα δίδεται το 30% μιας ολόκληρης σύνταξης. (από 300 ευρώ και πάνω)
Το κόστος αυτού του μέτρου ανέρχεται στα 800 εκατ. ευρώ.
Η καταβολή της λεγόμενης 13ης σύνταξης αναμένεται να έχει θετικές επιδράσεις από τη μεριά της ζήτησης (με δεδομένη την υψηλή οριακή ροπή για κατανάλωση των περισσοτέρων κοινωνικών στρωμάτων που θα γίνουν αποδέκτες) αλλά ,και σε πολλές περιπτώσεις τη μερική αποπληρωμή υποχρεώσεων προς το Κράτος , τη ΔΕΗ και πιθανόν και σε άλλες υποχρεώσεις. Συνεπώς αναμένεται θετική επίδραση στη μεγέθυνση της ιδιωτικής κατανάλωσης και συνεπώς στη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Επιπλέον αναμένονται θετικές επιδράσεις γενικότερα στην αγορά διότι αποδέκτες της αυξημένης κατανάλωσης θα είναι οι διάφορες επιχειρήσεις.
Τα υπόλοιπα δύο μέτρα αναμένεται να έχουν θετικές επιδράσεις από τη μεριά της προσφοράς .Αυτό σημαίνει ότι η αναμενόμενη μείωση των τελικών προϊόντων των   θα δημιουργήσει μια αύξηση της ζήτησης (τουλάχιστον σε σειρά προϊόντων) με αποτέλεσμα την αύξηση του τζίρου των επιχειρήσεων. Ειδικά για τη μείωση του  ΦΠΑ  στον ηλεκτρισμό και στο φυσικό αέριο θα μειώσει το βάρος των επιχειρήσεων όσον αφορά στο κόστος παραγωγής των προϊόντων και τις δαπάνες των νοικοκυριών.
Σύμφωνα με τα παραπάνω οι εξελίξεις αναφορικά με τη μεγέθυνση του ΑΕΠ και την ανακούφιση των εμπλεκόμενων κοινωνικών στρωμάτων αναμένεται να είναι θετική.
Σε συνδυασμό με ήδη δρομολογημένα μέτρα, όπως η αύξηση του κατώτατου μισθού, οι 120 δόσεις και η αύξηση του ποσοστού αναπλήρωσης στις συντάξεις χηρείας, είναι προφανές ότι ορίζουν μια συνθήκη έστω και περιορισμένης βελτίωσης της θέσης των στρωμάτων εκείνων που κατεξοχήν επλήγησαν τα προηγούμενα χρόνια.
Επίσης  μπορούμε να πούμε  ότι τα μέτρα αυτά δε θα οδηγήσουν και σε κάποιο «δημοσιονομικό εκτροχιασμό» δεδομένων των μεγάλων πλεονασμάτων που έχουν επιτευχθεί.
‘Όμως πέραν του θετικού αποτελέσματα που θα έχουν στην άμεση αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, τα μέτρα αυτά δεν είναι βέβαιο ότι θα έχουν μια θετική επίπτωση στο βασικό αναπτυξιακό μοχλό της οικονομίας ,τις επενδύσεις.
Σήμερα η ελληνική οικονομία κατεξοχήν πάσχει από τη διαμόρφωση ενδογενών όρων ανάπτυξης που να στηρίζεται κυρίως στην παραγωγή. Αυτό φαίνεται από την αδυναμία αύξησης (ποσοτικής και ποιοτικής ) των δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων.
 Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης συρρικνώθηκε σημαντικά – κατά 0,4% του ΑΕΠ ή κατά 13,6% ετησίως για 2ο συνεχές έτος – συντείνοντας στην αδυναμία των συνολικών επενδύσεων.
Επίσης ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, γενικά στην οικονομίΑα, συρρικνώθηκε κατά -12,2% την περίοδο 2018/2017.
Είναι παγκοίνως γνωστό ότι  το κλειδί για έναν νέο κύκλο ανάπτυξης βρίσκεται κυρίως στη δυνατότητα ανάπτυξης  παραγωγικών δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέμενης αξίας (που συνήθως είναι και υψηλής ειδίκευσης ως προς την ποιότητα της εργατικής δύναμης που απασχολείται).
Και αυτό δεν μπορεί να επαφίεται απλώς στη σχετική αύξηση της καταναλωτικής δύναμης. Προφανώς από μία κλίμακα και πάνω η αυξημένη ζήτηση αποτελεί κίνητρο για τις επιχειρήσεις να επενδύσουν στη βελτίωση ή αναβάθμιση του εξοπλισμού τους ή στη διαμόρφωση νέων παραγωγικών μονάδων.
Όμως, στη σημερινή συνθήκη αυτό είναι πολύ δύσκολο συμβεί ως μια «αυτόματη» διαδικασία. Για παράδειγμα είναι πιθανό μέρος της επιπλέον ζήτησης να καταλήξει απλώς στο χώρο των υπηρεσιών ή ακόμη και σε επιπλέον εισαγωγές και άρα να μην αποτελέσει κίνητρο επενδύσεων.
Συνεπώς , κατ' αρχάς, η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων ως παράγοντας που ανοίγει το δρόμο σε ποιοτικές ιδιωτικές επενδύσεις στη μεταποίηση, χρειάζεται να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των όποιων κυβερνητικών μέτρων.