Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019

Οι ευρωεκλογές και η Ελλάδα



Στην Ελλάδα, το 2019 είναι μια χρονιά που θα σημαδευτεί τουλάχιστον από 3 εκλογικές αναμετρήσεις (εθνικό, περιφερειακό και ευρωπαϊκό επίπεδο) και, ενδεχομένως, μια εθνική εκλογική αναμέτρηση στις αρχές του 2020, εάν η Βουλή δεν καταστεί δυνατόν να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Οι συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις είναι πολύ πιθανό να αυξήσουν την αβεβαιότητα.  Ο εκλογικός κύκλος είναι σημαντικός παράγοντας στη διαμόρφωση του οικονομικού κλίματος. Ο επιχειρηματικός κόσμος, αλλά και τα νοικοκυριά, ενδεχομένως, να μεταθέσουν επενδυτικές ή καταναλωτικές δαπάνες στο μέλλον. Συνεπώς, η επικρατούσα αβεβαιότητα, επηρεάζει την οικονομική συμπεριφορά των ατόμων, που συνήθως αποτυπώνεται σε μια πιο συγκρατημένη επενδυτική και καταναλωτική δαπάνη.
Όμως η Ελλάδα ως μέλος της ΕΕ και της ευρωζώνης, είναι «ανοικτή» σε όλους τους επηρεασμούς από τα συμβαίνοντα στην ένωση.

