Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2019

Το αυστηρά οριοθετημένο «δίχτυ κοινωνικής προστασίας» αντικαθιστά το κοινωνικό κράτος.


Η οικονομική λογική που διέπει το μνημονιακό πρόγραμμα το οποίο επιβλήθηκε στην ελληνική οικονομία, είναι γνωστό τοις πάσι (εκτός από εκείνους που προσποιούνται ότι δεν καταλαβαίνουν), είναι εντελώς ξένη με τη συγκρότηση ενός ενεργού και αποτελεσματικού κράτους. Μάλιστα όχι μόνο είναι ξένη αλλά βρίσκεται στον αντίποδα της όποιας προσπάθειας είχε γίνει στο παρελθόν προκειμένου να συγκροτηθεί ένα στοιχειώδες κοινωνικό κράτος, με αποτέλεσμα  ουσιαστικά την κατεδάφιση και εκείνων που είχαν κτισθεί.
Σε αντικατάσταση του, διαμορφώνεται μια επιλεκτική και ειδικά στοχευμένη υποδομή για ένα , έστω και μερικό κυρίως, εισοδηματικό αντιστάθμισμα των συνθηκών φτώχειας και ακραίας φτώχειας, λόγο των ακολουθούμενων οικονομικών πολιτικών νεοφιλελεύθερης αντίληψης. Δεδομένου ότι το δημιουργούμενο δίκτυο κοινωνικής προστασίας προσιδιάζει απολύτως στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο, λαμβάνει όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά φιλανθρωπίας και πόρρω απέχει από την αντίληψη του κοινωνικού κράτους ως μέσου προώθησης της αναπτυξιακής πολιτικής. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο : εκλαμβάνεται απλά ως κόστος.
Από τη στιγμή που εκλαμβάνεται ως κόστος, συγκαταλέγεται στις δημοσιονομικές δαπάνες και με βάση την ισχύουσα (στην ΕΕ) θεώρηση του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, κάθε κρατική δαπάνη είναι απαραίτητο να αντικρίζεται λογιστικά από ένα αντίστοιχο έσοδο (ή τη μείωση άλλου κονδυλίου δαπάνης). Ακολουθείται δηλαδή πολιτική αποτελεσματικής κατανομής των μειούμενων δημοσίων πόρων σε πλήρη αρμονία με τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις (μικρότερο κράτος). Στην Ελλάδα οι πρωτογενείς δαπάνες ακολούθησαν φθίνουσα πορεία (2009: 116, 5 / 2014: 82,7/2018: 80,7 δις ευρώ) σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Ενώ και οι κοινωνικές παροχές ακολούθησαν το ίδιο κατηφορικό μονοπάτι (2009: 48,9/ 2014: 38,9 / 2018: 38,2 δις ευρώ)[1]. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης στην Ελλάδα ως % του ΑΕΠ έχουν ως εξής: 2009: 47,5 / 2014: 45,6 / 2018: 43,0 /2021: 40,3. Αντίστοιχα στη ΕΕ-19 (μέσος όρος), 2009: 45,8/ 2014:45,4 / 2018: 43,3 / 2021: 43,2[2].
Η λογική αυτή δεν εγγυάται απολύτως τίποτε για το ύψος των κοινωνικών δαπανών στο μέλλον. Θα απαιτείται πάντοτε η ύπαρξη ικανού δημοσιονομικού χώρου ώστε να υπάρξουν οι κοινωνικές μεταβιβάσεις. Με απλά λόγια η επίτευξη των εσόδων καταλήγει να προηγείται πάντα των αντίστοιχων δαπανών. Δηλαδή όλες οι κοινωνικές παροχές, επί της ουσίας, λαμβάνουν χαρακτήρα «έκτακτου». Αν πχ. τα έσοδα του ασφαλιστικού συστήματος δεν είναι επαρκή, θα πρέπει στο τέλος να μειωθούν οι παροχές προς στους ασφαλισμένους. Δεν είναι , συνεπώς, μόνο έκτακτα τα κοινωνικά βοηθήματα σε συγκεκριμένες κατηγορίες του πληθυσμού (συνήθως αυτές που βρίσκονται στα όρια της φτώχειας ή κάτω από αυτή, ή στην ακραία φτώχεια) τα οποία χορηγούνται στη βάση ύπαρξης πρωτογενών πλεονασμάτων, όπως άλλωστε συνέβη από τις κυβερνήσεις Σαμαρά-Βενιζέλου, ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, και Κυριάκου Μητσοτάκη.  Η μη ύπαρξη πλεονασμάτων, συνεπώς, σημαίνει μηδενικό κοινωνικό μέρισμα. 
 Η απόκτηση δημοσιονομικού χώρου, εντός ενός πλαισίου περιοριστικής και στοχευμένης   δημοσιονομικής πολιτικής, αναζητείται στη μείωση των πόρων των  κοινωνικών μεταβιβάσεων  με τη θέσπιση όλο και πιο στενών κριτηρίων αναφορικά με τους δικαιούχους, έτσι ώστε να ισχύει η περίφημη κατ’ ευφημισμό «δημοσιονομική ουδετερότητα».
Στο μνημόνιο συνεργασίας που υπέγραψε ως κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ διατυπώνονται με σαφήνεια η δημιουργία του δίχτυ κοινωνικής  προστασίας ( Memorandum of understating , Αύγουστος 2015, σ. 16-17), ενώ απουσιάζει παντελώς η έννοια του κοινωνικού κράτους. Τη  θέση του  καταλαμβάνει η επιδοματική βοήθεια ήδη φιλανθρωπίας. Μάλιστα στη βιβλιογραφία αναφέρονται σύγχρονες απόψεις που υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτή τη μορφή βοήθειας, ακριβώς όπως στις απαρχές του φιλελευθερισμού το 19ο αιώνα.
Τώρα υπάρχει ακόμη ένα σημείο που χρειάζεται να αποσαφηνισθεί σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω. Το ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μοίρασε μεγαλύτερο ποσό από το υπερπλεόνασμα ως κοινωνικό βοήθημα (κάτι που πρέπει να σημειωθεί) από τη ΝΔ , δεν σημαίνει ότι η πράξη αυτή διαφοροποιείται από τη νεοφιλελεύθερη λογική του «οριοθετημένου δίχτυ ασφαλείας» και υποδηλώνει συνάφεια προς τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους ως αναπτυξιακού μέσου. Κάθε άλλο. Απλά ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να είναι πιο φιλάνθρωπος …. από τη ΝΔ.  

