Τρίτη, 30 Απριλίου 2019

Οι «πολιτιστικές» διεργασίες της τελευταίας εικοσαετίας και η άνοδος της ακροδεξιάς.



Υπάρχει  ένα ερώτημα που αφορά στις πολιτιστικό -κοινωνικές διεργασίες και στο  πολιτικό σκηνικό της χώρας, την εποχή των μνημονίων, που  αναζητά  πειστική απάντηση. Δηλαδή πως προέκυψε το κόμμα  της άκρας Δεξιάς, όχι μόνο εθνικιστικό, αλλά και με σαφή ναζιστική ιδεολογία ;
Η συνήθης  απάντηση, ότι το πολιτικό σύστημα, με τον τρόπο που χειρίστηκε την κρίση , (οι διαρκείς διαψεύσεις των ψευδαισθήσεων που περισσότερο από μία τετραετία καλλιεργούν οι διαδοχικές κυβερνήσεις), υπονόμευσε τον εαυτό του  σε μέγιστο βαθμό, δεν φαίνεται ικανή ως πειστική απάντηση. Όχι ότι δεν είχε συμμετοχή στις πολιτικές εξελίξεις. Κάθε άλλο. Όμως δεν έχει επιχειρηθεί μέχρι σήμερα ανάλυση που να επικεντρώνεται στις πολιτισμικές διεργασίες που συμμετείχαν στη διαμόρφωση της αναφερόμενης κατάστασης.
Αυτή η εντυπωσιακή άνοδος των ακροδεξιών στοιχείων σε πολιτικό – εκλογικό επίπεδο συνοδεύτηκε ταυτόχρονα και από την επανεμφάνιση  σε ευρεία κλίμακα ιδεολογικών και πολιτισμικών απόψεων, που αφενός είχαν εκλείψει τα χρόνια της μεταπολίτευσης και αφετέρου πολλοί θεωρούσαν ότι έχουν ολοκληρωτικά εξαφανισθεί από την δημόσια συζήτηση στον ελληνικό χώρο.
Οι τελευταίοι, αναπαυτικά καθισμένοι στις βολικές  πολυθρόνες «της πρόσκαιρης οικονομικής ευημερίας», αγνόησαν, όπως πράττουν συνήθως άλλωστε, τις πραγματικές κινήσεις της ιστορίας, και ειδικά το ρόλο του Πολιτικού στη διαμόρφωσή της. Ο ιδεότυπος  του οπαδού της ύστερης νεωτερικότητας παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου δίχως την απαιτούμενη στοίχιση  με την πραγματικότητα, που όχι μόνον συγχέει το δέον με το υπαρκτό, αλλά επιπροσθέτως επιμένει να πολυλογεί, με εθελοτυφλούντα ηθικισμό , γύρω από εναρμονιστικές κανονιστικές αρχές, αξιωματικές και αθεμελίωτες –σύμβολα κυριαρχίας των εν αποδρομή ελίτ του φιλελεύθερου μοντερνισμού.
Επανερχόμενοι στο ερώτημά μας, θεωρούμε, ότι  θα πρέπει να αναζητήσουμε την απάντηση στο πρόσφατο παρελθόν της πολιτικής μας ιστορίας.  Όταν λέμε στην πρόσφατη, εννοούμε την περίοδο των δεκαετιών  του 1990-2000. Φυσικά πάντοτε στο βάθος στέκει ο εμφύλιος πόλεμος και το μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς ως ύστατοι καθοριστικοί παράγοντες των εξελίξεων. Παρότι η  πλειοψηφία του ελληνικού λαού, με το πέρασμα του χρόνου, φαίνεται να έχει υπερβεί το ιδεολογικό πλαίσιο του εμφυλίου, εντούτοις υπάρχουν όλο και πιο αυξανόμενες μειοψηφίες που εξακολουθεί να αναφέρονται σε αυτά. Παράλληλα  θα πρέπει να το αναζητήσουμε στις πολιτιστικές διεργασίες που συντελέστηκαν  επίσης στο πρόσφατο παρελθόν.
Η βίαιη προσαρμογή στα κελεύσματα της παγκοσμιοποίησης,  μεταξύ των οποίων η υπερτίμηση των «ειρηνικών» οικονομικών διαδικασιών ολοκλήρωσης και η υποτίμηση των αντίστοιχων γεωπολιτικών με βάση την ιδεολογική αντίληψη του φιλελευθερισμού, αλλά κυρίως η επικοινωνιακή προπαγάνδα για  προσαρμογή στα πολιτιστικά πρότυπα της μαζικοδημοκρατίας που έλαβε καταιγιστική ένταση ιδίως την περίοδο της ευημερίας, οδήγησε σε πολύ συγκεκριμένες ατραπούς.
