Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2019

Περί λαϊκισμού







Μια από τις βασικές έννοιες, μέσω της οποίας επιχειρείται να επε­ξηγηθούν οι σημερινές πολιτικές εξελίξεις, είναι αναμφισβήτητα αυ­τή του λαϊκισμού. Γνωστή ως έννοια, φορτισμένη κυρίως με αρνητι­κές συνδηλώσεις, πολυχρησιμοποιημένη κυρίως από τις πολιτικές ελίτ, οι οποίες, αναλαμβάνοντας την κυβέρνηση της χώρας, τη χρη­σιμοποιούν κατά κόρον ενάντια στις προτάσεις και στις απόψεις των αντιπολιτευόμενων πολιτικών ελίτ, οι οποίες αγωνίζονται να αποτε­λέσουν την ερχόμενη κυβέρνηση. Οι τελευταίες, όταν κερδίσουν την εκλογική διαδικασία και γίνουν κυβέρνηση, χρησιμοποιούν την έννοια του λαϊκισμού εναντίων των πολιτικών τους αντιπάλων ακριβώς όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Στο πλαίσιο του πολιτικού αντα­γωνισμού, μεταξύ αντιπάλων αρχηγεσιών, κάθε συνάρθρωση «λαϊ­κών» αιτημάτων θα καταγγέλλεται, από τους κατέχοντας συγκυριακά την κυβέρνηση, ως «λαϊκίστικη». Ό,τι είναι για τον έναν «λαϊκό», εί­ναι για τον άλλον «λαϊκίστικο», και αντίστροφα. Πάντοτε ο λαϊκισμός είναι ο λαϊκισμός του άλλου.
Η έννοια του λαϊκισμού είναι συνυφασμένη, in senso lato, με την έν­νοια της ισότητας. Δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια του λαϊκισμού χωρίς άμεση αναφορά στην έννοια της ισότητας. Ισότητα που σαφέ­στατα δε δύναται ποτέ να πραγματωθεί, αλλά, ως έννοια, έχει τρομε­ρή δύναμη στο ιδεολογικό και συμβολικό επίπεδο. Λαϊκισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο γεφυρώνονται (προσωρινά) η αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της γενικής ισότητας και στην (προσωρινή) έμπρακτη εξουσία μιας ελίτ μέσα στις συνθήκες της μαζικοδημοκρατικής πολιτικής.
Ενώ οι πολιτικές αρχηγεσίες θα ήθελαν να διατηρήσουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο των αποφάσεων, υποχρεώνονται να αποδε­χτούν ορισμένες διαδεδομένες ιδέες ή προκαταλήψεις που κολακεύ­ουν τις μάζες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και την αποδοχή στην πρά­ξη των διαφόρων αιτημάτων που συνδέονται με τις παραπάνω από­ψεις και αξιώνονται από διάφορες επαγγελματικές ή συντεχνιακές ομάδες.
Ο εγγενής λαϊκισμός της μαζικής δημοκρατίας κάνει πρωταρχικό καθήκον των μελών των ελίτ να εκδηλώνουν επιδεικτικά, σε κάθε δεδομένη ευκαιρία, πό­σο κοντά βρίσκονται στον απλό άνθρωπο. Μια στάση διαφορετική ερμηνεύεται ως περιφρόνηση των συνανθρώπων και της ισχύουσας αρχής της ισότητας και τι­μωρείται ανάλογα.
Ως ιδεολογική έννοια, ο λαϊκισμός περιγράφει μια ήδη εμφανι­σθείσα αλλαγή της κοινωνικής βάσης. Στη συνέχεια, βεβαίως «σπρώ­χνει» στη διαμόρφωση της κοινωνικής βάσης σύμφωνα με τη δική του οπτική.
Η ιδεολογία δεν περιορίζεται απλώς στην ερμηνεία της κοινωνι­κής πραγματικότητας, αλλά αποβλέπει και στη διαμόρφωσή της με τρόπο συστηματικό. Αυτό σημαίνει ότι στο πλαίσιο της ιδεολογίας συνυπάρχουν η θεωρητική επεξεργασία και η κοινωνική δραστηρι­οποίηση, η αντίληψη και η κοινωνική παρέμβαση, η ερμηνεία και η πολιτική κινητοποίηση.
Η πολιτική λειτουργία της έννοιας δεν έχει ανάγκη ορισμού σα­φών κριτηρίων, με βάση τα οποία θα καθοριστεί το ακριβές περιε­χόμενό της. Ως παραγόμενη έννοια, λαμβάνει υπόσταση από τις όποιες συνδηλώσεις προέρχονται από την καθορίζουσα και πρωταρ­χική έννοια της ισότητας.
Η τελευταία, είναι επίσης μια έννοια με ασαφές περιεχόμενο, εκτός αν επιλεγούν, διά συμβάσεως, ορισμένα καθορισμένα κριτή­ρια, τα οποία να μην απαιτούν αναγωγή σε άλλα κ.τ.λ. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, η πολιτική λειτουργία της έννοιας της ισότητας δεν έχει ανάγκη επιστημολογικών θεμελιώσεων. Αρκεί μια ασαφής-νεφελώδης προσέγγιση υποστηριζόμενη καθημερινά από τα ΜΜΕ κάθε τύπου, για να αποκτήσει η λέξη «ισότητα» ένα σαφέστατο συμ­βολικό περιεχόμενο, το οποίο καθίσταται κυρίαρχο στον καθορισμό της συμπεριφοράς των ατόμων.
Αυτό που συνάγεται ,από τα προηγούμενα  καθιστά εμφανές ότι ο λαϊκισμός δεν είναι ούτε μόνο προϊόν χειραγώγησης των λαϊκών στρωμάτων ούτε αυτόνομο λαογενές προϊόν. Οι αναλυτές οι οποίοι επιχειρούν ερμηνείες στη βάση της μιας ή της άλλης μερικής αλήθειας οδηγούνται σε αναλυτικά και πο­λιτικά αδιέξοδα. Συγκεκριμένα, είναι αναλυτικά ατελέσφορη και πο­λιτικά επικίνδυνη η αντίληψη που θεωρεί ως υπεύθυνους (του λαϊκι­σμού) άλλοτε τα λαϊκά στρώματα και άλλοτε τις αρχηγεσίες που τα εξαπατούν. Κανένας δεν μπορεί να εξαπατήσει κανέναν αν η κοινω­νική πραγματικότητα δεν εμπεριέχει το προβαλλόμενο αίτημα ως δυ­νατότητα που μπορεί να πραγματωθεί και η οποία βρίσκεται εν μέ­ρει στα χέρια (ή στο κεφάλι) του αιτούντος. Πρέπει να υπάρχει το ευ­ήκοον ους, όχι μόνο ως απλώς υπάρχον, αλλά και ως ευρισκόμενο σε υπερδιέγερση, έτοιμο να ακούσει κάτι που το ίδιο έχει προκαλέσει και αισθάνεται ότι πρέπει να ειπωθεί. Αυτό δε σημαίνει ότι και η δη­μαγωγία δεν μπορεί να είναι μέρος του λαϊκιστικού λόγου. Όμως, δεν είναι δυνατό να αναχθεί η έννοια της δημαγωγίας ως βασική ανα­λυτική κατηγορία του λαϊκισμού, διότι τότε η ιστορικά διαπιστωμέ­νη διαχρονικότητα της έννοιας της δημαγωγίας στερεί οποιαδήποτε ερμηνευτική δυνατότητα στην έννοια του λαϊκισμού ως ειδική κατη­γορία της ιστορικής περιόδου της μαζικής δημοκρατίας.
Παράλληλα, κανείς δεν είναι σε θέση να καταστεί αυθεντικός διερ­μηνευτής των όποιων λαϊκών αιτημάτων και στόχων ώστε να αποδείξει τη λαογένειά τους. Η όποια προσπάθεια καταβληθεί χρειάζεται την κα­ταρχάς πρόταξη κριτηρίων με βάση τα οποία θα πραγματοποιηθεί η επιλογή. Η καταφανής αδυναμία ύπαρξης παρόμοιων κριτηρίων καθι­στά την όποια προσπάθεια μάταιη ή τις περισσότερες φορές οδηγεί στην αποδοχή, ως ορθού, κάθε λαϊκού αιτήματος.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ 15.09.2019


Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

Η «πραγματικότητα της οικονομίας» δημιουργεί τις θετικές προσδοκίες και όχι το αντίθετο



1.
Η Ελληνική οικονομία, εκτός πολλών άλλων, έχει ανάγκη σημαντικής αύξησης των επενδύσεων. Τα μνημονιακά προγράμματα επέφεραν εξισορρόπηση των διπλών ελλειμμάτων με απολύτως λανθασμένο τρόπο : μείωσαν δραστικά τις επενδύσεις (ως % του ΑΕΠ, 2009: 18,34 και 2018: 11,07) ενώ άφησαν σχεδόν αμετάβλητο το μέγεθος της κατανάλωσης (ως % του ΑΕΠ,2009: 68,13 και 2018: 68,00). Η στόχευση ήταν ακριβώς η αντίστροφη.
Μετά από αυτή την εξέλιξη, οι δύο πρόσφατες ελληνικές κυβερνήσεις, καταβάλουν προσπάθειες, ρητορικές ως επί το πλείστον, προκειμένου να προσελκύσουν επενδύσεις. Η όλη προσπάθεια συνίσταται, ακολουθώντας τη βασική λογική του μνημονιακών προγραμμάτων, με σκοπό την ανάκτηση της εμπιστοσύνης εκ μέρους των επενδυτών της ελληνικής οικονομίας. Το πως γίνεται η ανάκτηση της εμπιστοσύνης βεβαίως είναι το ζητούμενο. Στη λογική της σημερινής κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας το μεγαλύτερο ποσοστό της ανάκτησης αποδίδεται στη ψυχολογία ενώ το απομένον ποσοστό αποδίδεται σε αντικειμενικούς οικονομικούς παράγοντες που αφορούν στη βελτίωση της προσφοράς. Μάλιστα αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η μακροοικονομική αντίληψη που επικρατεί για τη βελτίωση της προσφοράς είναι το δόγμα  ότι η απόλυτη δημοσιονομική ισορροπία είναι εγγενώς αναπτυξιακή.  
 Η ψυχολογία, με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται η κυρίαρχη σήμερα οικονομική θεωρία, είναι μια έννοια που αντανακλά ένα γενικό, αόριστο και διάχυτο κλίμα και το μόνο «αντικειμενικό» σημείο αναφοράς είναι οι αποδόσεις στην έκδοση χρέους όπως αυτές αξιολογούνται από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Το πόσο «αντικειμενικό» είναι αυτό το κριτήριο το αφήνω ασχολίαστο. Αναφέρω μόνο ότι η Ελλάδα σήμερα δανείζεται με σχεδόν το ίδιο κόστος από τις ΗΠΑ!!!  Η αντίληψη αυτή περισσότερο θυμίζει ελληνικές θυμοσοφίες που βολεύουν τρομακτικά πολιτικούς και μέσα ενημέρωσης (τελευταία προσχώρηση αυτή της καγκελαρίου Μέρκελ).
2.
Σε αντίθεση με αυτή την αντίληψη οι απόψεις του Keynes[1] σχετικά με το σχηματισμό των προσδοκιών επιτρέπει να συλλογιστούμε διαφορετικά. Ο Keynes προχωρά στο διαχωρισμό μεταξύ βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προσδοκιών. Ο διαχωρισμός δεν αναφέρεται στον χρονικό ορίζοντα , αλλά στη φύση των εξεταζομένων φαινομένων. Στην ουσία ο Keynes θέτει σε αντιπαράθεση τις αποφάσεις που αναφέρονται στην προσαρμογή της παραγωγής των καταναλωτικών αγαθών στην αντίστοιχη ζήτηση με εκείνες που αφορούν την απόκτηση και την εγκατάσταση των κεφαλαιουχικών αγαθών[2]. Οι βραχυπρόθεσμες προσδοκίες μπορούν να αναλυθούν στο πλαίσιο του κινδύνου. Αντιθέτως οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες που αφορούν στις επενδυτικές αποφάσεις μόνο στο πλαίσιο της αβεβαιότητας μπορούν να αναλυθούν[3]
Στις πρώτες δεν απέδιδε καθόλου βάρος στο προσδιορισμό της κατάστασης της υποαπασχόλησης που εγγενώς προσέδιδε στο καπιταλιστικό σύστημα . Όλο το βάρος έπιπτε στις μακροχρόνιες προσδοκίες. Μάλιστα δεν θεωρούσε κανένα είδος αλληλεξάρτησης  μεταξύ των δύο , πιστεύοντας ότι είναι ανεξάρτητες. Όπως αναφέρει ο Keynes «…στη διαμόρφωση των μακροπρόθεσμων προσδοκιών , η συνήθης πρακτική είναι να προβάλλουμε την υφιστάμενη κατάσταση στο μέλλον, τροποποιημένη μόνο στο βαθμό που έχουμε κάπως συγκεκριμένους λόγους να προσδοκούμε κάποια μεταβολή. Η κατάσταση των μακροπρόθεσμων προσδοκιών δεν εξαρτάται μόνο από την πιθανότερη πρόβλεψη που μπορούμε να κάνουμε. Εξαρτάται , επίσης, από την εμπιστοσύνη με την οποία κάνουμε τη σχετική πρόβλεψη- από το μέγεθος της πιθανότητας να αποδειχτεί εσφαλμένη