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΚΥΡΙΑΚΗ 29.12.2019


[1] Χρησιμοποιώ απόλυτα νούμερα για να δείξω την πραγματικότητα δεδομένου ότι η χρησιμοποίηση σχετικών δεικτών αποτελεί μεροληψία.
[2] Χρησιμοποιώ τους σχετικούς δείκτες για λόγους σύγκρισης.

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2019

Διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.



Διαβάζοντας στην πρόσφατη Ενδιάμεση Έκθεση για την Νομισματική Πολιτική της Τραπέζης της Ελλάδος (Δεκέμβριος 2019), το κεφάλαιο για την διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, βλέπουμε να παρουσιάζονται ενδιαφέροντα στοιχεία που αξίζουν να αναφερθούν. Συγκεκριμένα :
Εκτιμάται ότι το 2019 τόσο η ανταγωνιστικότητα κόστους εργασίας όσο και η ανταγωνιστικότητα τιμών έχουν ενισχυθεί. Σε αυτό συνέβαλαν :
α) ότι ανακόπηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2019, η επί τριετία ανατίμηση της ονομαστικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας της Ελλάδος, λόγω της ανοδικής πορείας του ευρώ, η οποία είχε επηρεάσει δυσμενώς τους εθνικούς δείκτες ανταγωνιστικότητας την αντίστοιχη περίοδο. Σύμφωνα με τους  δείκτες σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας που υπολογίζει για την Ελλάδα η Τράπεζα της Ελλάδος, η ονομαστική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία εκτιμάται ότι υποχώρησε οριακά κατά 0,2% το 2019, έναντι αύξησης 2,1% το 2018 (μέσα επίπεδα έτους). Η ελαφρά υποχώρηση του δείκτη για το 2019 αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την υποτίμηση σε σχέση με το 2018 ως αποτέλεσμα της μεταβολής των διμερών συναλλαγματικών ισοτιμιών έναντι του ευρώ.
 β)  οι σχετικές τιμές εκτιμάται ότι συνέχισαν να υποχωρούν και το 2019, εξουδετερώνοντας εν μέρει τις συνέπειες της προηγούμενης ανατίμησης. Συγκεκριμένα, ο εγχώριος πληθωρισμός τιμών εκτιμάται ότι παρέμεινε χαμηλότερος από εκείνον των κυριότερων εμπορικών εταίρων (0,5%, έναντι 1,8%). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα  η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία (μέτρο διεθνούς ανταγωνιστικότητας )  με βάση τις σχετικές τιμές καταναλωτή εκτιμάται ότι υποχώρησε (δηλαδή βελτιώθηκε)αισθητά, κατά 1,5% το 2019, καθώς ο εγχώριος πληθωρισμός τιμών συνέχισε να υπολείπεται σημαντικά εκείνου των εμπορικών εταίρων.