Την συγκεκριμένη περίοδο η πάντα ατελής ομογενοποίηση περνά από τη μεθοδική καλλιέργεια υπερκαταναλωτικών αντανακλαστικών, ικανοποιούμενων από μορφολογικώς παρεμφερή, αλλά ποιοτικώς άνισων προϊόντων (ένα σακάκι Armani και ένα σακάκι Zara). Η ψευδεπίγραφη μετανεωτερική «εξίσωση» μέσω της κατανάλωσης υπονομεύει κάθε πολιτικό ριζοσπαστισμό και μετατρέπει την αντισυστημική κριτική σε τεκμήριο γραφικής μονομανίας κάποιων απαρχαιωμένων «αναχωρητών».   Στη διαπλοκή αυτών των φαινομένων, υπό τον αστερισμό της υπερκαταναλωτικής δημοκρατίας της αγοράς, εντοπίζεται το σύγχρονο ενδιαίτημα του συντηρητισμού. Αυτή η δεύτερη υπόθεση αναδεικνύει τον απολύτως δυναμικό χαρακτήρα του «συντηρητισμού», όπως τον όρισα παραπάνω. Δεν πρόκειται για στασιμότητα ή διαφύλαξη κεκτημένων, αλλά για τη διευρυμένη αναπαραγωγή και εδραίωση μιας πληθωριστικής και άχρηστης για την κοινωνική συνοχή, ‘καταπίεσης’ – από την οποία επωφελούνται τα μάλα συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα ή ομάδες.
Από αυτή την ατελή ομογενοποίηση  επιχειρούν να «διαφοροποιηθούν» μόνο οι «ηττημένες»  στο πρόσφατο παρελθόν ιδεολογικά ακραίες φωνές του πολιτικού φάσματος, αισθανόμενες ότι έχει έλθει για  ακόμη μια φορά η ώρα τους … στη παρούσα ιστορική συγκυρία. Είναι κάτι το αναμενόμενο και πολλές φορές επαναλαμβανόμενο στην ιστορία.  Όμως, στη σημερινή συγκυρία, η φωνή που ακούγεται  δυνατά είναι αυτή της ελληνικής ακροδεξιάς. Γιατί; Οι λόγοι είναι αρκετοί για να αναπτυχθούν στο πλαίσιο αυτού του σύντομου άρθρου. Όμως δεν θα είμαστε μακριά από την αλήθεια, αν υποστηρίζαμε, ότι το διακύβευμα του «έθνους –κράτους»  αποτελεί παρασάγγας το κομβικό σημείο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η βασική προσέγγιση.  Pari passo και η προσπάθεια ανάδυσης ενός θρησκευτικού αισθήματος σε αντιπαλότητα με τα υπόλοιπα θρησκευτικά δόγματα και εμφορούμενο κυριολεκτικά από «γνωστές»  ιδέες που παραπέμπουν σε «παλιές εποχές».
Κοντά στο φτωχοπροδρομικό, όσο και εννοιολογικά αντιφατικό,   συντηρητισμό  του ‘Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια’, ο οποίος, αν και καλυμμένα, συνεχίζει να κυριαρχεί σε μεγάλο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού και που λαμβάνει έντονα εθνικιστικά και ακροδεξιά χαρακτηριστικά σε επιμέρους  κοινωνικά στρώματα με αναφορές στον εμφύλιο και στην χούντα ,αναδύεται το επιθετικό είδωλο ενός εσωτερικευμένου, σχεδόν αμέριμνου, εξανδραποδισμού των συνειδήσεων: Παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα, ποιότητα ζωής (ήτοι υπερκαταναλωτισμός αγαθών και υπηρεσιών), ασφάλεια (δηλαδή υπεραστυνόμευση, διείσδυση του πανεποπτικού δημοσίου στη σφαίρα της ιδιωτικότητας). Ιδού μερικές μόνο από τις λέξεις κλειδιά της μετανεωτερικής τάξης πραγμάτων, μέσω των οποίων επιχειρείται η απόκρυψη του αντιδραστικού/υπερσυντηρητικού  χαρακτήρα της με έννοιες με σαφές ιδεολογικό περιεχόμενο όπως : πολυπολιτισμικότητα, σεβασμός στη διαφορετικότητα, κοινωνία της γνώσης, ανεκτικότητα, διάλογος, συναίνεση και πάει λέγοντας.
