Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

Για τους κατώτατους μισθούς.



Την τελευταία περίοδο κάτι φαίνεται να κινείται σε ορισμένες χώρες της ΕΕ σε σχέση με τις κατώτατες  αμοιβές εργασίας. Εκτός από την Πορτογαλία η οποία ακολουθεί με ακρίβεια το σχεδιασμό αύξησης του κατώτατου μισθού εδώ και τέσσερα χρόνια, και η Ισπανία , η Ελλάδα, η Γαλλία και η Τσεχία προγραμματίζουν αντίστοιχες κινήσεις. Παρότι οι αυξήσεις αυτές αφορούν σχετικά σε μικρό τμήμα του εργατικού δυναμικού , κάτω από το 10,0%, εντούτοις συμβάλλουν στη μείωση της ανισοκατανομής του εισοδήματος , στην σταθεροποίηση της κοινωνικής συνοχής και σαφέστατα στην οικονομική μεγέθυνση, από τη στιγμή που δεν προκαλούν ανυπέρβλητες χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις στις επιχειρήσεις. Μάλιστα σε πολλές χώρες η συμβολή τους (πχ στη Γερμανία) στη μεγέθυνση του ΑΕΠ κρίνεται απολύτως θετική.  
Σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο κατώτατος μισθός είναι πολύ χαμηλότερος από το αποδεκτό όριο, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να έχουν πρόβλημα επιβίωσης. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ ο κατώτατος μισθός  θα πρέπει να βρίσκεται στα 2/3 του εθνικού ενδιάμεσου μισθού προκειμένου να επιτρέπει σε όσους τον λαμβάνουν να  ζουν με στοιχειώδη επάρκεια.
Αυτό που χρειάζεται να ειπωθεί εν κατακλείδι είναι ότι η διατήρηση του κατώτατου μισθού σε χαμηλά επίπεδα   μειώνει την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα. Δεν βοηθά στην αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας. Πολλοί πόροι από τους δημόσιους προϋπολογισμούς πηγαίνουν στην υποστήριξη ατόμων με επισφαλείς συνθήκες εργασίας, που δεν μπορούν να πάρουν σύνταξη στο τέλος της επαγγελματικής τους διαδρομής, δεν μπορούν να πάρουν επιδόματα ανεργίας, είναι σε κατάσταση απόλυτης φτώχειας με τις οικογένειές τους, άρα πρέπει να στηρίζονται από το κράτος. Άρα αφαιρούνται αναγκαίοι πόροι που θα ήταν χρήσιμοι για επενδύσεις. Τελικά είναι ένας φαύλος κύκλος που καταστρέφει τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας.