Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

Συνέντευξη με τον Κώστα Μελά



Από τη δομή της νέας κυβέρνησης, επιλογές προσώπων και τρόπο παραγωγής πολιτικής, μπορούν, καταρχάς, να βγουν συμπεράσματα;
Προκύπτει, νομίζω, ένα ζήτημα και ένα ερώτημα. Η κυβέρνηση, τα υπουργικά συμβούλια ως εκφραστές της λαϊκής κυριαρχίας, παράγουν πολιτική. Εδώ, με τον σχεδιασμό και τον τρόπο που αντιμετωπίζει η νέα κυβέρνηση τα προβλήματα, ανακύπτει το ερώτημα για το ποιος παράγει την πολιτική από τη στιγμή που είναι δεδομένοι οι πολιτικοί στόχοι για κάθε Υπουργείο. Φαίνεται, ότι οι Υπουργοί δεν έχουν τη δυνατότητα, ή θα το δούμε αυτό στην πορεία, της συμμετοχής άμεσα στην επιλογή των στόχων της πολιτικής. Σχήμα που λειτουργεί ως προσπάθεια του νέου Πρωθυπουργού να «βάλει στην άκρη» τη βούληση των Υπουργών δεδομένου ότι οι στόχοι έχουν επιλεγεί από το επιτελείο του και θα διεκπεραιώνονται από τους ειδικούς που έχει τοποθετήσει σε κάθε Υπουργείο. Η έννοια του πολιτικού σχήματος, που υπάρχει σε κάθε Υπουργείο, φαίνεται ότι τίθεται εν αμφιβόλω. Είναι  το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει που δεν συνίσταται στο αν υπάρχει  συγκεντρωτισμός, αλλά στην  αντίληψη για το πώς παράγεται η πολιτική, ποιος θέτει τους στόχους.
Να έλθουμε στην οικονομία. Ήδη εμφανίζονται οι πρώτοι περιορισμοί στους σχεδιασμούς του Κ. Μητσοτάκη.
 Για να είμαστε αντικειμενικοί να ξεκινήσουμε από στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας. Πρώτα – πρώτα υπάρχει το θέμα της κάλυψης του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2019. Η τωρινή κυβέρνηση δεν έχει αποφανθεί για τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Τραπέζης Ελλάδος ότι θα είναι 2,9% μετά τα μέτρα της προηγούμενης κυβέρνησης.
Μα, τα μέτρα τα ψήφισε και αν ισχύουν οι δυσμενείς προβλέψεις πρέπει να πάρει πρόσθετα μέτρα.
 Σαφέστατα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει το πρόβλημα. Εκτός και αν παραδεχθεί ότι η προηγούμενη ηγεσία έχει δίκιο και θα πιαστεί ο στόχος.
Ο κ. Μοσκοβισί, υπενθύμισε, προχθές, ότι η Επιτροπή έχει προειδοποιήσει την προηγούμενη κυβέρνηση για τον κίνδυνο αυτό.
Υπάρχει ένα εξ αντικειμένου θέμα. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι τόσο οι προβλέψεις της Επιτροπής όσο και της Τράπεζας Ελλάδος, του ΙΟΒΕ χθες, όσον αφορά τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας το 2019 υπολείπονται από τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στον Προϋπολογισμό του 2019, που ήταν 2,5%. Τώρα μιλάμε για 2,1% (Επιτροπή), 1,9% (Τράπεζα Ελλάδος), 1,8% (ΙΟΒΕ). Εάν αυτές οι προβλέψεις επαληθευτούν, τότε και τα προϋπολογισθέντα έσοδα δεν θα επιβεβαιωθούν. Συνεπώς, πρέπει να περιμένουμε να δούμε πώς θα αντιμετωπίσει τα ζητήματα αυτά η νέα κυβέρνηση. Αν οι προβλέψεις επιβεβαιωθούν τότε ο δημοσιονομικός χώρος που προκύπτει για το 2019 και για το 2020 θα είναι πολύ μικρότερος και άρα είναι ερώτημα αν υπάρξει περιθώριο για να πάρει τα μέτρα μείωσης της φορολογίας που σχεδιάζει. Για το 2020 υπάρχει η θεωρία, απ΄ τη μεριά της νέας κυβέρνησης, ότι η μείωση της φορολογίας, η οποία κατά την άποψή μου πρέπει να γίνει, θα παράξει πρόσθετα έσοδα που θα καλύψουν το οποιοδήποτε κενό προκύψει στα έσοδα από τις μειώσεις, αυτομάτως από την πρόσθετη άνοδο του ΑΕΠ. Εδώ υπάρχουν μεγάλες ενστάσεις θεωρητικές και πρακτικές. Θεωρητικά, δεν πιστεύω ότι μπορεί να αυξηθεί το ΑΕΠ στο 4% τόσο σύντομα όταν οι προβλέψεις της Επιτροπής μιλούν για 2,2 % και δεδομένου ότι τα 2019 θα έχουμε υστέρηση. Επίσης, δεν πιστεύω ότι σε καμιά περίπτωση αυτή η απώλεια των εσόδων μπορεί να καλυφθεί ακόμη και αν το ΑΕΠ μεγεθυνθεί αρκετά. Έχουμε παραδείγματα όπως της κυβέρνησης Τραμπ. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της οικονομικής επιτροπής του Κογκρέσου ότι οι απώλειες των εσόδων τους τελευταίους 18 μήνες δεν μπόρεσαν να καλυφθούν από την αύξηση του ΑΕΠ.