Ο επικυρίαρχος  «νέος μεταμοντέρνος  συντηρητισμός», στο μέτρο που εμφανίζεται ως πολιτικά και πολιτισμικά «ριζοσπαστικός», δέχθηκε την αρχική επίθεση  από τον «παραδοσιακό συντηρητισμό», έμμεσα στην αρχή και ευθέως στη συνέχεια, στον κεντρικό του πυρήνα, δηλαδή στις αντιλήψεις του περί του έθνους των Ελλήνων. Οι  ουσιαστικές δραστηριότητες (ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων , απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, υπέρβαση των παραδοσιακών πολιτιστικών αντιλήψεων ) όσο και τα απόνερα (μετανάστευση) της Παγκοσμιοποίησης ερμηνεύθηκαν ως κατευθυνόμενες στοχευμένες απειλές στο ελληνικό έθνος.
Σε αυτό διευκολύνθηκε τα μέγιστα  από τη συστηματική παρέμβαση, μέσω των ΜΜΕ, των γνωστών τηλεκηρύκων,  (μερικοί εξ αυτών έγιναν στη συνέχεια βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου), οι οποίοι σιγά – σιγά αλλά σταθερά άνοιξαν το δρόμο για την επαναφορά στο πρώτο πλάνο αυτού που ονομάσαμε φτωχοπροδρομικού  συντηρητισμού  του «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», με αιχμή του δόρατος, το κατά την άποψή τους, «κάλλος της αρχαίας Ελλάδος», την πολιτιστική υπεροχή του Γένους των Ελλήνων σε συνδυασμό με την  κακώς εννοούμενη «ορθόδοξη πίστη». Τα τηλεοπτικά κανάλια (ειδικά τα περιφερειακά και τοπικής εμβέλειας) «γέμισαν» στην κυριολεξία  από «ειδικούς» της αρχαίας ελληνικής  ιστορίας, συνωμοσιολόγους  κάθε θέματος, κοσμοκαλόγερους που προφητεύουν είτε την καταστροφή του κόσμου ή την νίκη του ξανθού γένους, ιερείς που εκθειάζουν την ελληνική ορθοδοξία με το δικό τους «ξεχωριστό» τρόπο, δημοσιογράφους που αφιερώνουν μεγάλη σειρά εκπομπών στον αποκρυφισμό, στην εξωγήινη διάσταση του ελληνικού γένους. Νέοι όροι και έννοιες εμφανίζονται στο λεξιλόγιο των Ελλήνων : οι Ελ, ο Σείριος, οι Εσοχθόνιοι,  ο Ερμής ο τρισμέγιστος, ο αποκρυφισμός, οι Νεφελίμ, το Δελφικό Έψιλον, η Ομάδα Έψιλον, οι Χαζάροι, οι Μάγια και τόσοι άλλοι που ανασύρθηκαν από τα αραχνιασμένα ντουλάπια του παρελθόντος χρησιμοποιούμενοι για να …ερμηνεύσουν τις σημερινές ιστορικές εξελίξεις. Ήταν ένα παράξενο θέαμα να βλέπουμε αυτούς τους ημιμαθείς ανόητους να τσαλαβουτάνε στο βόρβορο του «μεταφυσικού»
Η αντιπαράθεση των δύο σχημάτων σκέψης ήταν άνιση όσο οι οικονομικές συνθήκες ήταν ευνοϊκές για την υποστήριξη αυτού που ονομάσαμε  «νέο ή μεταμοντέρνο ριζοσπαστικό συντηρητισμό». Μάλιστα, η υπεραισιοδοξία που απέπνεε η εποχή προκαλούσε μια συστηματική υποτίμηση, σε όλες αυτές τις αντιλήψεις, αρνούμενη να τις δώσει την παραμικρή σημασία. Η συστηματική υποτίμηση αφενός και η αλαζονική πεποίθηση περί της πορείας των μελλοντικών εξελίξεων αφετέρου, επέτρεψε την βαθμιαία εγχάραξη και νομιμοποίηση των συγκεκριμένων απόψεων σε όλο και μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας.
 Από τη στιγμή, όμως,  που η οικονομία εισήλθε σε κρίση την οποία ακολούθησε το βίαιο μνημονιακό πρόγραμμα της δημοσιονομικής προσαρμογής, άνοιξε ο ασκός του Αιόλου δημιουργώντας «πεδίο δόξης λαμπρό» για την επέκταση και την εξάπλωση των συγκεκριμένων απόψεων.  Όπως συμβαίνει στην ιστορία, όταν οξύνεται η κρίση, αποσαρθρώνονται όλα τα μεσοβέζικα υβριδικά μορφώματα και τη θέση τους καταλαμβάνουν τα  ακραία, και υποτίθεται αυθεντικά μορφώματα με έντονη αντισυστημική ρητορεία.   


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΦΡΕΑΡ ΜΑΡΤΙΟΣ 2018