γ) Ομοίως, ο ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος επιβραδύνθηκε το 2019 στην Ελλάδα (0,7% από 1,0% το 2018) και παρέμεινε χαμηλότερος από τον αντίστοιχο αυξημένο ρυθμό στους κυριότερους εμπορικούς εταίρους της (2,8%, έναντι 2,9% το 2018). εξουδετερώνοντας και αυτός ,εν μέρει, τις συνέπειες της προηγούμενης ανατίμησης. Η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία (μέτρο ανταγωνιστικότητας ) με βάση το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας εκτιμάται ότι υποχώρησε (δηλαδή βελτιώθηκε)  κατά 2,3% το 2019, καθώς η άνοδος του εγχώριου κόστους εργασίας υπήρξε βραδύτερη σε σχέση με εκείνη των κυριότερων εμπορικών εταίρων.
Συμπερασματικά :
Η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας σε όρους σχετικών τιμών και σχετικού κόστους εργασίας, βελτιώθηκε το 2019 και λόγω της διατήρησης της ευνοϊκής διαφοράς πληθωρισμού τιμών και κόστους εργασίας σε σχέση με τους βασικούς εμπορικούς εταίρους. Παράλληλα εξέλιπε το β’ εξάμηνο του 2019  η σημαντική αρνητική επίδραση της ανατίμησης του ευρώ στην εξέλιξη της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας της Ελλάδος, γεγονός που επιβάρυνε αρνητικά το δείκτη τα προηγούμενα τρία χρόνια.

Η εκτεταμένη προσαρμογή της ανταγωνιστικότητας τιμών και κόστους εργασίας τα προηγούμενα έτη οφείλεται αφενός στην πολυετή και μεγάλη ύφεση,(αποτέλεσμα των μνημονιακών πολιτικών) η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας σε ιστορικώς υψηλά επίπεδα, γεγονός που άσκησε πτωτικές πιέσεις στις μέσες αποδοχές των εργαζομένων, αφετέρου όμως υπήρξε το αποτέλεσμα της υλοποίησης μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης ευελιξίας συμβάλλοντας  περαιτέρω στις πτωτικές πιέσεις στις μέσες αποδοχές των εργαζομένων. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος Εργάνη, για το 2019, ο μέσος μισθός μειώθηκε σε 1.046,2 ευρώ μεικτά, έναντι 1.071,9 ευρώ το 2018, παρά την αύξηση του κατώτατου μισθού στις αρχές του 2019.
 Η σημαντική αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές και το κόστος η οποία έχει επιτευχθεί στην Ελλάδα, αναμφίβολα έχει συμβάλει στην αύξηση του μεριδίου των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο ΑΕΠ, από 22,8% τη διετία 2007-2008 σε 37,7% το 2018, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, αλλά δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί καθόλου η τεράστια μείωση της εγχώριας ζήτησης.
Σε όρους όμως διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, παρά τη βελτίωση η οποία παρατηρείται σε ορισμένους επιμέρους δείκτες, η Ελλάδα φαίνεται ότι συνεχίζει να υπολείπεται σημαντικά σε σχέση με τις περισσότερες προηγμένες χώρες, αλλά και την ΕΕ-28. Το εγχώριο επιχειρηματικό και επενδυτικό περιβάλλον εξακολουθεί να είναι δυσμενέστερο σε σύγκριση με τις ανταγωνίστριες χώρες, κυρίως σε όρους σχετικής φορολογίας, σχετικού μη μισθολογικού κόστους, κόστους ενέργειας, κόστους χρηματοδότησης, αλλά και σε όρους θεσμικού πλαισίου που αφορά στη γενικότερη λειτουργία του δημοσίου αλλά και στη νοοτροπία των Ελλήνων επιχειρηματιών.
Αυτό δείχνει ότι η συγκράτηση των μισθολογικών αποδοχών των εργαζομένων, που έχει αντικαταστήσει την διολίσθηση του νομίσματος όταν υπήρχε εθνικό νόμισμα, είναι ένα συγκυριακό μέτρο και δεν έχει θετικές επιδράσεις  στην αύξηση της μακροχρόνιας ανταγωνιστικότητας  που έχει ανάγκη η οικονομία της χώρας.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗ 29.12.2019

