Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Η παραγωγή υπερπλεονασμάτων είναι αντιαναπτυξιακή.




H ελληνική οικονομία έχει αρχίσει να ανακάμπτει, αλλά η ανάκαμψη εμποδίζεται, κατά βάση,  από τον ανεπαρκή μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου της χώρας. Παράλληλα οι δύο βασικές μεταβλητές που προσδιορίζουν τη μεγέθυνση της οικονομίας η αποταμίευση και οι επενδύσεις, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, τόσο από την περίοδο πριν την κρίση όσο και από το μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης.  Η ασκούμενη οικονομική πολιτική οδηγεί στην παραγωγή υψηλότατων πρωτογενών υπερπλεονασμάτων που απέχουν και από τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που έχουν συμφωνηθεί με τους δανειστές. Η παραγωγή αυτών των υπερπλεονασμάτων οφείλεται στην υπερφορολόγηση αλλά και στις αυξημένες εισφορές της κοινωνικής ασφάλισης.
Σε πλήρη αντίθεση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το εφαρμοσθέν πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, η ελληνική κυβέρνηση άσκησε, και οι δανειστές το επέτρεψαν,  μια οικονομική πολιτική παραγωγής υπερπλεονασμάτων , τα οποία τη διετία 2016-17 ανήλθαν σε περίπου 10 δις ευρώ , πάνω από τα απαιτούμενα από το πρόγραμμα πρωτογενή πλεονάσματα.  Οι πόροι αυτοί  εξήλθαν από το εισοδηματικό κύκλωμα της οικονομίας στερώντας ρευστότητα που τόσο μεγάλη ανάγκη έχει η οικονομία με αποτέλεσμα τον περιορισμό  της μεγέθυνσης του ΑΕΠ.  Ο περιορισμός αυτός εύκολα συνάγεται αν συγκρίνουμε τις προβλέψεις για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ στους ετήσιους προϋπολογισμούς και την τελική πραγματοποίηση. Έτσι το 2017 , σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού η πρόβλεψη για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ ήταν 2,7% και η τελική πραγματοποίηση ήταν 1,4%. Για το 2018 αντίστοιχα  η αρχική πρόβλεψη, πάντα του κρατικού προϋπολογισμού ήταν 2,5% και μέχρι σήμερα η πρόβλεψη έχει μειωθεί στο 1,9-2,0%.  Είναι σαφές ότι η παραγωγή υπερπλεονασμάτων μειώνει την μεγεθυντική διαδικασία.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί η ελληνική κυβέρνηση πολιτεύθηκε με αυτό τον τρόπο και γιατί οι δανειστές , που παρακολουθούν και ελέγχουν τα πάντα, το επέτρεψαν.
Θεωρώ, ότι η ελληνική κυβέρνηση άσκησε αυτή την πολιτική για τους παρακάτω λόγους:
-       Αποδεχόμενη πλήρως την ιδεολογική οπτική των μνημονίων, ήθελε να αποδείξει με όλους τους τρόπους αυτή της την αποδοχή. Λειτούργησε ως προσήλυτος.
-       Πιστεύοντας στην χρησιμότητα της αναδιανομής επεδίωξε αυτή την πολιτική. Με τη διαφορά ότι οι όποιες  αναδιανεμητικές δράσεις , ποσοτικά, ήταν σαφώς μικρότερες από τις απώλειες που η ίδια είχε δημιουργήσει με την πολιτική της. Πέρα που για λόγους αληθείας είναι λάθος να ομιλούμε για αναδιανεμητικές δράσεις: πρόκειται για  συγκυριακή επιδοματική πολιτική που περισσότερο θα την κατατάσσαμε σε μορφές φιλανθρωπίας.
-       Μεγάλο μέρος από τα υπερπλεονάσματα οδηγήθηκαν στη δημιουργία του λεγόμενου «μαξιλαριού ασφαλείας», ενόψει της λήξης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.  Εδώ γεννιέται το εξής ερώτημα : γιατί η ελληνική κυβέρνηση προτίμησε (;) να δημιουργήσει το  «μαξιλάρι ασφαλείας» μέσω της απορρόφησης τόσο αναγκαίων πόρων από το εισοδηματικό κύκλωμα, ενώ υπήρχαν περισσευούμενοι πόροι από τη δανειακή σύμβαση που η ίδια είχε υπογράψει; Με αυτό τον τρόπο, διευκόλυνε  τους δανειστές έτσι ώστε να μην χορηγήσουν περισσότερους  δάνειους πόρους , ενώ χειροτέρευσε την ρευστότητα στην ελληνική οικονομία στερώντας την από τη δυνατότητα μεγαλύτερης μεγέθυνσης του ΑΕΠ.
 Συμπερασματικά νομίζω ότι και με αυτά τα αφόρητα πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% μέχρι το 2022, η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μειωθούν τα υπέρ-πλεονάσματα και όχι να τα διανείμεις εκ των υστέρων κάνοντας αναπτυξιακή ή κοινωνική πολιτική. Η εντύπωσή μου είναι ότι μια μικρότερη απορρόφηση από το εισοδηματικό κύκλωμα θα επέτρεπε στην οικονομία να λειτουργήσει πιο αναπτυξιακά.