Η κυβέρνηση της ΝΔ, όπως φαίνεται, τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά και γι’ αυτό μιλά ότι όσα έλεγε, με σκόπιμη χρονική απροσδιοριστία, θα υλοποιηθούν σε χρόνο τετραετίας.
Γι’ αυτό ανέδειξα και εγώ προηγουμένως τις δυσκολίες που προκύπτουν. Για παράδειγμα, με βάση υπολογισμούς, αν γίνει η μείωση του συντελεστή φορολογίας για το 2020 στο εισόδημα φυσικών προσώπων από 22% στο 9% και διατήρηση του αφορολόγητου, το κόστος μόνο γι’ αυτό ανέρχεται περίπου στα 2,5 δισ. Είναι αδύνατο, μιλώντας θεωρητικά, να καλυφθεί μόνο μέσω της αύξησης του ΑΕΠ αυτή η απώλεια εσόδων. Είναι, επίσης, πολύ δύσκολο, με δεδομένα όσα είπα για το 2019, να έχουμε αύξηση του ΑΕΠ 4% το 2020.
 Να μείνουμε περισσότερο στον στόχο του 4% αύξησης του ΑΕΠ. Όχι μόνο για το 2020 αλλά και μετά. Είναι εφικτός στόχος με βάση τη δομή της ελληνικής οικονομίας, την οικονομική πολιτική της Ευρωζώνης – που είναι πάντα εντός του φάσματος της λιτότητας – και τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις;
 Ο στόχος του 4% τίθεται διότι με βάση αυτόν υπολογίζεται ότι έτσι μπορούν να καλυφθούν τα έσοδα. Για το 2020 είναι πάρα πολύ δύσκολο. Για τα επόμενα έτη   τόσο η Ευρωπαϊκή  Επιτροπή όσο και ο ΙΟΒΕ προβλέπουν ότι η μακροπρόθεσμη τάση της μεγέθυνσης του ΑΕΠ είναι φθίνουσα και όχι  ανοδική.
 Ο ΙΟΒΕ στην ανακοίνωσή του προχθές παρατηρεί ότι τέτοιες αυξήσεις του ΑΕΠ δεν είναι εφικτές με βάση μόνο φορολογικές ελαφρύνσεις. Απαιτούνται δομικές αλλαγές που όμως τα δέκα χρόνια της κρίσης δεν έγιναν.
Είναι σωστό αυτό, διότι δεν μπορεί με τη φορολογία, και ειδικά τη φορολογία η οποία απαλύνει τις φορολογικές υποχρεώσεις των εισοδημάτων, να δημιουργήσει τέτοια πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα ώστε να εκτοξευθεί το ΑΕΠ πάνω από το 2% και να φθάσει το 4%. Ο πολλαπλασιαστής της κατανάλωσης είναι μικρός, γύρω στη μονάδα. Εκείνο που έχει σημασία, και δεν το λέει έως τώρα η κυβέρνηση, είναι ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν οι δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες έχουν υψηλό συντελεστή, περίπου 2,9 – 3,5. Δεν το έχω δει μέχρι τώρα. Είναι σκέψεις, φυσικά, όλα αυτά, που πρέπει να επιβεβαιωθούν μετά την κατάθεση του Προϋπολογισμού για το 2020. Να περιμένουμε λοιπόν. Από τα έως τώρα δεδομένα, ωστόσο, δεν είναι εύκολο να επιτευχθούν τέτοιοι ρυθμοί. Αφενός μιλά για μεταρρυθμίσεις αφετέρου, νομίζω ότι πρέπει αυτή η μείωση της φορολογίας να μεταφραστεί σε επενδύσεις και αυτό είναι το ζητούμενο αλλά και πάρα πολύ δύσκολο να επιβεβαιωθεί. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις πρέπει να συνδυαστεί η μείωση της φορολογίας με την αύξηση της αγοραστικής ικανότητας των εργαζομένων. Διότι αν δεν υπάρχει η απαιτούμενη ζήτηση κανένας επιχειρηματίας δεν θα επενδύσει, όταν δεν είναι σίγουρος ότι θα πουλήσει αυτό το οποίο θα παράξει.
 Ας έλθουμε τώρα στο 3,5% του πλεονάσματος. Παρενέβη και η ίδια η Μέρκελ, ενώ μπορούσε να το αποφύγει καθώς και ο κ. Ρέγκλινγκ ήταν σαφής αλλά και η Κομισιόν δια των Μοσκοβισί – Σεντένο.
Το πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο είναι, δυστυχώς, ο αρνητικός υπερκαθορισμός της οικονομίας. Δημιουργεί τη στενότητα της οικονομικής πολιτικής. Όποιοι βαθμοί ελευθερίας, έχει η νέα κυβέρνηση, λειτουργούν υπό την απειλή του 3,5%. Δεν έχω την αίσθηση ότι είναι έτοιμοι οι Ευρωπαίοι να μειώσουν τα πλεονάσματα έως το 2022 από 3,5% στο 2%. Μακάρι να το κάνουν, αλλά δεν το βλέπω. Όμως, όλοι γνωρίζουμε αυτό θα απαιτούσε αλλαγή στις συμφωνίες για τη διαχειρισιμότητα του ελληνικού χρέους και δεν νομίζω ότι οι δανειστές είναι διατεθημένοι. Η κατάσταση στην Ευρώπη δεν είναι αυτή που θα ευνοεί την ελληνική οικονομία και ειδικά τις εξαγωγές. Η επιτροπή προχθές είπε ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται το ΑΕΠ κατά 1,2% το 2019 και 1,4% το 2020, από 1,5% στην εαρινή πρόβλεψη. Αν η οικονομία λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η δραστηριότητα μειώνεται, δεν είναι ενθαρρυντικό, θετικό στοιχείο για να γίνει αυτό το άλμα προς τη μεγέθυνση του ΑΕΠ.
 Υπάρχουν και υψηλές προσδοκίες για επενδύσεις;
Όλα αυτά τα οποία λέγονται περί επενδύσεων που είναι έτοιμες να έλθουν κτλ καλό είναι να περιμένουμε. Τα έχουμε ακούσει πολλές φορές. Ότι, δηλαδή, οι επενδυτές είναι έτοιμοι να έλθουν όταν μειωθεί η φορολογία κ.τ.λ. κτλ. Ας το βρούμε, ας το φτιάξουμε πρώτα το ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον και να δούμε τότε πόσες, τελικά, επενδύσεις θα έλθουν.
Η εμμονή των δανειστών για το 3,5% και η επανάληψη με έμφαση τώρα ίσως έχει να κάνει και με το ότι δεν συμφωνούν με τα όσα προβλέπει για μειώσεις φόρων η νέα κυβέρνηση. Σαν να θέλει να προλάβει, να τα αποτρέψει, λόγω των απωλειών εσόδων που θα προκύψουν.
  Σαφέστατα, τους φοβίζει και αυτό. Τα δημοσιονομικά μέτρα που σχεδιάζονται είναι 6 δισ. Πιθανότατα θα προσκρούσουν στον προβληματισμό, τουλάχιστον, των Ευρωπαίων ότι δεν θα είναι δυνατό να επιτευχθεί το 3,5% πλεόνασμα που είναι το βασικό γι’ αυτούς.
  Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πιο προσεκτική εδώ, πιο μετριοπαθής και έβαλε στόχο το 2,5% για ετήσιο πλεόνασμα και με ταυτόχρονη εγγύηση, επιπλέον, από τα αποθεματικά, αν δεν πιαστεί το 3,5%. Δεν απορρίφθηκε ποτέ.
Ναι, αλλά και δεν τέθηκε ποτέ επισήμως νομίζω. Μάλλον δεν θα το δέχονταν. Διότι και αυτό, έστω, θα άλλαζε τη διαχείριση του χρέους.

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2019

Δύο σκέψεις για τη νέα κυβέρνηση




Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της κυβέρνησης της ΝΔ υπό τον κ. Κ. Μητσοτάκη είναι χωρίς αμφιβολία τα παρακάτω:
Πρώτον, η νέα δομή και λειτουργία της ίδιας της κυβέρνησης. Το γνωστό ήδη σχέδιο, έχω την γνώμη ότι είναι καθαρά πρωθυπουργικό, με την έννοια ότι όλα σχεδιάζονται και ελέγχονται από το πρωθυπουργικό γραφείο.  Η παραγωγή πολιτικής φαίνεται ότι θα γίνεται μεταξύ του πρωθυπουργού και των άμεσων συνεργατών του. Αυτό μεταφράζεται στο ότι όχι μόνο η επιλογή των στόχων θα γίνεται στο πρωθυπουργικό γραφείο αλλά και η επιλογή των μέσων που θα χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη αυτών των στόχων. Αυτό τεκμαίρεται από το ότι όλοι οι υφυπουργοί (οι οποίοι θεωρούνται εξειδικευμένοι στο αντικείμενο που τους έχει ανατεθεί) αναφέρονται στον πρωθυπουργό και θα παρακολουθείται η πρόοδος της επίτευξης των στόχων μέσω του πληροφοριακού προγράμματος ΜΑΖΙ και των ανθρώπων που θα το χειρίζονται εγκαταστημένοι ανά δύο σε κάθε υπουργείο.
Η παλαιά αυτή σύλληψη ουσιαστικά επιχειρεί να μετατρέψει την κυβέρνηση σε ένα μηχανισμό αντίστοιχο μιας μεγάλης επιχείρησης.  Προκύπτουν δύο θέματα :  ποιο θα είναι το περιθώριο παραγωγής πολιτικής από τους αρμόδιους υπουργούς σε σχέση με τις κεντρικές επιλογές, καθώς και πως θα εξελιχθεί η συγκατοίκηση με τους υφυπουργούς που δεν θα βρίσκονται ουσιαστικά υπό την εποπτεία τους. Η ανάδυση συγκρούσεων είναι δεδομένη. Όμως το πρόβλημα είναι ο τρόπος που αυτές  θα επιλύονται και προς τα που θα γέρνει η πλάστιγγα. Αν η βαθύτερη σκέψη του σχεδιασμού αποβλέπει στην ουσιαστική α-πολιτικοποίηση της  κυβέρνησης και τη μετατροπή της σε ένα σύστημα διευθυντών που εκτελούν κατά γράμμα της εντολές του πρωθυπουργικού γραφείου προκειμένου να γίνει υπέρβαση όλων των σχέσεων εξουσίας (θετικών ή αρνητικών)  που ,εν τοις πράγμασι,  δημιουργούνται στους χώρους διακυβέρνησης, νομίζω ότι θα αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες.
Η ιδεολογία και η πολιτική θεώρηση που υπηρετεί η νέα κυβέρνηση φαίνεται εξ αρχής να υποτιμά τις κοινωνικές διεργασίες που συντελούνται στο κοινωνικό σώμα και που εκφράζονται και στους χώρους εξουσίας. Πιθανόν, χωρίς την πίεση των κοινωνικών δυνάμεων, οι πολιτικές ιδέες να μην είχαν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Υπάρχει η εντύπωση ότι όταν υπάρχει συμφωνία ως προς τους σκοπούς, τα μόνα ζητήματα που τίθενται είναι όσα σχετίζονται με τα μέσα, και τα ζητήματα αυτά δεν είναι πολιτικά, αλλά τεχνικά: μπορούν δηλαδή να διευθετηθούν από ειδικούς ή μηχανές, όπως ακριβώς τα ζητήματα που ανακύπτουν μεταξύ μηχανικών ή γιατρών. Αυτό εξηγεί γιατί εκείνοι που εναποθέτουν όλες τις ελπίδες σε ένα κοσμοϊστορικό φαινόμενο, - πχ, στον απόλυτο θρίαμβο του Λόγου και της ορθολογικότητας- είναι πεπεισμένοι πως όλα τα πολιτικά και τα ηθικά προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν σαν απλά τεχνικά προβλήματα. Αυτό είναι και το νόημα της περίφημης φράσης του Engels σχετικά με το πέρασμα «από τη διακυβέρνηση των ανθρώπων στη διαχείριση των πραγμάτων». Όμως η πολιτική γλώσσα και η πολιτική δράση δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές παρά μόνο στο πλαίσιο των ζητημάτων που διχάζουν τους ανθρώπους.
Δεύτερον, η οικονομική πολιτική που έχει εξαγγείλει η νέα κυβέρνηση , παρότι πρέπει να περιμένουμε αρκετά για να αποφανθούμε με βεβαιότητα μέχρι την κατάθεση του νέου προϋπολογισμού, στηρίζεται στη δραστική μείωση του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Ενώ η μείωση των φορολογικών συντελεστών σε σειρά δραστηριότητες κρίνεται αναγκαία και επιθυμητή εν τούτοις θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι υπάρχοντες περιορισμοί της οικονομίας αλλά και της οικονομικής θεωρίας και εμπειρίας.
-          Υπάρχει ο περιορισμός του πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% το οποίο έχει συμφωνηθεί μέχρι και το 2022 που δυστυχώς πρέπει να επιτυγχάνεται και αποτελεί τον αρνητικό υπερκαθορισμό της ελληνικής οικονομίας και στενεύει τα όρια άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής. Μάλιστα σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΕΕ αλλά και της Τραπέζης της Ελλάδος η Ελλάδα κινδυνεύει να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή της ως προς το στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2019, μετά τα δημοσιονομικά μέτρα που ψηφίστηκαν την 15η Μαΐου 2019.  Προκύπτει  δημοσιονομικό κενό ύψους 0,6% του ΑΕΠ, και επομένως το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί σε 2,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ.

-          Η εκτιμώμενη μεγέθυνση του ΑΕΠ για το 2019 (ΕΕ: 2,1%, ΤτΕ 1,9%, ΙΟΒΕ 1,8%) υπολείπεται σημαντικά  του μεγέθους που υπάρχει στον προϋπολογισμό του 2019 (2,5%) δυσκολεύοντας περαιτέρω την εκτίναξη του ΑΕΠ σε σχεδόν διπλάσια μεγέθη που επιθυμεί και διακηρύττει η νέα κυβέρνηση για το 2020. Η αυξημένη εξωστρέφεια καθιστά την ελληνική οικονομία περισσότερο ευάλωτη στην επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, γεγονός που αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, και στη στασιμότητα των διεθνών τουριστικών αφίξεων στο 4μηνο του 2019. Οι τουριστικές εισπράξεις, μετά από ένα εντυπωσιακό ξεκίνημα το 1ο τρίμηνο του 2019 – αύξηση 37,7% ετησίως – επιβραδυνθήκαν στο 6,7% ετησίως τον Απρίλιο (23,3% ετησίως το 4μηνο), με κόπωση της γερμανικής αγοράς. Το πιθανότερο σενάριο  προβλέπει μηδενική αύξηση στα τουριστικά έσοδα το 2019.

-          Για να πάμε από το 2% στο 4%, που είναι ο στόχος της νέας κυβέρνησης, δεν αρκούν οι φοροελαφρύνσεις, αλλά χρειάζεται και δομικός μετασχηματισμός της οικονομίας, που μόνο σε μικρό βαθμό έχει επιτευχθεί την τελευταία δεκαετία. Μετά δέκα χρόνια εφαρμογής των μνημονίων, το παραγωγικό υπόδειγμα εξακολουθεί να έχει όλα ή σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά της προ κρίσεως εποχή. Αποτελεί πρόκληση η διατήρηση ρυθμών ανάπτυξης ύψους 2,0% ετησίως, ή υψηλότερων, τα επόμενα χρόνια, η οποία προϋποθέτει: α) υγιή αύξηση των επενδυτικών δαπανών και του παραγωγικού δυναμικού, ιδίως σε κλάδους υψηλής παραγωγικότητας, β) ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας και γ) ενίσχυση του ποσοστού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών που συμμετέχουν ενεργά στην οικονομική ανάκαμψη. Όλα αυτά δεν μπορούν να προέλθουν μόνο από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών.

-          Η αγαπητή ιδέα της νεοκλασικής – νεοφιλελεύθερης  σκέψης ότι οι μειώσεις των συντελεστών φορολογίας και συνεπώς οι μειώσεις των συνολικών φορολογικών εσόδων ,καλύπτονται μέσω της μεγέθυνσης του ΑΕΠ που δημιουργούν, δεν επιβεβαιώνεται εμπειρικά (πχ αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ) . Για να καλυφθεί «η τρύπα» που ανοίγει η μείωση των φορολογικών συντελεστών η ελληνική οικονομία θα πρέπει να μεγεθύνεται με ρυθμό πάνω από 4,0% !!! Ένας ρυθμός που καθόλου δε φαντάζει εφικτός, δεδομένου ότι σήμερα βρίσκεται στο 1,9%, που αποτελεί έναν ρυθμό καθόλου ευκαταφρόνητο, μάλιστα αν αναλογιστούμε ότι η Ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα αναπτυχθεί με ρυθμό 1,2% (2019) και 1,4% (2020). Στις ΗΠΑ με ρυθμό μεγέθυνσης 2,9% (2019) μόνο το 0,3% μπορεί να αποδοθεί στη μείωση των φορολογικών συντελεστών. Συνεπώς θα πρέπει να δούμε στην πράξη το πως θα λειτουργήσει  η μείωση των φορολογικών συντελεστών στο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ και πως στη συνέχεια αυτή η μεγέθυνση στην αύξηση των φορολογικών εσόδων  ώστε να καλυφθεί η «φορολογική τρύπα».
-          Πάντως είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι αυτοματισμοί που υποτίθενται στην νεοκλασική θεωρία μεταξύ μείωσης των φορολογικών , αύξησης του ΑΕΠ και αύξησης των εσόδων «πάσχουν» θεωρητικά και εμπειρικά. Η επιτυχημένη άσκηση της οικονομικής πολιτικής προϋποθέτει την χρήση όλων των διαθέσιμων οικονομικών μέσων σε κατάλληλους συνδυασμούς, ανάλογα με την προκύπτουσα  οικονομική συγκυρία.


Σάββατο, 13 Ιουλίου 2019

Η οικονομία μετά τις εκλογές.



Ποια είναι η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας που η απερχόμενη κυβέρνηση θα παραδώσει στη νέα; Αυτό το ερώτημα απασχολεί την κοινή γνώμη των πολιτών. Επομένως μια πρώτη κωδικοποίηση των ζητημάτων  της ελληνικής οικονομίας κρίνεται αναγκαία.
Είναι βέβαιο ότι η  επόμενη ελληνική κυβέρνηση θα κληρονομήσει μια οικονομία με σειρά προβλημάτων δύσκολης αντιμετώπισης. Όμως η βάση πάνω στην οποία θα πατήσει προκειμένου να τα αντιμετωπίσει έχει μια σχετική σταθερότητα . Ας ξεκινήσουμε από τα δύσκολα ζητήματα.

-          Το διεθνές περιβάλλον.  H πορεία που θα διαγράψει η ελληνική οικονομία το 2019 αλλά και στα επόμενα χρόνια, εξαρτάται και συναρτάται από σειρά αλληλοεπηρεαζόμενων παραγόντων τόσο του εγχώριου πολιτικού και οικονομικού περιβάλλοντος όσο και του αντίστοιχου ευρωπαϊκού και διεθνούς. Στη διεθνή οικονομία, επικρατούν συνθήκες ήπιας επιβράδυνσης που ανά πάσα στιγμή μπορεί να χειροτερεύσουν, καθώς οι αγορές κεφαλαίων έχουν εισέλθει σε αμυντική φάση και η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή από μια πιθανή εντατικοποίηση των εμπορικών πολέμων παγκοσμίως σε συνδυασμό και ένα ασύντακτο Brexit.
-          Ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Οι προβλέψεις εθνικών και διεθνών οργανισμών συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το 2019 και  το 2020  η ελληνική οικονομία θα καταγράψει θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ λίγο πάνω από το 2,0%. Τα στοιχεία του Α’ τριμήνου προκαλούν πλέον περισσότερες επιφυλάξεις για την επίτευξη αυτού του στόχου. Στο μεσοπρόθεσμο διάστημα οι εκτιμήσεις για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ δεν επιτρέπουν αισιοδοξία για τη γρήγορη ανάκτηση των απωλειών που έχουν συντελεστεί την προηγούμενη δεκαετία.
-          Οι επενδύσεις. Η μακροχρόνια διατήρηση της επενδυτικής δαπάνης στα έτη εφαρμογής του μνημονιακού προγράμματος σε επίπεδο χαμηλότερο από το ύψος των αποσβέσεων εξασθένισε το απόθεμα του παραγωγικού κεφαλαίου της χώρας - τόσο σε όρους αξίας όσο και μη ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογικών καινοτομιών που έλαβαν πρόσφατα χώρα - με αποτέλεσμα η παραγωγικότητα της εργασίας είτε να φθίνει είτε να παραμένει υποτονική. Οι ιδιωτικές επιχειρηματικές επενδύσεις είναι σήμερα χαμηλότερες από το επίπεδο πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Οι δημόσιες επενδύσεις, επίσης, έχουν συμπιεσθεί, σε ανεπίτρεπτα χαμηλό επίπεδο, με πολλές δημόσιες υποδομές σε μεγάλη ανάγκη αναβάθμισης
-          Το τραπεζικό σύστημα. Η υψηλή υπερχρέωση του ελληνικού ιδιωτικού τομέα  και η αδυναμία του τραπεζικού συστήματος (με τη συμπερίληψη των μη αποτελεσματικών δανείων) να τροφοδοτήσει με την απαιτούμενη ρευστότητα την οικονομία αποτελούν ακόμη δύο πολύ δύσκολα προβλήματα.
-          Η αγορά εργασίας. Μια ακόμη πρόκληση για την ελληνική οικονομία για το 2019 αλλά και τα προσεχή έτη είναι η επαναφορά της αγοράς εργασίας σε ένα ρυθμισμένο σχέδιο ανάλογο με αυτό που επιβάλλει η κανονικότητα και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
-          Τα πρωτογενή πλεονάσματα . Παρά τα ληφθέντα μέτρα για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του ελληνικού δημοσίου χρέους, αυτό εξακολουθεί να παραμένει ο βασικός υπερκείμενος αρνητικός καθορισμός της ελληνικής οικονομίας. Υπενθυμίζεται ότι η συμφωνία  για τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους προβλέπει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και στη συνέχεια υποχώρηση στο  2,2% του ΑΕΠ, το οποίο και θα παραμείνει κατά μέσον όρο έως το 2060. Η απαίτηση για το συγκεκριμένο ύψος πρωτογενών πλεονασμάτων, συνάδει απολύτως με την βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους σύμφωνα με τη λογική των δανειστών. Ο κίνδυνος συνίσταται στο  να μην επιτευχθούν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα δεδομένου  ότι ποτέ καμία χώρα δεν πέτυχε τόσο υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για τόσο μεγάλο διάστημα. Μάλιστα τελευταία  οι φωνές ότι για το 2019 οι πιθανότητες να μην επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος είναι αυξημένες. 
-          Το ασφαλιστικό θα εξακολουθήσει να αποτελεί το υπ’ αριθμό ένα πρόβλημα.
Η βάση, τώρα, από την οποία θα εκκινήσει η αντιμετώπιση των προβλημάτων στηρίζεται στα εξής θετικά σημεία:
-          Τα δημοσιονομικά της χώρας έχουν εξυγιανθεί και μάλιστα μέχρι σήμερα υπεραποδίδουν.
-          Έχει δημιουργηθεί  υψηλό κεφαλαιακό απόθεμα (34-37 δις ευρώ) που δίνει σημαντικούς βαθμούς ελευθερίας στη νέα κυβέρνηση.
-          Έχει πραγματοποιηθεί η έξοδος στις αγορές και η συγκυρία φαίνεται ευνοϊκή για περαιτέρω μείωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων.
-          Παρά την παρατηρούμενη , τελευταία, διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν φαίνεται να αποτελεί εμπόδιο για την οικονομία.
-          Η ανεργία είναι μειωμένη παρά τους τρόπους που αυτή έχει επιτευχθεί.