η καλύτερή μας πρόβλεψη. Αν προσδοκούμε μεγάλες μεταβολές, αλλού δεν είμαστε καθόλου βέβαιοι ως προς την ακριβή μορφή που θα έχουν, τότε η εμπιστοσύνη μας θα είναι μικρή»[4]. Θέτει ευθέως το ζήτημα της εμπιστοσύνης. Μια έννοια που ανάλογα με τον τρόπο που προσλαμβάνεται προκαλεί σχεδόν κάθετες διαφοροποιήσεις στην ανάγνωση των οικονομικών δραστηριοτήτων και επομένως και στη άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Στην κεϋνσιανή προβληματική   η έννοια δεν αντανακλά ένα «γενικό, αόριστο και διάχυτο κλίμα»[5]αλλά συνδέεται στενά με τα προβλήματα των μακροχρόνιων επενδύσεων[6]. Είναι οι μακροχρόνιες επενδύσεις αυτές που αποτελούν το βασικό κλειδί ανάπτυξης της οικονομίας. «Οι περισσότερες, πιθανώς, από τις αποφάσεις μας να αναλάβουμε κάποια ενέργεια, τις πλήρεις συνέπειες των οποίων θα έχουμε ύστερα από πολλές ημέρες, μπορούν να ληφθούν ως αποτέλεσμα ζωικών κινήτρων- μιας αυθόρμητης ώθησης σε δράση παρά σε αδράνεια και όχι ως το αποτέλεσμα ενός σταθμικού μέσου ποσοτικών ωφελημάτων πολλαπλασιασμένων με ποσοτικές πιθανότητες. …Αν τα ζωικά πνεύματα εξασθενήσουν και η αυθόρμητη αισιοδοξία κλονιστεί, αφήνοντας μας να εξαρτιόμαστε από μαθηματικές και μόνο προσδοκίες, τότε η επιχειρηματικότητα θα σβήσει και θα πεθάνει- αν και οι φόβοι της απώλειας μπορεί να μην έχουν περισσότερο λογική βάση από ό,τι είχαν πριν οι ελπίδες του κέρδους… Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα εξαρτώνται από κύματα άλογης ψυχολογίας. Αντίθετα, η κατάσταση των μακροπρόθεσμων προσδοκιών συχνά είναι σταθερή και, ακόμη και όταν δεν είναι, οι άλλοι παράγοντες ασκούν τις αντισταθμιστικές τους επιδράσεις. Απλώς υπενθυμίζουμε ότι οι ανθρώπινες αποφάσεις που επηρεάζουν το μέλλον, προσωπικές, πολιτικές ή οικονομικές, δεν μπορούν να εξαρτώνται από αυστηρές μαθηματικές προσδοκίες, αφού δεν υπάρχει η βάση για τέτοιους υπολογισμούς»[7].
3.
Άρα η βασική ερώτηση που προκύπτει για το ζήτημα των επενδύσεων στην ελληνική οικονομία αφορά πρωτίστως στην εμπιστοσύνη και στις προσδοκίες για τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις και όχι γενικά και αόριστα την έννοια της εμπιστοσύνης. Οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις χαρακτηρίζονται από το ότι συμβάλλουν πρωτίστως στην αναβάθμιση της παραγωγικής διαδικασίας. Ακινητοποιούνται για μακρύ χρόνο εντός των επιχειρήσεων και στις υποδομές που υποβοηθούν, πρωταρχικά, κατά τρόπο άμεσο, και δευτερευόντως με έμμεσο τρόπο στην παραγωγική διαδικασία των επιχειρήσεων.
Ουσιαστικά η έννοια της εμπιστοσύνης προς τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις αποτελεί το βασικό διαχωρισμό μεταξύ των εννοιών της κερδοσκοπίας και της επιχειρηματικότητας
Χρησιμοποιώ τον όρο κερδοσκοπία, για να δηλώσω τη δραστηριότητα της πρόβλεψης της ψυχολογίας της αγοράς, και τον όρο επιχειρηματικότητα, για να δηλώσω τη δραστηριότητα της πρόβλεψης της προσδοκώμενης απόδοσης του ενεργητικού στη διάρκεια της ζωής του.
Επειδή η κερδοσκοπία δεν μπορεί να αποφευχθεί (μάλλον νικά κατά κράτος στις μέρες μας) θα πρέπει να γίνει κάθε δυνατή προσπάθεια για υποστήριξη της  διεύρυνσης της επιχειρηματικότητας  και αποφυγή  κάθε  κερδοσκοπικής  δραστηριότητας.
Είναι γνωστόν ότι  η κερδοσκοπία  μπορεί να μη βλάπτει  σαν φυσαλίδα σε ένα σταθερό ρεύμα επιχειρηματικότητας. Τα πράγματα όμως γίνονται σοβαρά, όταν γίνεται η επιχειρηματικότητα μια φυσαλίδα στη δίνη της κερδοσκοπίας. Όταν η κεφαλαιακή ανάπτυξη μιας χώρας γίνεται υποπροϊόν των δραστηριοτήτων τύπου καζίνο, τότε, πιθανόν, κάτι δεν πάει καλά.
Η συστηματική μελέτη του μεγέθους των επενδύσεων στην ελληνική οικονομία, με τον τρόπο που μόλις προηγουμένως αναφέραμε, θα μας οδηγήσει σε ασφαλέστερα συμπεράσματα για τις πρόσφατες όσο και τις μελλοντικές εξελίξεις.



[1] Keynes J.M   Γενική Θεωρία….   Κεφάλαια  V και  XII.
[2] « Οι θεωρήσεις πάνω στις οποίες βασίζονται οι προσδοκίες για μελλοντικές αποδόσεις είναι, εν μέρει , γεγονότα υφιστάμενα , τα οποία,  με σχετική βεβαιότητα , μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι γνωστά και, εν μέρει, γεγονότα μελλοντικά, τα οποία , μπορούν να προβλεφτούν με περισσότερη ή λιγότερη εμπιστοσύνη. Μεταξύ των πρώτων μπορούν να αναφερθούν το υφιστάμενο απόθεμα ποικίλων τύπων κεφαλαιουχικών αγαθών και των κεφαλαιουχικών αγαθών γενικά, καθώς και η δύναμη της ζήτησης για αγαθά εκ μέρους των υφιστάμενων καταναλωτών  που , για την αποδοτική παραγωγή τους , απαιτούν μια σχετική ευρύτερη βοήθεια από κεφάλαιο. Μεταξύ των τελευταίων είναι  μελλοντικές μεταβολές στον τύπο και στην ποσότητα του αποθέματος των κεφαλαιουχικών αγαθών και στις προτιμήσεις του καταναλωτή, η δύναμη της ενεργού ζήτησης, από καιρό σε καιρό, στη διάρκεια της ζωής των επενδύσεων που εξετάζουμε, καθώς και οι μεταβολές στη μονάδα μισθού, σε ονομαστικούς όρους, που μπορούν να συμβούν στη διάρκεια της ζωής της. Μπορούμε να συνοψίσουμε την κατάσταση των ψυχολογικών προσδοκιών που καλύπτει την τελευταία περίπτωση ως κατάσταση μακροπροθέσμων  προσδοκιών- σε διάκριση από τη βραχυχρόνια προσδοκία, βάσει της οποίας ένας παραγωγός εκτιμά τι θα αποκομίσει από ένα τελικό προϊόν, εφόσον αποφασίσει να αρχίσει την παραγωγή του σήμερα με τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις» J.M Keynes,  Γενική Θεωρία….   Κεφάλαια XII σ.177-8.

[3] Για την ανάλυση των προσδοκιών στην οικονομική θεωρία δες: Κ Μελάς, Ο Μύθος των Αποτελεσματικών Αγορών, εκδόσεις Αγγελάκη 2018.
[4] J.M. Keynes, Γενική Θεωρία …σ.178.
[5] « Η κατάσταση εμπιστοσύνης , όπως αποκαλείται , είναι ζήτημα το οποίο οι άνθρωποι της πράξης προσέχουν ιδιαίτερα. Οι οικονομολόγοι όμως, δεν το έχουν αναλύσει με προσοχή και ικανοποιούνται, κατά κανόνα, να το σχολιάζουν γενικά» J.M.Keynes , Γενική Θεωρία …σ.178
[6] «Ιδιαίτερα , δεν έχει καταστεί σαφές ότι η συνάφειά του με τα οικονομικά προβλήματα προέρχεται από τη σημαντική επίδραση στον πίνακα οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου… Η κατάσταση εμπιστοσύνης είναι συναφής , επειδή είναι ένας από τους μείζονες παράγοντες που προσδιορίζουν τον πρώτο , που είναι το ίδιο πράγμα με τον πίνακα ζήτησης επενδύσεων» J.M.Keynes , Γενική Θεωρία …σ.178-179.
[7] J.M. Keynes , Γενική Θεωρία …σ.189-191.

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2019

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ




Οι αναγνώστες μας, θα έχουν ήδη ακούσει την ομιλία του Πρωθυπουργού, άρα και τα ενδεχόμενα μέτρα. Ποιο, λοιπόν, είναι το πλαίσιο που ήταν υποχρεωμένος να κινηθεί;

    Κατ΄ αρχάς θέλω να πω κάτι που πιστεύω, καιρό τώρα. Οι προσδοκίες οι οποίες επί της ουσίας είναι αυτές που συνδέουν το παρόν με το μέλλον όταν είναι θετικές αλλά πατούν σε αντικειμενική πραγματικότητα λειτουργούν θετικά για την οικονομία. Όταν δημιουργούνται ρητορικές προσδοκίες που δεν εφάπτονται με την πραγματικότητα πολλές φορές γυρίζουν ως μπούμεραγκ για την οικονομία. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, έχω την εντύπωση έχει δημιουργήσει ρητορικά πολλές προσδοκίες για την αλλαγή του μείγματος οικονομικής πολιτικής για τη μεγένθυση του ΑΕΠ και για αλλαγή του προτύπου της ελληνικής οικονομίας. Πολύ φοβάμαι ότι δεν θα καταφέρει να το αποδείξει με αποτέλεσμα την πιθανότητα να ξαναπάμε πάλι στα ίδια.

  Η συνέντευξη του υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στο Capital επιβεβαιώνει, κατά κάποιο τρόπο, τους δισταγμούς σου. Ήταν αρκούντος συγκρατημένος για όλα, σχεδόν

 Ναι, φαίνεται ότι σιγά σιγά οι διάφορες εξαγγελίες, προεκλογικά ή στις προγραμματικές δηλώσεις, υποχωρούν από το αρχικό ύφος ότι είμαστε έτοιμοι, γνωρίζουμε τα πράγματα κ.τ.λ. κ.τ.λ.

Τρεις παράγοντες πρέπει να επέδρασαν εδώ. Η στάση των δανειστών, οι δυνατότητες της οικονομίας, τις οποίες μεγέθυναν προεκλογικά, η διεθνής οικονομική πολιτική.  Να τους αξιολογήσουμε;

  Συμφωνώ απολύτως γι΄ αυτούς τους παράγοντες. Όσον αφορά τους δανειστές μετά την περιοδεία Μητσοτάκη είναι βέβαιο. Διότι όλη η πολιτική που σκόπευε να εφαρμόσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη στηριζόταν στη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου δια μέσου της μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων. Τόσο ο Μακρόν όσο, και κυρίως, η Μέρκελ δεν φάνηκαν θετικοί προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι χαρακτηριστικό –και ουσιαστικό– αυτό που είπε η Μέρκελ ότι τώρα με τις καλύτερες συνθήκες που μας λέτε ότι διαμορφώνετε είναι πιο εύκολο να εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις σας. Προς το παρόν, αυτή η πόρτα έχει κλείσει. Υπάρχουν ορισμένα στοιχεία τα οποία ευνοούν τη συζήτηση, που μπορούν να λειτουργήσουν ως επιχειρήματα. Το βασικό είναι η μείωση του κόστους δανεισμού που πιθανότατα δίνει ένα περιθώριο περίπου 0,5 μονάδες όσον αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα. Αυτό το 3,5% στην ουσία ήταν το κόστος δανεισμού της ελληνικής οικονομίας, οι τόκοι, δηλαδή, που έπρεπε να πληρώνει η χώρα για την εξυπηρέτηση του χρέους της. Από τη στιγμή που θα γίνει π.χ., 3% έχει ένα επιχείρημα για να μειωθούν. Αυτό, όμως, δεν είναι καθόλου εύκολο γιατί απαιτεί τεράστια διαδικασία εγκρίσεων και πλήρη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Είναι έτοιμοι σ΄ αυτή τη φάση οι Ευρωπαίοι;

  Ίσως, όμως, οι Ευρωπαίοι υπολογίζουν σοβαρά και άλλους, πλέον, παράγοντες, π.χ., την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Ύστερα, η ΝΔ είναι μια συγγενής πολιτικά δύναμη...
    Η διαφωνία μου, ως προς αυτό, έγκειται στο εξής. Πόσο αληθινό είναι ότι οι Μέρκέλ, Μακρόν και άλλοι ηγέτες θεωρούν ότι η ακροδεξιά ανεβαίνει λόγω λιτότητας; Όλο το βάρος, νομίζω, το ρίχνουν στο μεταναστευτικό.

 Υπάρχουν, όμως, τα κέρδη από τα ελληνικά ομόλογα. Αυτά μπορεί να δοθούν, ακόμη και το 2019. Δεν είναι λίγο.

  Ναι, πολύ πιθανόν, θα τα δώσουν. Γίνεται μάλιστα μια προσπάθεια να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό των πλεονασμάτων, άρα έτσι να δημιουργηθεί μεγαλύτερος δημοσιονομικός χώρος για τη λήψη μέτρων (ήδη όμως οι πρώτες ενδείξεις από την ΕΕ είναι αρνητικές). Για τον τρίτο λόγο που ανέφερες, υπήρχε σαφής υπερεκτίμηση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι αυτή η κυβέρνηση πατάει στα βήματα που είχε χαράξει η προηγούμενη κυβέρνηση, του ΣΥΡΙΖΑ. Και όσον αφορά τα πλεονάσματα και μια σειρά από μέτρα. Π.χ. ενώ η έκθεση της Κομισιόν και η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος έλεγαν ότι τα μέτρα του ΣΥΡΙΖΑ θα δημιουργούσαν υστέρηση ως προς την επίτευξη του 3,5%  πλεονάσματος και το υπολόγιζαν στο 2,9% η ΝΔ πριν τις εκλογές δεν έλεγε τίποτα και τώρα ως κυβέρνηση λέει ότι θα πιαστεί.
  Το λέει, πλέον, και ο Στουρνάρας...
  Εντούτοις, δύο μήνες πριν υποστήριζε, στην έκθεσή του, ότι δεν θα τον πιάσει. Συγχρόνως υπήρχε και υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων της νέας κυβέρνησης. Γι΄ αυτό το 2019 υπάρχει μόνο η μείωση του ΕΝΦΙΑ και το 2020 η μείωση του φόρου των κερδών των επιχειρήσεων και των μερισμάτων. Αναρωτιέμαι, με την ευκαιρία, γιατί η προηγούμενη κυβέρνηση δεν προχώρησε ενωρίτερα στη μείωση του ΕΝΦΙΑ; Τι την εμπόδιζε; Κάποτε πρέπει να απαντηθεί επισήμως.
  Πως επιδρά η διεθνής οικονομική κατάσταση;
   Είναι ένας σοβαρός παράγοντας. Η Ευρωζώνη, ως φαίνεται θα αντιμετωπίσει υφεσιακές καταστάσεις. Επομένως, με δεδομένο ότι η ΕΕ είναι ο κύριος εταίρος μας στις εμπορικές συναλλαγές και στις υπηρεσίες, αυτό δεν ευνοεί την αναθέρμανση της ελληνικής οικονομίας, που επιθυμεί η κυβέρνηση. Μόνο με τη μείωση φορολογικών συντελεστών ή με τις λεγόμενες μεταρρυθμίσεις που κοιτάνε μόνο προς στην προσφορά δεν μπορείς να αντισταθμίσεις το κόστος που σου δημιουργεί η απώλεια των εσόδων μέσω της προσδοκώμενης μεγέθυνσης του ΑΕΠ μόνο από αυτά τα μέτρα. Χρειάζονται πολλά περισσότερα  πράγματα ειδικά σε μια οικονομία όπως η ελληνική που υποφέρει πρωτίστως από την πλευρά της ζήτησης. Ένα από αυτά είναι οι επενδύσεις. Το πρόβλημα των επενδύσεων δεν λύνεται μόνο με κινήσεις υψηλού επικοινωνιακού συμβολισμού.  Γι΄ αυτό και η κυβέρνηση δεν μιλάει, πλέον, για 4% ανάπτυξη. Το 2019 η άνοδος του ΑΕΠ θα κινηθεί γύρω στο 2%.

Πως κρίνεις τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την πορεία του ΑΕΠ;
   Η άνοδος ήταν αναιμική. Αν κοιτάξουμε όλα τα στοιχεία το πρώτο τρίμηνο του 2019 είχαμε 1,1% και το δεύτερο 1,9%, δηλαδή 1,5% το πρώτο εξάμηνο. Το αντίστοιχο εξάμηνο του 2018 είχαμε 2,7% και 1,5% δηλαδή 2,1%. Έχουμε μείνει πίσω. Άλλο ένα στοιχείο που συνηγορεί ότι το 2,3% που υποστήριζε η προηγούμενη κυβέρνηση για το 2019 δεν θα πιαστεί. Εν πάσει περιπτώσει θα πρέπει να περιμένουμε τον Προϋπολογισμό για να τα δούμε όλα αυτά τα πράγματα.

 Ο Προϋπολογισμός που επίκειται θα πρέπει να καλύψει ένα έτος πολύ δύσκολο

 Το 2020 θα είναι πολύ δύσκολο και εξαιτίας όσων συμβαίνουν στην Ευρώπη και γιατί οι μειώσεις της φορολογίας που είχε εξαγγείλει η κυβέρνηση Μητσοτάκη για να μπορέσει, υποτίθεται, να προκαλέσει μεγέθυνση του ΑΕΠ αφενός μεν δεν θα υλοποιηθούν όπως εξαγγέλθηκαν, διότι δεν υπάρχει διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος για το 2020. Επομένως είμαστε διστακτικοί για την απόδοση του ΑΕΠ.

Ποια η κατάσταση στις τράπεζες; Αποσύρθηκαν και τα Capital Controls. Εσύ δεν τα φοβόσουν, θυμάμαι, και πριν μπουν.
  Ναι, για να πω την αλήθεια , με την κατάληξη που είχε σχεδόν προδιαγραφεί, θα προτιμούσα να έχουν εισαχθεί ενωρίτερα, να αποφύγουμε τόσο υψηλές εκροές κεφαλαίων. Ήταν 46 δισ.  συνολικά! Από τη στιγμή που οδηγούμαστε εκεί, νομίζω ότι, ορισμένες στιγμές, χρειάζονται τα  μέτρα αυτά. Όμως βάρυναν οι νεοφιλελεύθερες ανοησίες τι θα πουν οι αγορές κ.τ.λ.
 Για τις τράπεζες βρισκόμαστε και μ΄ αυτή την κυβέρνηση στον ίδιο δρόμο που είχε ακολουθήσει και η προηγούμενη. Περιμένουμε την κατάληξη των δύο σχεδίων – ΤΧΣ και ΤτΕ, για τη δημιουργία του ειδικού οχήματος - δηλαδή την έγκρισή τους από τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες. Τα μέτρα θα αφορούν περίπου 20 δισ. κόκκινα δάνεια, δηλαδή τόσο θα ελαφρυνθούν οι ισολογισμοί των τραπεζών.


  Γιατί, αφού συμφωνούν όλοι οι εγκρίσεις αργούν τόσο πολύ;

 Χρειάζονται μεγάλη διαδικασία και επίπονη τεχνική επεξεργασία αυτά τα θέματα για να πειστούν όλοι ότι θα λειτουργήσουν τα μέτρα σωστά.

   Απάντησες τεχνοκρατικά και διπλωματικά...
 Νομίζω, ότι όταν λέμε ότι είναι επιφυλακτικοί εννοούμε ότι για να λειτουργήσουν αυτά τα ταμεία πρέπει κάποιος να βάλει στην εκκίνηση, χρήματ, ίσως 6-7 δισ. ευρώ. Ποιος;

  Το κράτος υπονοείς;
 Δεν υπάρχει άλλος.

Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ  08.09.2019