Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση γενικής α-πορίας.


 
Στα τελευταία σαράντα χρόνια στην Ελλάδα διαμορφώνεται ένας κοινωνικός σχηματισμός, ο οποίος μέσω ενός πολύπλοκου συστήματος σχέσεων, συνδέεται και  ενσωματώνεται με δεσμευτικό τρόπο στα διεθνή πλέγματα εξουσίας.  Ουσιαστικά, είναι ανάγκη σοβαρά να σκεφτούμε την Ελλάδα ως μια κοινωνία που βρίσκεται αντιμέτωπη με τα προβλήματα που γεννά το διεθνές περιβάλλον, ο ύστερος πολυεθνικός διεθνοποιημένος καπιταλισμός και  γενικά αυτό που ονομάζεται  μετανεωτερικότητα.
Η μεγάλη εικόνα, δηλαδή το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται  το σύνολο σχεδόν των χωρών του πλανήτη, αποτελεί , in senso lato, τον βασικό προσδιοριστικό παράγοντα και των εξελίξεων στην Ελλάδα.
Θα δώσω μόνο ένα στοιχείο που αποτελεί το βασικό χαρακτηρισμό της μεγάλης εικόνας. Ο σημερινός δυτικός άνθρωπος ζει μια απολύτως παραιτημένη εποχή. Αυτό διαπιστώνεται από τη μη αποδοχή  κανενός θετικού Απολύτου. Μοναδικές υποψήφιες για το Απόλυτο είναι οι Αρνητικές πράξεις. Ο ψυχισμός του έχει εξαντληθεί. «Μα υπάρχει σήμερα τίποτε που να μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς απόλυτα σπουδαίο και μεγάλο, ώστε να το πραγματοποιήσει με όλες του τις δυνάμεις;»(Ρ. Μούζιλ, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες). 
Δεν θα πρωτοτυπήσουμε υποστηρίζοντας ότι οι συντελούμενες πλανητικές εξελίξεις διαχέονται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στην ελληνική κοινωνία αποτελώντας σε μέγιστο βαθμό το υπόστρωμα των εγχώριων εξελίξεων. Βεβαίως διαχέονται σε μια κοινωνία ιδιότυπη και ιδιόμορφη, (Κ. Μελάς, Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία ) προσλαμβάνοντας μορφές «υβριδικές» όπως αντιστοίχως συμβαίνει και στις υπόλοιπες κοινωνίες του πλανήτη. Ο διαχρονικός σκληρός πυρήνας του πλέγματος  των εγχωρίων κοινωνικών σχέσεων αποτελεί , in ultima istanza, το ύστατο πλαίσιο του τρόπου ενσωμάτωσης των διεθνών εισροών.
Όμως η Ελλάδα υπέστη, ως συνέπεια της αμετροεπούς οικονομικής πολιτικής που ακολούθησαν οι πολιτικές αρχηγεσίες εντός της ζώνης του ευρώ, μια βαρύτατη οικονομική κρίση που τα αποτελέσματά της προσομοιάζουν με αυτά ενός πολέμου. Δεν θα αναφερθώ στα οικονομικά αποτελέσματα. Αυτά είναι γνωστά. Θέλω να επικεντρωθώ στα βαθύτερα αποτελέσματα που έχουν επιδράσει στον πυρήνα των κοινωνικών σχέσεων που διέπουν την χώρα.
Η κρίση στην Ελλάδα , έδειξε με κυνικό όσο και βάναυσο τρόπο  την πραγματική κατάσταση της κοινωνίας. Απογυμνώνοντας την από όλα τα επίχρυσα πούπουλα που κάλυπταν την επιπόλαιη όσο και ξέφρενη εποχή της ευημερίας, έδειξε με απόλυτη σαφήνεια ,όλους τους ιδεολογισμούς της μεταμοντέρνας προσέγγισης.
Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται ,και αυτή , σε μια κατάσταση  γενικής α-πορίας  αδυνατώντας   να αναγνωρίσει τον ίδιο της τον εαυτό.  Μάλλον ,σωστότερα ,βρίσκεται σε αδυναμία  στο τι να  αναγνωρίσει ως εαυτό.  Δεν είναι μόνο η διάλυση των όποιων συλλογικοτήτων (ουσιαστικά και συμβολικά)  υπήρχαν και η επικράτηση ενός άκρατου ατομισμού αλλά είναι κάτι περισσότερο :  η επικράτηση ενός απόλυτα κατακερματισμένου ατομισμού  που τυφλώνει το άτομο οδηγώντας το στην αναζήτηση ό,τι πιο ακραίου κοινωνικά , αποκρουστικού αισθητικά αλλά και ολέθριου πολιτικά , προκειμένου από κάπου να πιαστεί ώστε να βρει δικαιολογία επιβίωσης. « Αυτή η εποχή, αυτή η κατακερματισμένη ζωή, έχουν ακόμα κάποια πραγματικότητα; Η απάθειά μου μεγαλώνει μέρα τη μέρα, όχι γιατί με συντρίβει μια πραγματικότητα, ισχυρότερη από μένα, αλλά γιατί όπου κι αν στραφώ προσκρούω στο εξωπραγματικό»(Χέρμαν Μπροχ, Οι Υπνοβάτες ΙΙΙ)  
Σε αντίθεση με το όσους  είχαν ελπίσει  ότι η βαθιά πολύπλευρη  κρίση που διέρχεται η χώρα θα οδηγούσε σε στοιχειώδη ποιοτική αλλαγή της συμπεριφοράς των πολιτικών κομμάτων της χώρας,  η αδήριτη πραγματικότητα δικαιώνει όλους όσοι είχαν τολμήσει να υποστηρίξουν (ζουν) ότι αντιθέτως αυτή όχι μόνο θα παραμείνει η ίδια αλλά και θα κατρακυλήσει σε χειρότερα επίπεδα. Μάλιστα η συμπεριφορά των πολιτικών κομμάτων οδηγεί σε οδυνηρές σκέψεις ότι τελικά «δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα που να μη μαίνεται κατά της πατρίδας»(Paul Valery, Πνεύμα και Πολιτική). 
Δυστυχώς κανένα πολιτικό κόμμα για το ζήτημα αυτό δεν δίνει καμία εξήγηση.  Καθένα έχει τα δικά του σκοτεινά σημεία, τις κρυφές του εκατόμβες και τα ανομολόγητα όνειρά του. Τους θησαυρούς του από απερίσκεπτα πράγματα και από προπέτειες. Όσα λησμόνησε στα σχέδιά του και όσα θέλει να κάνει να ξεχάσουν οι άλλοι. Αποσύρουν, προκειμένου να επιβιώσουν, όλα εκείνα τα οποία υπόσχονται προκειμένου να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους.  Συμπεριφέρονται «λαϊκιστικά»  όσο βρίσκονται εκτός εξουσίας και άλλο τόσο και περισσότερο  όταν βρίσκονται στην εξουσία.    
Η συνεχής προσπάθεια των πολιτικών κομμάτων να επιβάλλουν τη βούλησή τους στον (εγχώριο) αντίπαλο αφενός τα κολακεύει, αφετέρου μπορεί να καταστρέψει την χώρα. Πολλές φορές συμβαίνει να επιτυγχάνεται η επιβολή της βούλησης επί των αντιπάλων αλλά άλλες τόσες φορές μπορεί να αποδειχθεί (ή έχει αποδειχθεί) μοιραία. Τα συμφέροντα της χώρας δεν πρέπει να συγχέονται με τις προσδοκίες κάθε πολιτικού κόμματος. Η εκπλήρωση των επιθυμιών τους δεν μας απομακρύνει από τη δυστυχία ή και τον χαμό της χώρας.
Πάντοτε η πολιτική θεμελιώνεται στην αδιαφορία της πλειονότητας των ενδιαφερομένων (η σιωπηλή πλειοψηφία όπως υποστήριζε ο Ρ. Νίξον), χωρίς την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα πολιτικής.  Υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δομικό στοιχείο της πολιτικής είναι η τέχνη να εμποδίζονται οι άνθρωποι από το να αναμειγνύονται σε ό,τι τους αφορά. Στις  μέρες μας , λόγω των σημαντικών κοινωνικών διεργασιών και των  αλλαγών που έχουν επέλθει  σε όλες τις στιγμές του κοινωνικού γίγνεσθαι (πολιτική, οικονομική, πολιτιστική),   λαμβάνει την εξής  μορφή : να εξαναγκάζονται οι άνθρωποι να αποφασίζουν για πράγματα με τα οποία δεν συμφωνούν. Έτσι βρισκόμαστε πολύ μακριά ακόμα και από τη λεγόμενη ρεαλιστική άποψη για την πολιτική, η οποία  δηλώνει ότι η πολιτική πρέπει να μην κατευθύνεται από τη δύναμη της ιδέας αλλά από τις πρακτικές ανάγκες, δικαιολογώντας τη θέση ότι δεν πρέπει να κάνει κανείς ακριβώς αυτό που του αρέσει.
Με απλά λόγια, οι πολίτες, καλούνται να συμμετάσχουν σε μια διαδικασία επικύρωσης ήδη προαποφασισμένων λύσεων ή επιλεγμένων με προσεκτικά κριτήρια εναλλακτικών προτάσεων , που όμως καταλήγουν στον ίδιο παρονομαστή.  Ο εγκλωβισμός είναι απόλυτος   και θανατηφόρος. Το πολιτισμικό DNA του ελληνικού πολιτικού συστήματος  είναι δεδομένο. Βεβαίως και της ελληνικής κοινωνίας (Κ .Μελάς, Το αφόρητο βουητό του κενού). Οι όποιες μεταλλαγές είναι αργόσυρτες  και βασανιστικές. Υπάρχουν  και προσπάθειες βίαιων μεταλλαγών  οι οποίες λόγω ότι πρωτίστως ενδύονται τεχνικά χαρακτηριστικά καταλήγουν σε αποτυχίες δυσκολεύοντας περαιτέρω τον «εκσυγχρονισμό»  της χώρας. 
Το έργο ,αυτό, στην Ελλάδα, επαναλαμβάνεται συνεχώς από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Εμπειρικά απολύτως επιβεβαιωμένο (Κ. Μελάς: Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία). Τα πολιτικά κόμματα εξακολουθούν να έχουν, in senso lato,  την ίδια συμπεριφορά , που χρησιμοποιούν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους,  προκειμένου να παρουσιάσουν στο λαό είτε νίκες και θριάμβους τους είτε δραματικές μεταξύ τους συγκρούσεις  και «καταγγελίες» κατά αντιπάλων. «Εν τω μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει»(Γ Σεφέρης).






Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2018

Σχετικά με τα μεγέθη της Επένδυσης και Αποταμίευσης




H ελληνική οικονομία έχει αρχίσει να ανακάμπτει, αλλά η ανάκαμψη εμποδίζεται, κατά βάση, από τον ανεπαρκή μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου της χώρας. Η ανάκαμψη της οικονομίας τα δύο τελευταία έτη (2017-2018) ήταν χαμηλότερη από την αντίστοιχη του μέσου όρου των χωρών της ευρωζώνης με αποτέλεσμα η απόκλιση να διευρύνεται.

 Η εμφανής αδυναμία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει τις επιχειρηματικές επενδύσεις αποτελεί έναν ακόμη σημαντικότατο παράγοντα τις μικρής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Επίσης η γενικότερη κατάστασή του (υψηλά μη αποτελεσματικά ανοίγματα , χαμηλή κερδοφορία, μεγάλες προβλέψεις) συμβάλλει αποφασιστικά στην εικόνα χαμηλής μεγέθυνσης της οικονομίας. Οι δύο βασικές ενδογενείς μεταβλητές της οικονομίας, η αποταμίευση και οι επενδύσεις, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, τόσο από την περίοδο πριν την κρίση όσο και από το μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης.  

Στον δημόσιο διάλογο η συνεχιζόμενη αποχή των επιχειρήσεων από τις επενδύσεις  συνδέεται συχνά με τις αρνητικές αποταμιεύσεις των νοικοκυριών. Επί της ουσίας γίνεται η υπόθεση ότι οι τράπεζες αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις των επιχειρήσεών μέσω  δανείων λόγω ανεπαρκών καταθέσεών. Επομένως, επειδή μειώνονται οι καταθέσεις των νοικοκυριών, μειώνεται ταυτόχρονα και ο δανεισμός των επιχειρήσεών. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις τους.
Η θέση αυτή είναι απόρροια της γνωστής αντίληψης της νεοκλασικής οικονομικής σχολής ότι μπορούμε να επενδύσουμε μόνο αυτό που έχουμε αποταμιεύσει. 
Ας δούμε όμως πως πραγματικά προσδιορίζονται και πως συσχετίζονται τα δύο αυτά μεγέθη.

Η αποταμίευση και η επένδυση είναι μεγέθη που προσδιορίζονται από το οικονομικό σύστημα (ενδογενείς μεταβλητές) και όχι παράγοντες που το προσδιορίζουν. Η αποταμίευση εξαρτάται από το εισόδημα, το εισόδημα εξαρτάται από την επένδυση και επομένως όταν μεταβάλλεται η επένδυση το εισόδημα   πρέπει υποχρεωτικά   να μεταβληθεί  στο βαθμό ακριβώς εκείνον που είναι αναγκαίος για να εξισωθεί η μεταβολή της αποταμίευσης με τη μεταβολή της επένδυσης. Βλέπουμε λοιπόν ότι η επένδυση προσδιορίζει την αποταμίευση μέσω της μεταβολής του εισοδήματος. Η αποταμίευση, είναι απλό υπολειμματικό μέγεθος. Οι αποφάσεις για κατανάλωση και οι αποφάσεις για επένδυση μεταξύ τους προσδιορίζουν τα εισοδήματα.

Τώρα το ερώτημα που προκύπτει είναι το ακόλουθο: πως μπορεί κάποιος να επενδύσει εάν δεν έχει προηγουμένως αποταμιεύσει; Η απάντηση συνίσταται στην υπενθύμιση του ρόλου που παίζει σε μια νομισματική οικονομία το τραπεζικό σύστημα και κατά συνέπεια η πίστωση. Σε μια νομισματική οικονομία είναι  εκ των ων ουκ άνευ, η ιδιωτική οικονομία αλλά και η συνολική οικονομία γενικότερα, λειτουργούν με βάση την πίστωση,

Τα δάνεια που παρέχουν οι ελληνικές τράπεζες  εξαρτώνται, σε μεγάλο βαθμό  από τις καταθέσεις, αλλά η διαδικασία αυτή δεν είναι μονής κατεύθυνσης. Με την ίδια διαδικασία της παροχής δανείων δημιουργείται  πιστωτικό χρήμα το οποίο τροφοδοτεί και τις καταθέσεις. Συνεπώς η διερεύνηση αυτής της σχέσης είναι σημαντική  για την εξέταση των αρνητικών καθαρών επενδύσεών σε όλη την περίοδο που μελετάμε, καθώς οι αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στην περιορισμένη ζήτηση για δάνεια από τις επιχειρήσεις και στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ισολογισμών του τραπεζικού τομέα.

 Επομένως η  θέση που μόλις εκφράσαμε ή βρίσκεται στον αντίποδα της κυρίαρχης  οικονομικής θεωρίας όπως αυτή εκφράζεται και από συγκεκριμένους κύκλους στο δημόσιο διάλογο  σύμφωνα με την οποία δεν μπορούμε να επενδύσουμε εκείνο που δεν έχουμε αποταμιεύσει.


Τώρα , γνωρίζουμε ότι,  η ζήτηση  δανείων είναι περιορισμένη λόγω των χαμηλών προσδοκιών κερδοφορίας των επιχειρήσεών. Δες Πίνακα 1

Πίνακας 1.
Ζήτηση Δανείων
 

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος

Επίσης ακόμη και αν διαπιστωθεί αύξηση της ζήτησης, το τραπεζικό σύστημα , λόγο των εσωτερικών του προβλημάτων (μη αποτελεσματικά δάνεια) και των υψηλών πιστοδοτικών κριτηρίων (Δες Πίνακα 2) που έχει θέσει με την προτροπή του SSM, δεν θα μπορούσε να καλύψει τις δανειακές ανάγκες των επιχειρήσεών

Πίνακας 2
Κριτήρια Πιστοδοτήσεων

 

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος



 Επομένως, το ζητούμενο είναι να  συγκεκριμενοποιηθούν οι μηχανισμοί που αυξάνουν το παραγόμενο εισόδημα.
 Εφόσον, λοιπόν, η αποταμίευση και η επένδυση είναι μεγέθη που προσδιορίζονται από το οικονομικό σύστημα, αναγκαστικά  συνιστούν τα δίδυμα αποτελέσματα των προσδιοριστικών παραγόντων του συστήματος , δηλαδή, της  ροπής προς κατανάλωση , της οριακής απόδοσης του κεφαλαίου και του επιτοκίου.
 Οι προσδιοριστικοί αυτοί παράγοντες είναι πολύπλοκοι και ο καθένας είναι ικανός να επηρεάζεται από τις προσδοκώμενες μεταβολές στους άλλους. Παραμένουν , όμως, ανεξάρτητοι, με την έννοια ότι οι τιμές τους δεν μπορούν να εξαχθούν η μια από την άλλη.
Τα παραπάνω δείχνουν απλά ότι  για να λειτουργήσει το σύστημα –δηλαδή η συνολική οικονομία – κάτι το οποίο αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ , θα πρέπει να «τεθούν στη λειτουργία της» οι αναφερόμενοι προηγουμένως προσδιοριστικοί παράγοντες του συστήματος.