Τρίτη, 30 Απριλίου 2019

Οι «πολιτιστικές» διεργασίες της τελευταίας εικοσαετίας και η άνοδος της ακροδεξιάς.



Υπάρχει  ένα ερώτημα που αφορά στις πολιτιστικό -κοινωνικές διεργασίες και στο  πολιτικό σκηνικό της χώρας, την εποχή των μνημονίων, που  αναζητά  πειστική απάντηση. Δηλαδή πως προέκυψε το κόμμα  της άκρας Δεξιάς, όχι μόνο εθνικιστικό, αλλά και με σαφή ναζιστική ιδεολογία ;
Η συνήθης  απάντηση, ότι το πολιτικό σύστημα, με τον τρόπο που χειρίστηκε την κρίση , (οι διαρκείς διαψεύσεις των ψευδαισθήσεων που περισσότερο από μία τετραετία καλλιεργούν οι διαδοχικές κυβερνήσεις), υπονόμευσε τον εαυτό του  σε μέγιστο βαθμό, δεν φαίνεται ικανή ως πειστική απάντηση. Όχι ότι δεν είχε συμμετοχή στις πολιτικές εξελίξεις. Κάθε άλλο. Όμως δεν έχει επιχειρηθεί μέχρι σήμερα ανάλυση που να επικεντρώνεται στις πολιτισμικές διεργασίες που συμμετείχαν στη διαμόρφωση της αναφερόμενης κατάστασης.
Αυτή η εντυπωσιακή άνοδος των ακροδεξιών στοιχείων σε πολιτικό – εκλογικό επίπεδο συνοδεύτηκε ταυτόχρονα και από την επανεμφάνιση  σε ευρεία κλίμακα ιδεολογικών και πολιτισμικών απόψεων, που αφενός είχαν εκλείψει τα χρόνια της μεταπολίτευσης και αφετέρου πολλοί θεωρούσαν ότι έχουν ολοκληρωτικά εξαφανισθεί από την δημόσια συζήτηση στον ελληνικό χώρο.
Οι τελευταίοι, αναπαυτικά καθισμένοι στις βολικές  πολυθρόνες «της πρόσκαιρης οικονομικής ευημερίας», αγνόησαν, όπως πράττουν συνήθως άλλωστε, τις πραγματικές κινήσεις της ιστορίας, και ειδικά το ρόλο του Πολιτικού στη διαμόρφωσή της. Ο ιδεότυπος  του οπαδού της ύστερης νεωτερικότητας παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου δίχως την απαιτούμενη στοίχιση  με την πραγματικότητα, που όχι μόνον συγχέει το δέον με το υπαρκτό, αλλά επιπροσθέτως επιμένει να πολυλογεί, με εθελοτυφλούντα ηθικισμό , γύρω από εναρμονιστικές κανονιστικές αρχές, αξιωματικές και αθεμελίωτες –σύμβολα κυριαρχίας των εν αποδρομή ελίτ του φιλελεύθερου μοντερνισμού.
Επανερχόμενοι στο ερώτημά μας, θεωρούμε, ότι  θα πρέπει να αναζητήσουμε την απάντηση στο πρόσφατο παρελθόν της πολιτικής μας ιστορίας.  Όταν λέμε στην πρόσφατη, εννοούμε την περίοδο των δεκαετιών  του 1990-2000. Φυσικά πάντοτε στο βάθος στέκει ο εμφύλιος πόλεμος και το μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς ως ύστατοι καθοριστικοί παράγοντες των εξελίξεων. Παρότι η  πλειοψηφία του ελληνικού λαού, με το πέρασμα του χρόνου, φαίνεται να έχει υπερβεί το ιδεολογικό πλαίσιο του εμφυλίου, εντούτοις υπάρχουν όλο και πιο αυξανόμενες μειοψηφίες που εξακολουθεί να αναφέρονται σε αυτά. Παράλληλα  θα πρέπει να το αναζητήσουμε στις πολιτιστικές διεργασίες που συντελέστηκαν  επίσης στο πρόσφατο παρελθόν.
Η βίαιη προσαρμογή στα κελεύσματα της παγκοσμιοποίησης,  μεταξύ των οποίων η υπερτίμηση των «ειρηνικών» οικονομικών διαδικασιών ολοκλήρωσης και η υποτίμηση των αντίστοιχων γεωπολιτικών με βάση την ιδεολογική αντίληψη του φιλελευθερισμού, αλλά κυρίως η επικοινωνιακή προπαγάνδα για  προσαρμογή στα πολιτιστικά πρότυπα της μαζικοδημοκρατίας που έλαβε καταιγιστική ένταση ιδίως την περίοδο της ευημερίας, οδήγησε σε πολύ συγκεκριμένες ατραπούς.
Την συγκεκριμένη περίοδο η πάντα ατελής ομογενοποίηση περνά από τη μεθοδική καλλιέργεια υπερκαταναλωτικών αντανακλαστικών, ικανοποιούμενων από μορφολογικώς παρεμφερή, αλλά ποιοτικώς άνισων προϊόντων (ένα σακάκι Armani και ένα σακάκι Zara). Η ψευδεπίγραφη μετανεωτερική «εξίσωση» μέσω της κατανάλωσης υπονομεύει κάθε πολιτικό ριζοσπαστισμό και μετατρέπει την αντισυστημική κριτική σε τεκμήριο γραφικής μονομανίας κάποιων απαρχαιωμένων «αναχωρητών».   Στη διαπλοκή αυτών των φαινομένων, υπό τον αστερισμό της υπερκαταναλωτικής δημοκρατίας της αγοράς, εντοπίζεται το σύγχρονο ενδιαίτημα του συντηρητισμού. Αυτή η δεύτερη υπόθεση αναδεικνύει τον απολύτως δυναμικό χαρακτήρα του «συντηρητισμού», όπως τον όρισα παραπάνω. Δεν πρόκειται για στασιμότητα ή διαφύλαξη κεκτημένων, αλλά για τη διευρυμένη αναπαραγωγή και εδραίωση μιας πληθωριστικής και άχρηστης για την κοινωνική συνοχή, ‘καταπίεσης’ – από την οποία επωφελούνται τα μάλα συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα ή ομάδες.
Από αυτή την ατελή ομογενοποίηση  επιχειρούν να «διαφοροποιηθούν» μόνο οι «ηττημένες»  στο πρόσφατο παρελθόν ιδεολογικά ακραίες φωνές του πολιτικού φάσματος, αισθανόμενες ότι έχει έλθει για  ακόμη μια φορά η ώρα τους … στη παρούσα ιστορική συγκυρία. Είναι κάτι το αναμενόμενο και πολλές φορές επαναλαμβανόμενο στην ιστορία.  Όμως, στη σημερινή συγκυρία, η φωνή που ακούγεται  δυνατά είναι αυτή της ελληνικής ακροδεξιάς. Γιατί; Οι λόγοι είναι αρκετοί για να αναπτυχθούν στο πλαίσιο αυτού του σύντομου άρθρου. Όμως δεν θα είμαστε μακριά από την αλήθεια, αν υποστηρίζαμε, ότι το διακύβευμα του «έθνους –κράτους»  αποτελεί παρασάγγας το κομβικό σημείο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η βασική προσέγγιση.  Pari passo και η προσπάθεια ανάδυσης ενός θρησκευτικού αισθήματος σε αντιπαλότητα με τα υπόλοιπα θρησκευτικά δόγματα και εμφορούμενο κυριολεκτικά από «γνωστές»  ιδέες που παραπέμπουν σε «παλιές εποχές».
Κοντά στο φτωχοπροδρομικό, όσο και εννοιολογικά αντιφατικό,   συντηρητισμό  του ‘Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια’, ο οποίος, αν και καλυμμένα, συνεχίζει να κυριαρχεί σε μεγάλο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού και που λαμβάνει έντονα εθνικιστικά και ακροδεξιά χαρακτηριστικά σε επιμέρους  κοινωνικά στρώματα με αναφορές στον εμφύλιο και στην χούντα ,αναδύεται το επιθετικό είδωλο ενός εσωτερικευμένου, σχεδόν αμέριμνου, εξανδραποδισμού των συνειδήσεων: Παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα, ποιότητα ζωής (ήτοι υπερκαταναλωτισμός αγαθών και υπηρεσιών), ασφάλεια (δηλαδή υπεραστυνόμευση, διείσδυση του πανεποπτικού δημοσίου στη σφαίρα της ιδιωτικότητας). Ιδού μερικές μόνο από τις λέξεις κλειδιά της μετανεωτερικής τάξης πραγμάτων, μέσω των οποίων επιχειρείται η απόκρυψη του αντιδραστικού/υπερσυντηρητικού  χαρακτήρα της με έννοιες με σαφές ιδεολογικό περιεχόμενο όπως : πολυπολιτισμικότητα, σεβασμός στη διαφορετικότητα, κοινωνία της γνώσης, ανεκτικότητα, διάλογος, συναίνεση και πάει λέγοντας.
Ο επικυρίαρχος  «νέος μεταμοντέρνος  συντηρητισμός», στο μέτρο που εμφανίζεται ως πολιτικά και πολιτισμικά «ριζοσπαστικός», δέχθηκε την αρχική επίθεση  από τον «παραδοσιακό συντηρητισμό», έμμεσα στην αρχή και ευθέως στη συνέχεια, στον κεντρικό του πυρήνα, δηλαδή στις αντιλήψεις του περί του έθνους των Ελλήνων. Οι  ουσιαστικές δραστηριότητες (ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων , απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, υπέρβαση των παραδοσιακών πολιτιστικών αντιλήψεων ) όσο και τα απόνερα (μετανάστευση) της Παγκοσμιοποίησης ερμηνεύθηκαν ως κατευθυνόμενες στοχευμένες απειλές στο ελληνικό έθνος.
Σε αυτό διευκολύνθηκε τα μέγιστα  από τη συστηματική παρέμβαση, μέσω των ΜΜΕ, των γνωστών τηλεκηρύκων,  (μερικοί εξ αυτών έγιναν στη συνέχεια βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου), οι οποίοι σιγά – σιγά αλλά σταθερά άνοιξαν το δρόμο για την επαναφορά στο πρώτο πλάνο αυτού που ονομάσαμε φτωχοπροδρομικού  συντηρητισμού  του «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», με αιχμή του δόρατος, το κατά την άποψή τους, «κάλλος της αρχαίας Ελλάδος», την πολιτιστική υπεροχή του Γένους των Ελλήνων σε συνδυασμό με την  κακώς εννοούμενη «ορθόδοξη πίστη». Τα τηλεοπτικά κανάλια (ειδικά τα περιφερειακά και τοπικής εμβέλειας) «γέμισαν» στην κυριολεξία  από «ειδικούς» της αρχαίας ελληνικής  ιστορίας, συνωμοσιολόγους  κάθε θέματος, κοσμοκαλόγερους που προφητεύουν είτε την καταστροφή του κόσμου ή την νίκη του ξανθού γένους, ιερείς που εκθειάζουν την ελληνική ορθοδοξία με το δικό τους «ξεχωριστό» τρόπο, δημοσιογράφους που αφιερώνουν μεγάλη σειρά εκπομπών στον αποκρυφισμό, στην εξωγήινη διάσταση του ελληνικού γένους. Νέοι όροι και έννοιες εμφανίζονται στο λεξιλόγιο των Ελλήνων : οι Ελ, ο Σείριος, οι Εσοχθόνιοι,  ο Ερμής ο τρισμέγιστος, ο αποκρυφισμός, οι Νεφελίμ, το Δελφικό Έψιλον, η Ομάδα Έψιλον, οι Χαζάροι, οι Μάγια και τόσοι άλλοι που ανασύρθηκαν από τα αραχνιασμένα ντουλάπια του παρελθόντος χρησιμοποιούμενοι για να …ερμηνεύσουν τις σημερινές ιστορικές εξελίξεις. Ήταν ένα παράξενο θέαμα να βλέπουμε αυτούς τους ημιμαθείς ανόητους να τσαλαβουτάνε στο βόρβορο του «μεταφυσικού»
Η αντιπαράθεση των δύο σχημάτων σκέψης ήταν άνιση όσο οι οικονομικές συνθήκες ήταν ευνοϊκές για την υποστήριξη αυτού που ονομάσαμε  «νέο ή μεταμοντέρνο ριζοσπαστικό συντηρητισμό». Μάλιστα, η υπεραισιοδοξία που απέπνεε η εποχή προκαλούσε μια συστηματική υποτίμηση, σε όλες αυτές τις αντιλήψεις, αρνούμενη να τις δώσει την παραμικρή σημασία. Η συστηματική υποτίμηση αφενός και η αλαζονική πεποίθηση περί της πορείας των μελλοντικών εξελίξεων αφετέρου, επέτρεψε την βαθμιαία εγχάραξη και νομιμοποίηση των συγκεκριμένων απόψεων σε όλο και μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας.
 Από τη στιγμή, όμως,  που η οικονομία εισήλθε σε κρίση την οποία ακολούθησε το βίαιο μνημονιακό πρόγραμμα της δημοσιονομικής προσαρμογής, άνοιξε ο ασκός του Αιόλου δημιουργώντας «πεδίο δόξης λαμπρό» για την επέκταση και την εξάπλωση των συγκεκριμένων απόψεων.  Όπως συμβαίνει στην ιστορία, όταν οξύνεται η κρίση, αποσαρθρώνονται όλα τα μεσοβέζικα υβριδικά μορφώματα και τη θέση τους καταλαμβάνουν τα  ακραία, και υποτίθεται αυθεντικά μορφώματα με έντονη αντισυστημική ρητορεία.   


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΦΡΕΑΡ ΜΑΡΤΙΟΣ 2018

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

Η πραγματικότητα της βαρβαρότητας.




Η γνωστή ρήση της Ρόζας Λούξεμπουργκ, «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», που τόσο εύκολα χρησιμοποιείται από τον καθένα  για την κατάδειξη  δήθεν μιας ιστορικής νομοτέλειας (στην ιστορία δεν υπάρχουν νομοτέλειες), αλλά και προς επίρρωση των πολιτικών και ιδεολογικών απόψεών του,(συνηθισμένο φαινόμενο στην απατηλή εποχή της μετανεωτερικότητας όπου όλοι έχουν απόψεις επί παντός επιστητού) αντανακλά μια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα και όχι μια διαχρονικά εμμενή κατάσταση. Αρκετοί ακόμη  θέλουν να ελπίζουν ότι εμπεριέχει το στοιχείο της διαχρονικότητας. Όμως τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται κατανοητό , λόγω των κοινωνικών διεργασιών,  ότι εμπεριέχει το στοιχείο της συγχρονίας: δηλαδή, το «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» αφορούσε τις δεκαετίες 1910–1920 και ήδη η ανθρωπότητα, χάνοντας την ιστορική ευκαιρία ενός σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, έχει εισέλθει σε μια εποχή αναπαραγόμενης καπιταλιστικής βαρβαρότητας, η οποία θα την οδηγήσει σε απρόβλεπτους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Η βαρβαρότητα έχει εγκατασταθεί παντού !!!
Ο καπιταλισμός ως παγκόσμιο σύστημα βρίσκεται σε μια συνεχή μετεξέλιξη – που διαρκεί εδώ και πολλές δεκαετίες - και η οποία δεν γνωρίζουμε που θα καταλήξει, ούτε καν αν θα  γεννήσει τους όρους της αντικατάστασής του μέσω των εσωτερικών του αντιφάσεων όπως ισχυρίζονται οι μαρξιστές.
Τουλάχιστον μέχρι σήμερα, παρά τις συνεχείς και αλλεπάλληλες κρίσεις του, εκείνο που παρατηρούμε να διαλύεται (ίσως και να διαλύθηκε ήδη) είναι ο φορέας που θα επικαθόριζε  την αλλαγή προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση που υποδείκνυε η μαρξιστική τελεολογία.
Και εδώ η σκέψη της Ρόζας Λούξεμπουργκ βοηθά στην ερμηνεία της σημερινής πραγματικότητας (Η συσσώρευση του κεφαλαίου ,1913). Απ’ την στιγμή που ο καπιταλισμός εδραιώνεται σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια, οι καπιταλιστές υποχρεώνονται να στραφούν σ’ άλλα μέρη της υδρογείου, στις χώρες που ακόμα δεν έχουν ολοκληρωθεί καπιταλιστικά, για να τις τραβήξουν μέσα στην διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου, η οποία, κατά κάποιον τρόπο, τρέφεται με όλα όσα βρίσκονται εκτός της. Μ’ άλλα λόγια, η «πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου» του Μαρξ δεν ήταν, όπως το προπατορικό αμάρτημα, κάτι που συνέβη άπαξ, μια και μοναδική πράξη απαλλοτρίωσης που διέπραξε η γεννώμενη αστική τάξη, η οποία ξεκίνησε μια διαδικασία συσσώρευσης που θ’ ακολουθούσε κατόπιν «με σιδηρά αναγκαιότητα» τον εγγενή της νόμο μέχρι τελικής κατάρρευσης. Απεναντίας, η απαλλοτρίωση έπρεπε να επαναλαμβάνεται κάθε τόσο, για να διατηρεί σε λειτουργία το σύστημα. Άρα ο καπιταλισμός δεν είναι ένα κλειστό σύστημα, που γεννούσε τις αντιφάσεις του και «εγκυμονούσε την επανάσταση». Τρεφόταν από εξωτερικούς παράγοντες και η  αυτόματη κατάρρευσή του θα ερχόταν, αν ερχόταν, μόνον αφού πρώτα είχε κατακτηθεί και καταβροχθιστεί ολόκληρη η υδρόγειος!!!
Η περιγραφή αυτή, για τους γνωρίζοντες, είναι ουσιαστικά μη μαρξιστική. Αντιβαίνει προς το καθαυτό θεμέλιο της μαρξιστικής και εγελιανής διαλεκτικής, που υποστηρίζει ότι κάθε θέση οφείλει να δημιουργεί την αντίθεσή της- η αστική κοινωνία δημιουργεί το προλεταριάτο- έτσι ώστε η κίνηση της όλης διαδικασίας να συνδέεται με τον αρχικό παράγοντα που την προκάλεσε.
Εγκαταλείποντας τους προβληματισμούς της Ρόζας Λούξεμπουργκ, στη σημερινή συγκυρία θα πρέπει να σημειώσουμε ότι :
Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις και ο νέος συγκρουσιακός μερκαντιλισμός θα καθορίσουν τόσο την εξέλιξη των εθνικών κρατών όσο και την επιβίωση όλων των γνωστών μορφών κοινωνικών κινημάτων, συμπεριλαμβανομένων και των λεγόμενων αντισυστημικών. Θεωρώ ότι θα είναι εξαιρετικά δύσκολο από το χώρο των αντισυστημικών κινημάτων να αναπτυχθεί μια στρατηγική που να αφορά την παγκόσμια εξέλιξη και αλλαγή του ιστορικού καπιταλισμού.
Παράλληλα θα πρέπει να πούμε ότι τα αντισυστημικά κινήματα, τα διεκδικητικά κινήματα και τα κινήματα γενικότερων συμφερόντων συνυπήρξαν, συνυπάρχουν και θα συνυπάρχουν με το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα. Η σοσιαλδημοκρατία έχει τη δυνατότητα να διεμβολίσει τόσο τα διεκδικητικά κινήματα όσο και μέρος των κινημάτων γενικότερων συμφερόντων, αλλά και να ηγεμονεύσει σε αυτά. Η σοσιαλδημοκρατική άποψη θα αντιπροσωπεύει πάντα τη δυνατότητα άμεσης ικανοποίησης λαϊκών διεκδικήσεων –πάντοτε μέσα στα όρια αναπαραγωγής του καπιταλισμού και όχι σε αντιπαράθεση με τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων– έναντι της μακροχρόνιας και πολυεπίπεδης στοχοθέτησης των αντισυστημικών κινημάτων.
Προσοχή όμως, ομιλούμε για την σοσιαλδημοκρατική άποψη και όχι για τα σύγχρονα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Διότι, η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, χάρη στους παραδοσιακούς δεσμούς της με τον εργατικό κόσμο και τα μεσαία στρώματα, που την καθιστούσαν αξιόπιστο συνομιλητή τους, έφερε σε πέρας μέσα σε μια εικοσαετία, με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα και δίχως επώδυνους κραδασμούς, το έργο της υστεροκαπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, δηλαδή της κατάλυσης κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων ενός αιώνα. Στην Ευρώπη, ιδιαίτερα, οι σοσιαλιστές πρωτοστάτησαν προγραμματικά στην εμπέδωση και στην εξάπλωση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής (Κ. Μελάς, Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία : από την Πολιτική στη Νεοφιλελεύθερη διαχείριση. (Monthly Review Μάρτιος 2007), του «μονόδρομου» της «ενιαίας σκέψης» και της αύξησης των ανισοτήτων. Η οικονομική τους πολιτική ταυτίστηκε πλήρως με τις απόψεις της νεοκλασικής σχολής που ουσιαστικά στόχευσε στην επινομή πόρων στα επιχειρηματικά συμφέροντα και στην περιστολή των δημοσίων δαπανών εις βάρος των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων(Κ. Μελάς,  Η «φιλοσοφία» της οικονομικής πολιτικής των «ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων» διαφέρει  από τη νεοκλασική προσέγγιση; (Monthly Review ,Μάιος 2007).




Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019

Οι ευρωεκλογές και η Ελλάδα



Στην Ελλάδα, το 2019 είναι μια χρονιά που θα σημαδευτεί τουλάχιστον από 3 εκλογικές αναμετρήσεις (εθνικό, περιφερειακό και ευρωπαϊκό επίπεδο) και, ενδεχομένως, μια εθνική εκλογική αναμέτρηση στις αρχές του 2020, εάν η Βουλή δεν καταστεί δυνατόν να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Οι συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις είναι πολύ πιθανό να αυξήσουν την αβεβαιότητα.  Ο εκλογικός κύκλος είναι σημαντικός παράγοντας στη διαμόρφωση του οικονομικού κλίματος. Ο επιχειρηματικός κόσμος, αλλά και τα νοικοκυριά, ενδεχομένως, να μεταθέσουν επενδυτικές ή καταναλωτικές δαπάνες στο μέλλον. Συνεπώς, η επικρατούσα αβεβαιότητα, επηρεάζει την οικονομική συμπεριφορά των ατόμων, που συνήθως αποτυπώνεται σε μια πιο συγκρατημένη επενδυτική και καταναλωτική δαπάνη.
Όμως η Ελλάδα ως μέλος της ΕΕ και της ευρωζώνης, είναι «ανοικτή» σε όλους τους επηρεασμούς από τα συμβαίνοντα στην ένωση.

Το 2019 σίγουρα θα είναι ένα δύσκολο όσο και ενδιαφέρον έτος για την ΕΕ αλλά και την ευρωζώνη. Τα ζητήματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν από τους ηγέτες των 28 ευρωπαϊκών χωρών, αλλά κυρίως από τις μεγάλες και ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες έχουν τον πρώτο λόγο στις αποφάσεις είναι αρκετά, διαφορετικών ειδών αλλά και αλληλεξαρτώμενα μεταξύ τους. Πρόκειται για ζητήματα πολιτικής και οικονομικής φύσεως.
Το κύριο πολιτικό πρόβλημα συνιστούν οι επερχόμενες ευρωεκλογές του Μαΐου. Η αναμενόμενη  εκλογική πτώση των δύο κυρίαρχων, μέχρι σήμερα ομάδων, χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλιστών, με την παράλληλη άνοδο των ακροδεξιών – ευροσκεπτικιστικών δυνάμεων ,πιθανά  θα οδηγήσει σε σχετική αναδιάταξη των δυνάμεων του ευρωκοινοβουλίου. Βεβαίως είναι δύσκολο να είμαστε μάρτυρες μεγάλων ανατροπών. Παρόλα αυτά μια συμπαγής ομάδα ακροδεξιών αντιλήψεων μπορεί να θέτει προβλήματα που βρίσκονται σε αντίθεση με την καθεστωτική τάξη των πραγμάτων όπως ισχύει μέχρι σήμερα.
 Η εκλογή του νέου προέδρου του σώματος αποτελεί ως εκ τούτου σημαντικό  ζήτημα λόγω και των σχετικά διευρυμένων αρμοδιοτήτων του ευρωκοινοβουλίου. Την ίδια περίοδο θα πρέπει να τοποθετηθεί και ο νέος επικεφαλής οικονομολόγος στην ΕΚΤ (σε αντικατάσταση του Peter Praet) που  αποτελεί το πρώτο δείγμα για το πως θα πορευθεί η τράπεζα τα επόμενα έτη.
Τον Φθινόπωρο (μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου) η ΕΕ θα πρέπει να προχωρήσει στην τοποθέτηση νέων προσώπων στα τρία βασικά της όργανα, στην προεδρία της Ένωσης, στην προεδρία της Επιτροπής (και των επιτρόπων) και στην προεδρία της ΕΚΤ, σε αντικατάσταση των  Tusk ,Juncker και  Draghi. Γίνεται κατανοητό ότι πρόκειται για ζητήματα άκρως σημαντικά τα οποία αφορούν τα υψηλότερα αξιώματα της ένωσης και κατά συνέπεια την πολιτική που θα ακολουθηθεί την επόμενη πενταετία Αναμένεται, εκ των πραγμάτων, όπως συμβαίνει πάντοτε στην ένωση , συνδιαλλαγή και σύγκρουση μεταξύ των χωρών μέχρι την οριστικοποίηση και την εγκαθίδρυση των νέων οργάνων, γεγονός που θα μεγαλώσει τις υπάρχουσες αβεβαιότητες.
Ειδικά η επιλογή του προσώπου που θα διαδεχθεί τον Mario Draghi  στη θέση του του προέδρου της ΕΚΤ είναι μεγάλης σημασίας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό ο διάδοχος του να είναι κάποιος που θα συνεχίσει, τουλάχιστον, να «διαβάζει» την οικονομία ,με τον τρόπο του Draghi. Η συμβολή του στην σταθεροποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας αναγνωρίζεται   τουλάχιστον ως θετική, παρά τις εκφρασμένες αντιρρήσεις από χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης.  Επομένως όλες οι υποψηφιότητες που προέρχονται από τις χώρες αυτές εμπεριέχουν τον κίνδυνο αλλαγής της ακολουθούμενης μέχρι σήμερα νομισματικής πολιτικής. Ίσως η υποψηφιότητα που βρίσκεται περισσότερο κοντά στην γραμμή Draghi , είναι αυτή του   Διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας, Francois Villeroy de Galhau. Όλες οι υπόλοιπες υποψηφιότητες : του Γερμανού  Jens Weidmann, Προέδρου της Bundesbank, του Erkki Liikanen, πρώην Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας της Φιλανδίας και του διαδόχου του Olli Rehn, προμηνύουν διαφορετικές οπτικές ως προς χάραξη της νομισματικής πολιτικής. Σε αυτό το πλαίσιο το πρώτο θέμα που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η νέα ηγεσία της ΕΚΤ θα είναι η διαχείριση της πολιτικής της «ποσοτικής χαλάρωσης» και του ύψους των επιτοκίων.
Ίσως η πρώτη ένδειξη για το μέλλον της ΕΕ θα αποτελέσει το ποσοστό συμμετοχής των ευρωπαίων πολιτών στις εκλογές του Μαΐου. Το 1979, στις πρώτες εκλογές για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο η συμμετοχή ήταν στο  63% των εχόντων δικαίωμα ψήφου. Το 1994, 15 χρόνια μετά, μειώθηκε μόνο κατά  6 %, στο 57%. Μετά από τα επόμενα 15 έτη, μειώθηκε κατά 15% , κατρακυλώντας στο  43,2% (το ίδιο και το 2014). Είναι φανερή η προοδευτική αδιαφορία των ευρωπαίων πολιτών για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. με το πέρασμα του χρόνου όλο και περισσότερο εμπεδώνεται η αντίληψη ότι οι ευρωπαϊκές εκλογές αποτελούν εκλογές δευτέρου επιπέδου.
Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά προβλήματα , κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν από ενδεχόμενη
περαιτέρω επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας το 2019 λόγω της αύξησης του εμπορικού προστατευτισμού, γεωπολιτικών κινδύνων και ευπαθειών στις αναδυόμενες οικονομίες. Σε συνδυασμό μάλιστα με πιθανές αναταράξεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και με το ενδεχόμενο μιας μη συντεταγμένης αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit), η οικονομική αβεβαιότητα επιτείνεται. Η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας αποτελεί σημαντική πηγή ανησυχίας που, σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με το Brexit, ενδέχεται να επιδράσει αρνητικά στην άνοδο των ελληνικών εξαγωγών και του τουρισμού.
 Στη ζώνη του ευρώ η επιβράδυνση το 2019 προβλέπεται πλέον σημαντικά μεγαλύτερη έναντι των προηγούμενων προβλέψεων καθώς, σύμφωνα με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει σε 1,1% το 2019 από 1,9% το 2018, ως αποτέλεσμα ενός συνδυασμού εσωτερικών αλλά και διεθνών παραγόντων, οι οποίοι αποτελούν ανασχετικούς παράγοντες τόσο στην εγχώρια ζήτηση όσο και στις εξαγωγές της ζώνης του ευρώ.
Ο πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 1,2% το τρέχον έτος, έναντι 1,7% το 2018. Η οικονομική πολιτική αναμένεται να παραμείνει υποβοηθητική της ανάπτυξης, καθώς η νομισματική πολιτική θα εξακολουθήσει να είναι εξαιρετικά διευκολυντική, αλλά και η δημοσιονομική πολιτική προβλέπεται να είναι ελαφρώς επεκτατική το 2019.

Ο εμπορικός προστατευτισμός και η αβεβαιότητα ως προς την εξέλιξη των εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των ΗΠΑ και των κυριότερων εμπορικών εταίρων τους εκτιμάται ότι είναι η κυριότερη αιτία της υποχώρησης των ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και των κινδύνων για τις προοπτικές της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής οικονομίας.
 Άλλοι οικονομικοί και γεωπολιτικοί κίνδυνοι είναι το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος πολλών αναδυόμενων αλλά και προηγμένων οικονομιών, έντονες διακυμάνσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και το ενδεχόμενο ενός Brexit χωρίς συμφωνία.
Αυτονόητο είναι ότι όλες αυτές οι εξελίξεις θα επηρεάσουν την χώρα μας η οποία αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της ένωσης, αυτή την στιγμή, λόγο των πολλαπλών προβλημάτων που αντιμετωπίζει.