Το 2019 σίγουρα θα είναι ένα δύσκολο όσο και ενδιαφέρον έτος για την ΕΕ αλλά και την ευρωζώνη. Τα ζητήματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν από τους ηγέτες των 28 ευρωπαϊκών χωρών, αλλά κυρίως από τις μεγάλες και ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες έχουν τον πρώτο λόγο στις αποφάσεις είναι αρκετά, διαφορετικών ειδών αλλά και αλληλεξαρτώμενα μεταξύ τους. Πρόκειται για ζητήματα πολιτικής και οικονομικής φύσεως.
Το κύριο πολιτικό πρόβλημα συνιστούν οι επερχόμενες ευρωεκλογές του Μαΐου. Η αναμενόμενη  εκλογική πτώση των δύο κυρίαρχων, μέχρι σήμερα ομάδων, χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλιστών, με την παράλληλη άνοδο των ακροδεξιών – ευροσκεπτικιστικών δυνάμεων ,πιθανά  θα οδηγήσει σε σχετική αναδιάταξη των δυνάμεων του ευρωκοινοβουλίου. Βεβαίως είναι δύσκολο να είμαστε μάρτυρες μεγάλων ανατροπών. Παρόλα αυτά μια συμπαγής ομάδα ακροδεξιών αντιλήψεων μπορεί να θέτει προβλήματα που βρίσκονται σε αντίθεση με την καθεστωτική τάξη των πραγμάτων όπως ισχύει μέχρι σήμερα.
 Η εκλογή του νέου προέδρου του σώματος αποτελεί ως εκ τούτου σημαντικό  ζήτημα λόγω και των σχετικά διευρυμένων αρμοδιοτήτων του ευρωκοινοβουλίου. Την ίδια περίοδο θα πρέπει να τοποθετηθεί και ο νέος επικεφαλής οικονομολόγος στην ΕΚΤ (σε αντικατάσταση του Peter Praet) που  αποτελεί το πρώτο δείγμα για το πως θα πορευθεί η τράπεζα τα επόμενα έτη.
Τον Φθινόπωρο (μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου) η ΕΕ θα πρέπει να προχωρήσει στην τοποθέτηση νέων προσώπων στα τρία βασικά της όργανα, στην προεδρία της Ένωσης, στην προεδρία της Επιτροπής (και των επιτρόπων) και στην προεδρία της ΕΚΤ, σε αντικατάσταση των  Tusk ,Juncker και  Draghi. Γίνεται κατανοητό ότι πρόκειται για ζητήματα άκρως σημαντικά τα οποία αφορούν τα υψηλότερα αξιώματα της ένωσης και κατά συνέπεια την πολιτική που θα ακολουθηθεί την επόμενη πενταετία Αναμένεται, εκ των πραγμάτων, όπως συμβαίνει πάντοτε στην ένωση , συνδιαλλαγή και σύγκρουση μεταξύ των χωρών μέχρι την οριστικοποίηση και την εγκαθίδρυση των νέων οργάνων, γεγονός που θα μεγαλώσει τις υπάρχουσες αβεβαιότητες.
Ειδικά η επιλογή του προσώπου που θα διαδεχθεί τον Mario Draghi  στη θέση του του προέδρου της ΕΚΤ είναι μεγάλης σημασίας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό ο διάδοχος του να είναι κάποιος που θα συνεχίσει, τουλάχιστον, να «διαβάζει» την οικονομία ,με τον τρόπο του Draghi. Η συμβολή του στην σταθεροποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας αναγνωρίζεται   τουλάχιστον ως θετική, παρά τις εκφρασμένες αντιρρήσεις από χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης.  Επομένως όλες οι υποψηφιότητες που προέρχονται από τις χώρες αυτές εμπεριέχουν τον κίνδυνο αλλαγής της ακολουθούμενης μέχρι σήμερα νομισματικής πολιτικής. Ίσως η υποψηφιότητα που βρίσκεται περισσότερο κοντά στην γραμμή Draghi , είναι αυτή του   Διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας, Francois Villeroy de Galhau. Όλες οι υπόλοιπες υποψηφιότητες : του Γερμανού  Jens Weidmann, Προέδρου της Bundesbank, του Erkki Liikanen, πρώην Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας της Φιλανδίας και του διαδόχου του Olli Rehn, προμηνύουν διαφορετικές οπτικές ως προς χάραξη της νομισματικής πολιτικής. Σε αυτό το πλαίσιο το πρώτο θέμα που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η νέα ηγεσία της ΕΚΤ θα είναι η διαχείριση της πολιτικής της «ποσοτικής χαλάρωσης» και του ύψους των επιτοκίων.
Ίσως η πρώτη ένδειξη για το μέλλον της ΕΕ θα αποτελέσει το ποσοστό συμμετοχής των ευρωπαίων πολιτών στις εκλογές του Μαΐου. Το 1979, στις πρώτες εκλογές για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο η συμμετοχή ήταν στο  63% των εχόντων δικαίωμα ψήφου. Το 1994, 15 χρόνια μετά, μειώθηκε μόνο κατά  6 %, στο 57%. Μετά από τα επόμενα 15 έτη, μειώθηκε κατά 15% , κατρακυλώντας στο  43,2% (το ίδιο και το 2014). Είναι φανερή η προοδευτική αδιαφορία των ευρωπαίων πολιτών για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. με το πέρασμα του χρόνου όλο και περισσότερο εμπεδώνεται η αντίληψη ότι οι ευρωπαϊκές εκλογές αποτελούν εκλογές δευτέρου επιπέδου.
Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά προβλήματα , κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν από ενδεχόμενη
περαιτέρω επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας το 2019 λόγω της αύξησης του εμπορικού προστατευτισμού, γεωπολιτικών κινδύνων και ευπαθειών στις αναδυόμενες οικονομίες. Σε συνδυασμό μάλιστα με πιθανές αναταράξεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και με το ενδεχόμενο μιας μη συντεταγμένης αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit), η οικονομική αβεβαιότητα επιτείνεται. Η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας αποτελεί σημαντική πηγή ανησυχίας που, σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με το Brexit, ενδέχεται να επιδράσει αρνητικά στην άνοδο των ελληνικών εξαγωγών και του τουρισμού.
 Στη ζώνη του ευρώ η επιβράδυνση το 2019 προβλέπεται πλέον σημαντικά μεγαλύτερη έναντι των προηγούμενων προβλέψεων καθώς, σύμφωνα με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει σε 1,1% το 2019 από 1,9% το 2018, ως αποτέλεσμα ενός συνδυασμού εσωτερικών αλλά και διεθνών παραγόντων, οι οποίοι αποτελούν ανασχετικούς παράγοντες τόσο στην εγχώρια ζήτηση όσο και στις εξαγωγές της ζώνης του ευρώ.
Ο πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 1,2% το τρέχον έτος, έναντι 1,7% το 2018. Η οικονομική πολιτική αναμένεται να παραμείνει υποβοηθητική της ανάπτυξης, καθώς η νομισματική πολιτική θα εξακολουθήσει να είναι εξαιρετικά διευκολυντική, αλλά και η δημοσιονομική πολιτική προβλέπεται να είναι ελαφρώς επεκτατική το 2019.

Ο εμπορικός προστατευτισμός και η αβεβαιότητα ως προς την εξέλιξη των εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των ΗΠΑ και των κυριότερων εμπορικών εταίρων τους εκτιμάται ότι είναι η κυριότερη αιτία της υποχώρησης των ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και των κινδύνων για τις προοπτικές της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής οικονομίας.
 Άλλοι οικονομικοί και γεωπολιτικοί κίνδυνοι είναι το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος πολλών αναδυόμενων αλλά και προηγμένων οικονομιών, έντονες διακυμάνσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και το ενδεχόμενο ενός Brexit χωρίς συμφωνία.
Αυτονόητο είναι ότι όλες αυτές οι εξελίξεις θα επηρεάσουν την χώρα μας η οποία αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της ένωσης, αυτή την στιγμή, λόγο των πολλαπλών προβλημάτων που αντιμετωπίζει.