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2019

Μήπως μόνο η αύξηση των επενδύσεων δεν είναι αρκετή;



Αποτελεί κοινό τόπο ότι η μεγέθυνση της οικονομίας αποτελεί τη βασική διαδικασία εξόδου από την κρίση και αύξησης της απασχόλησης.
Είναι γνωστό ότι η μεγέθυνση του οικονομικού συστήματος αποτελεί ένα μεσοπρόθεσμο στόχο και συνίσταται στην εξάπλωση της παραγωγικής δυνατότητας (μετρούμενη ως αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ καθώς και του πραγματικού  κατά κεφαλή ΑΕΠ).
Η επένδυση θεωρείται ο πρωταρχικός κινητήρας της μεγέθυνσης, καθόσον επιτρέπει την αύξηση της διαθεσιμότητας των παραγωγικών παραγόντων (φυσικό κεφάλαιο και εργασία) ή ένας σωστότερος συνδυασμός των δύο έτσι ώστε να αυξηθεί η παραγωγικότητα.
Πολλοί οικονομολόγοι, προερχόμενοι από διάφορες σχολές σκέψεις, θεωρούν ότι η  παρούσα φάση της οικονομικής συγκυρίας, χαρακτηρίζεται από χρόνια υπερβάλλουσα αποταμίευση έναντι των επενδύσεων.
Επιπλέον θεωρούν ότι  η υπερβάλλουσα αποταμίευση  δημιουργεί το έλλειμμα ζήτησης που με τη σειρά του προκαλεί τη μείωση της παραγωγής και συνεπώς την ανεργία. Σε αυτό το πλαίσιο μόνο η αύξηση των επενδύσεων, και συνεπώς η μεγέθυνση του ΑΕΠ, θα μπορούσε να οδηγήσει την οικονομία στην ισορροπία της πλήρους απασχόλησης. Διαφοροποιούνται μόνο  στο μονοπάτι που πρέπει να ακολουθηθεί για την επίτευξη του στόχου.
‘Όμως είναι εύκολο να δειχθεί ότι η υπόθεση της υπερβάλλουσας αποταμίευσης είναι εντελώς ασύμβατη με την ιδέα  όταν οι αποφάσεις για την παραγωγή εξαρτώνται από την ενεργό ζήτηση.
Στην πραγματικότητα, κάτω από την ισορροπία της πλήρους απασχόλησης δεν υπάρχει κατάσταση υπερβάλλουσας αποταμίευσης:  η αποταμίευση είναι πάντοτε ίση με την επένδυση καθόσον η πραγματοποιηθείσα  παραγωγή, εντός των ορίων της παραγωγικής δυνατότητας της οικονομίας, είναι πάντοτε ίση με τη ζήτηση. 
Εάν λοιπόν δεν υπάρχει υπερβάλλουσα αποταμίευση τι υπάρχει σε μια οικονομία με ανεργία;
Σε μια οικονομία που βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της πλήρους απασχόλησης σίγουρα πρέπει να υπάρχει φυσικό κεφάλαιο μη χρησιμοποιούμενο. Μάλιστα σε μια οικονομία σε κρίση αυτό ισχύει στο μέγιστο βαθμό.
Με άλλους όρους, εάν η ζήτηση είναι πολύ κατώτερη από την συνολική παραγωγική δυνατότητα, σημαντικό μέρος του φυσικού κεφαλαίου μένει αχρησιμοποίητο ή υποαπασχολούμενο στην παραγωγή. Συνεπώς σε μια φάση της κρίσης η οικονομία βρίσκεται με υπερβάλλον  φυσικό κεφάλαιο. Για παράδειγμα, ο βαθμός χρησιμοποίησης του εργασιακού δυναμικού στην ελληνική βιομηχανία, την περίοδο 2009-2018, κατά μέσο όρο, ήταν 67,8% , ενώ την περίοδο 1995-2008, αντίστοιχα ήταν 75,96% .
