Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Ο Ερντογάν και η οικονομική πραγματικότητα των εξωτερικών συναλλαγών της Τουρκίας



Οι πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου Ερντογάν ότι θα αναζητήσουν νέους οικονομικούς συμμάχους αποδεικνύονται για ακόμη μια φορά εκτός πραγματικότητας αν κάποιος ρίξει μια ματιά στα στατιστικά στοιχεία που αφορούν στις εξωτερικές συναλλαγές της χώρας και τους κύριους εμπορικούς εταίρους.
Συγκεκριμένα:
Οι εξωτερικές εμπορικές (αγαθά) συναλλαγές της Τουρκίας με τις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη ανέρχονται (2017) σε εισαγωγές ύψους  207,0 δις δολάρια  και σε εξαγωγές ύψους 139,0 δις ευρώ . Με τις χώρες της ΕΕ οι αντίστοιχες συναλλαγές ανέρχονται (2017)σε εισαγωγές ύψους 84,5 δις ευρώ και εξαγωγές ύψους 69,8 δις ευρώ. Δηλαδή το % των εμπορικών συναλλαγών της Τουρκίας με τις χώρες της ΕΕ ανέρχεται στο 40,2 % ως προς τις εισαγωγές και στο 49,9% ως προς τις εξαγωγές. Για όλα αυτά δες Πίνακα 1, και Πίνακα 2 με στοιχεία για τα έτη 2015-6-7.
Πίνακας 1

 



Πίνακας 2

 
Στον Πίνακα 3 παρουσιάζονται αντίστοιχα οι εμπορικές σχέσεις των υπηρεσιών της Τουρκίας με τις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη (αριστερή πλευρά) και με τις χώρες της ΕΕ (δεξιά πλευρά), τα έτη 2015 και 2016. Οι εισαγωγές υπηρεσιών στην Τουρκία από τις χώρες της ΕΕ (2016) αποτελούν περίπου το 80,0% των συνολικών εισαγωγών υπηρεσιών της χώρας. Αντίστοιχα οι εξαγωγές υπηρεσιών προς τις χώρες τις ΕΕ ανέρχονται περίπου το 35,0% των συνολικών εξαγωγών υπηρεσιών της χώρας.  

Πίνακας 3




Η αναφορά σε μεγάλες εισροές αραβικών επενδύσεων αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην Τουρκία , από τη δεκαετία του 1980 , όταν στην κυβέρνηση βρισκόταν ο Τουργκούτ Οζάλ (πρωθυπουργός και πρόεδρος της χώρας την περίοδο 1983-1993). Παράλληλα τα λεγόμενα «αραβικά κεφάλαια» έγιναν συνώνυμο με τις πολιτικές προσπάθειες να προωθηθεί η συντηρητοποίηση και ο εξισλαμισμός της Τουρκίας , μια διαδικασία που άρχισε από την εποχή του Οζάλ και συνεχίζεται σήμερα με τον Ερντογάν.
 Ως αραβικά κεφάλαια αναφέρονται οι χρηματικοί πόροι που προέρχονται από τις χώρες του Κόλπου, και ιδιαίτερα από  Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ, Κατάρ και ΗΑΕ. Επενδύσεις από αυτές τις χώρες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι αγορές ακινήτων από τους κατοίκους των χωρών αυτών, όχι μόνο τους έχει δοθεί μια υπερβολική διάσταση, αλλά από πολλούς παρουσιάζονται, ως εναλλακτικές επενδύσεις από τις αντίστοιχες που προέρχονται από τη Δύση. 
Οι αραβικές επενδύσεις όχι μόνο θεωρούνται ως το αντίδοτο στην αποχώρηση των δολαριακών επενδύσεων, αλλά και ότι μπορούν να υποκαταστήσουν τους οικονομικούς δεσμούς , σε περίπτωση ύπαρξης δυσκολιών, με την ΕΕ και γενικά με τη Δύση, λόγο των πολιτικών εξελίξεων και του περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών στο εσωτερικό της χώρας. Με τις τελευταίες εξελίξεις η τουρκική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τέτοια προοπτική, παρότι θεωρώ ότι ο Ερντογάν δεν θα τολμήσει να προχωρήσει σε μια τέτοια επιλογή.
Αυτό διότι οι πέντε πρώτοι προορισμοί των τουρκικών εξαγωγών είναι κατά σειρά οι παρακάτω χώρες:
Γερμανία 13,4 δις δολάρια – ΗΒ 10,6 δις δολάρια- Ιράκ 8,5 δις δολάρια – Ιταλία 6,9 δις δολάρια- ΗΠΑ 6,4 δις δολάρια.
Το ζήτημα, όμως,  είναι ότι αυτή η αντίληψη απέχει πάρα πολύ από την αλήθεια ή αγγίζει τα όρια του μύθου.  Οι λόγοι είναι οι ακόλουθοι.
Είναι γνωστόν ότι η πτώση των τιμών του πετρελαίου την προηγούμενη περίοδο έχει προκαλέσει σημαντικές απώλειες στις οικονομίες των χωρών του κόλπου , οι οποίες εξαρτώνται ολοκληρωτικά από τα έσοδα των εξαγωγών πετρελαίου. Οι περισσότερες δεν διαθέτουν πλέον μεγάλα συναλλαγματικά πλεονάσματα, ενώ ορισμένες παρουσιάζουν ελλείμματα. Η Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, παρουσίασε έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ύψους 53 δις δολαρίων το 2015 και 42 δις δολαρίων το 2016. Το Κατάρ παρουσίασε έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ύψους 2 δις δολαρίων το 2016, ενώ το πλεόνασμα των ΗΑΕ έπεσε στα 4 δις δολάρια το 2016 από 12 δις δολάρια το 2015. Γίνεται κατανοητό ότι στις χώρες του κόλπου δεν περισσεύουν οι πόροι στην παρούσα συγκυρία για να πραγματοποιήσουν επενδύσεις στο εξωτερικό χωρίς προσεκτική μελέτη και σχεδιασμό. Χρειάζεται ικανό χρονικό διάστημα ώστε η τελευταία άνοδος της τιμής του πετρελαίου να αποκαταστήσει κάπως τις οικονομικές  ισορροπίες στις χώρες αυτές.
Επίσης αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία αν εξετάσουμε, ιστορικά το μερίδιο των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) που έχουν πραγματοποιήσει οι χώρες του κόλπου στην Τουρκία. Τα ΗΑΕ, βρίσκονται στην κορυφή της λίστας με 4 δις δολάρια  ΑΞΕ στην Τουρκία σε σύνολο  ΑΞΕ 94 δις δολαρίων. Το Κουβέιτ έχει πραγματοποιήσει 1,5 δις δολάρια ΑΞΕ σε σύνολο 73 δις δολαρίων. Η Σαουδική Αραβία έχει πραγματοποιήσει 2 δις δολάρια ΑΞΕ σε σύνολο 43 δις δολαρίων ενώ το Κατάρ 1,2 δις δολάρια ΑΞΕ σε σύνολο 52 δις δολαρίων. Συνολικά , δηλαδή, οι τέσσερις σημαντικές χώρες του κόλπου έχουν πραγματοποιήσει το 3,8% των συνολικών ΑΞΕ  τους , που ανέρχονται σε 262 δις δολάρια στην Τουρκία. 
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΤ της Τουρκίας οι συνολικές (αποθέματα) ΑΞΕ στην χώρα ανέρχονται σε  140 δις δολάρια. Εξ αυτών οι Ευρωπαϊκές χώρες κατέχουν το 80,0% , το 9,0% οι ΗΠΑ, το 7,0% οι χώρες του κόλπου και 5,0% η Ρωσία. Οι επενδύσεις από τις χώρες του κόλπου είναι συγκεντρωμένες κυρίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα και ειδικά στον Ισλαμικό Τραπεζικό Τομέα (  Albaraka Turk, Kuveyt Turk και Turkiye Finans  είναι μερικές από τις αντιπροσωπευτικές ισλαμικές τράπεζες).
Στον τομέα του real estate , περίπου 20-25% των οικιών που αγοράσθηκαν από ξένους ανήκουν σε κατοίκους των χωρών του Κόλπου, οι περισσότεροι από τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Το 2015 οι κάτοικοι των χωρών του κόλπου αγόρασαν 5.000 κατοικίες από τις 23.000 που πωλήθηκαν συνολικά στους ξένους. Το 2016 οι συνολικές πωλήσεις μειώθηκαν στις 18.000 και οι κάτοικοι των χωρών του κόλπου απέκτησαν 4.000 .
Περίπου οι ίδιες εξελίξεις παρατηρούνται και στην αγορά των τουρκικών κρατικών ομολόγων. Οι Ευρωπαίοι επενδυτές παρακρατούν περισσότερο από το 70,0% των κρατικών ομολόγων που έχουν αγορασθεί συνολικά από ξένους επενδυτές το 2016, και ανέρχονται σε 30 δις δολάρια σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΤ της Τουρκίας. Ένα 20,0% παρακρατούν οι Αμερικανοί επενδυτές , το 10,0% επενδυτές από την Ασία και οι χώρες του Κόλπου το 5,0%.
Αναφορικά τώρα με τις μακροχρόνιες πιστώσεις , τα Ευρωπαϊκά Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προμηθεύουν περίπου το 56,0% από τις συνολικές εξωτερικές μακροχρόνιες πιστώσεις, συνολικού ύψους 206 δις δολαρίων που ο τουρκικός ιδιωτικός τομέας έχει δεχθεί μέχρι το τέλος του 2016 πάντοτε σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΤ της Τουρκίας. Οι αμερικανικές τράπεζες προμηθεύουν το 12,0%, ενώ το χρηματοπιστωτικό σύστημα των χωρών του κόλπου το 8,0% ( περίπου 16 δις δολάρια) με τις τράπεζες του Μπαχρέιν να βρίσκονται στην πρώτη θέση. 
Με βάση τα παραπάνω , το λεγόμενο αραβικό κεφάλαιο από τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες του κόλπου αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 10,0% των εξωτερικών χρηματικών πόρων που εισρέουν στην τουρκική οικονομία σε όλες τις μορφές (ΑΞΕ, Επενδύσεις Χαρτοφυλακίου, Δάνεια).
Από το 2003, στην Τουρκία εισρέουν κατά μέσο όρο ετησίως περίπου 10,0 δις δολάρια και οι Ευρωπαϊκές χώρες αποτελούν τον κύριο προμηθευτή αυτών των πόρων. Δεύτερες έρχονται οι ΗΠΑ ενώ οι χώρες του Κόλπου συνεισφέρουν το λιγότερο. Ακόμη και αν δεχθούμε την εισροή χρηματικών πόρων που δεν καταγράφονται στις επίσημες στατιστικές η συνεισφορά των χωρών του Κόλπου δεν υπερβαίνει το 10,0% του συνόλου.
 Συμπερασματικά και με βάση όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως γίνεται αντιληπτό ότι οι παληκαρισμοί του προέδρου Ερντογάν έχουν ένα όρια και καθορίζονται με σαφήνεια από τους περιορισμούς που θέτει, καλώς ή κακώς η τουρκική οικονομία και η αλληλεξάρτησή της με τη διεθνή οικονομία.