Η πρώτη συνέπεια είναι η μείωση των επενδύσεων.
Η δεύτερη συνέπεια είναι η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων. Η συνέπεια από τη μείωση των μισθών είναι η μείωση της δαπάνης των νοικοκυριών, γεγονός που σπρώχνει  προς τα κάτω τη ζήτηση, την παραγωγή και την απασχόληση καθιστώντας ακόμη πιο αβέβαιη  την πορεία της οικονομίας.
Η τρίτη συνέπεια είναι  η δημιουργία των επιχειρηματικών μη αποτελεσματικών δανείων λόγω της αδυναμίας των επιχειρήσεων να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους προς το τραπεζικό σύστημα.
Εάν όλα τα παραπάνω έχουν νόημα, αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των επενδύσεων, όπως υποθέτει η νεοκλασική σκέψη (ιδιωτικές επενδύσεις) ή η νεοκεϋνσιανή αντίστοιχη ( δημόσιες επενδύσεις) , δεν είναι σε θέση να αποτρέψει, εκτός με τρόπο συγκυριακό, τη συσσώρευση των παραγόντων που οδηγούν σε κρίση. Πράγματι, εάν η αύξηση της επένδυσης αναμένεται να αυξήσει τη συνολική ζήτηση των αγαθών βραχυπρόθεσμα, θα μεγεθύνει  και την μακροπρόθεσμη παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας, αντισταθμίζοντας (ολοκληρωτικά ή μέρος) το αρχικό χάσμα μεταξύ δυνητικής και τρέχουσας παραγωγής. Δεδομένου ότι, στη συνέχεια, οι επενδύσεις μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα (γεγονός με υψηλή πιθανότητα όταν εμπεριέχουν τεχνολογικές καινοτομίες), αυτό το χάσμα θα μπορούσε αντιθέτως να αυξηθεί, αυξάνοντας το βαθμό της μη χρησιμοποίησης της δυναμικότητας/κεφαλαίου και τους κινδύνους της επανεμφάνισης της κρίσης.
Συμπερασματικά, η όλη αναφερόμενη κατάσταση περιγράφει κάτι σαν το παράδοξο του Ζήνωνα, με τις επενδύσεις στο ρόλο του Αχιλλέα και η μείωση της υπερβάλλουσας  παραγωγικής δυνατότητας- κεφαλαίου στο ρόλο της χελώνας την οποία δεν μπορεί να φθάσει ο Έλληνας ήρωας. Το αποτέλεσμα αυτής της μάταιης επιδίωξης είναι μια προοδευτική μετατόπιση της κατανομής του εισοδήματος υπέρ των κερδών και αύξησης των κινδύνων αστάθειας συνολικά για την οικονομία.
Παρατηρούμε ότι αυτό το παράδοξο μπορεί να ξεπεραστεί κατά τη διάρκεια του χρόνου μέσω ενός ρυθμού μεγέθυνσης της παραγωγικής δυνατότητας  χαμηλότερου από το ρυθμό αύξησης της ζήτησης των αγαθών. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, με αμετάβλητα τα μεγέθη της ροπής προς κατανάλωση και του πληθυσμού, μόνο με μια σημαντική ανακατανομή του εισοδήματος υπέρ των μισθών, ικανού να αυξήσει την κατανάλωση των νοικοκυριών με ρυθμό υψηλότερο από τον αντίστοιχο της αύξησης των επενδύσεων.

 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΚΥΡΙΑΚΗ 22.12.2019