Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018

Η Αργεντινή σε κρίση




Συνεχίζεται η πτώση της αξίας του αργεντίνικου νομίσματος  παρά τις προσπάθειες της ΚΤ,(μετά την αύξηση των βασικών επιτοκίων την προηγούμενη εβδομάδα από το 40,0% στο 45,0% προχώρησε σε νέα αύξηση στο 60,0%), να σταματήσει την συνεχιζόμενη έξοδο των κεφαλαίων από την χώρα. Η προσπάθεια είναι πάντοτε η ίδια: να μειωθεί ο πληθωρισμός που προκαλείται από τη συνεχή υποτίμηση του peso.
Το νόμισμα της Αργεντινής έχει υποχωρήσει από την αρχή του 2018 περισσότερο από  45,00% έναντι του δολαρίου, διότι η αργεντίνικη οικονομία είναι ευάλωτη στην αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων δανεισμού.
Peso έναντι Δολαρίου

 

Η ΚΤ της Αργεντινής συνεχίζει τις δημοπρασίες δολαρίων προσπαθώντας να κατευνάσει τις αγορές, όμως χωρίς αποτέλεσμα μέχρι σήμερα. Από την αρχή του 2018, η κεντρική τράπεζα της Αργεντινής έχει πουλήσει 12,9 δισ. δολάρια στην αγορά συναλλάγματος, προσπαθώντας να περιορίσει την υποχώρηση του πέσο. Παρόλα αυτά η κλιμάκωση της κρίσης των αναδυόμενων αγορών, με επίκεντρο την Τουρκία, συνεχίζει να παρασύρει και την Αργεντινή. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις στην αρνητική αυτή εξέλιξη έχει συμβάλει τα μέγιστα η τουρκική κρίση.

Οι διεθνείς συνθήκες δεν είναι καθόλου ευνοϊκές , δείχνοντας την εγγενή αδυναμία των οικονομιών εκείνων των χωρών που εξαρτώνται σημαντικότατα από τις ροές ξένων κεφαλαίων, να ανταπεξέλθουν στις δημιουργούμενες καταστάσεις από οικονομικά και γεωπολιτικά δυσμενή γεγονότα.

Η ακατάπαυστη και τεράστια ροή, κυρίως των βραχυχρονίων κεφαλαίων (τα οποία στην ουσία αποτελούν δάνειους και συγχρόνως μη «ακινητοποιούμενους» πόρους), βασικό χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας αποτελεί τον κύριο αποσταθεροποιητικό παράγοντά της. Οι αγελαίες συνεχείς μετακινήσεις των συγκεκριμένων κεφαλαίων, ενώ κατά τη διάρκεια της εισροής τους, δημιουργούν καταστάσεις ευφορίας , όταν αρχίζουν να εγκαταλείπουν την χώρα προκαλούν περισσότερα δεινά από τις πρόσκαιρες καταστάσεις ευφορίας που είχαν δημιουργήσει.  
Οι συνέπειες από τη υψηλότατη αύξηση των επιτοκίων για την αρνεντίνικη οικονομία είναι βαρύτατες.
Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών της Αργεντινής Νικολά Ντουχόβνε  η κυβέρνηση προβλέπει υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 1% το 2018, αλλά ανάκαμψη κατά τουλάχιστον 1,5% το 2019. Παράλληλα, η κυβέρνηση διατηρεί τον στόχο για μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 2,7% του ΑΕΠ το 2018 και για περιορισμό του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο 3% το 2019.
Τον Ιούνιο η οικονομική δραστηριότητα στην Αργεντινή είχε συρρικνωθεί κατά 6,7% σε ετήσια βάση, πτώση που είναι η μεγαλύτερη από τον Ιούλιο του 2009 και ακόμα ένα σημάδι πως η οικονομία θα βρεθεί σε ύφεση φέτος.
Παράλληλα οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό αγγίζουν το 32,0% υπερβαίνοντας τον συμφωνημένο στόχο με το ΔΝΤ σε ύψος 30,0%, γεγονός που επιδρά  αρνητικά στις εξελίξεις.
Η αντίληψη του ΔΝΤ  ότι η αύξηση των επιτοκίων θα αποκαταστήσει τα πραγματικά επιτόκια σε τέτοιο ύψος που θα επιτρέψουν την επιστροφή των επενδυτών είναι τουλάχιστον αμφισβητήσιμη, για τον απλό λόγο ότι πρόκειται για μια εντελώς τεχνική αποκατάσταση που δεν ανταποκρίνεται σε καμία περίπτωση  στις πραγματικές συνθήκες της αργεντίνικης  οικονομίας. Η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας αξιολογείται από πολλούς άλλους παράγοντες.


Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Δεν υπάρχει λόγος για πανηγυρισμούς




Η Ελλάδα κλείνει την πόρτα των προγραμμάτων διάσωσης, εξακολουθεί ωστόσο να έχει μπροστά της έναν δύσκολο δρόμο, λόγω των επιπτώσεων της οκταετούς κρίσης όσο και στις δύσκολες προοπτικές της χώρας στο καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας στο οποίο εισέρχεται.
Η έξοδος από το πρόγραμμα διάσωσης δεν σημαίνει την ταχεία ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, με το χρέος να παραμένει εξαιρετικά υψηλό και τη δημοσιονομική προσαρμογή -λιτότητα να συνεχίζεται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο.
Έπειτα από οκτώ χρόνια η Ελλάδα αφήνει πίσω της το τρίτο πρόγραμμα στήριξης, όμως πριν αρχίσουν οι πανηγυρισμοί είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η Αθήνα παραμένει δέσμια των πιστωτών –που απέτυχαν να θέσουν την ελληνική οικονομία σε βιώσιμη τροχιά– και των δανείων που της χορηγήθηκαν. Χωρίς τη θωράκιση του προγράμματος, η Ελλάδα θα πρέπει να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές για την εξυπηρέτηση του χρέους της. Αυτός είναι ο λόγος που η Ελλάδα θα έπρεπε να εξέλθει του προγράμματος με πολύ μικρότερο χρέος. Το τέλος του προγράμματος δεν σημαίνει και τέλος των δεσμεύσεων της Ελλάδας.. Σε αντάλλαγμα για τη συμφωνία της ελάφρυνσης του χρέους του περασμένου Ιουνίου, θα πρέπει να διατηρεί πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, και τυχόν αποτυχία σημαίνει ότι υπάρχει ο κίνδυνος να αποσυρθεί ένα μέρος της στήριξης. Επίσης, πρέπει να προσελκύσει περισσότερες επενδύσεις αλλά και να αναμορφώσει τον τραπεζικό της κλάδο για να τονώσει την ανάπτυξη. Η Ελλάδα βγαίνει από το πρόγραμμα αλλά παραμένει μέσα στα χρέη. Το ποσοστό χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας στο 180%. Οι Ευρωπαίοι πιστωτές επιμένουν ότι το χρέος είναι βιώσιμο. Έχουν μειώσει τις πληρωμές τόκων και επιμήκυναν τον χρόνο αποπληρωμής των ελληνικών δανείων, επεκτείνοντας ορισμένες λήξεις έως το 2060. Δυστυχώς, οι προβλέψεις της Ε.Ε. περιλαμβάνουν ευσεβείς πόθους. Τις επόμενες δεκαετίες, ακόμη και με βάση ένα αισιόδοξο σενάριο, η Ελλάδα θα πρέπει να δανειστεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ από ιδιώτες επενδυτές για να εξοφλήσει τους επίσημους πιστωτές της. Εάν αυτοί οι επενδυτές κρίνουν ότι τα χρέη της ελληνικής κυβέρνησης βρίσκονται εκτός ελέγχου, θα γυρίσουν την πλάτη και οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα έρθουν πάλι αντιμέτωποι με μια νέα ελληνική κρίση.  Τα προγράμματα διάσωσης της Ελλάδος αποτελούν μια «κολοσσιαία» αποτυχία καθώς παρά τα πακέτα διάσωσης η ελληνική οικονομία έχει τεράστιο έδαφος να καλύψει, δεδομένου ότι έχασε το 1/3 του ΑΕΠ της κατά τα χρόνια της κρίσης. Τη λογική των προγραμμάτων διάσωσης έχει αποδεχθεί πλήρως η κυβέρνηση (δες το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα) αλλά και το γενικότερο πολιτικό σύστημα . Αυτός ο απόλυτος εγκλωβισμός του ελληνικού πολιτικού συστήματος, το οποίο αναλώνεται σε φραστικές επιθέσεις μεταξύ αλλήλων και ταυτόχρονα παίρνουν τον καφέ τους φιλικά καθισμένοι πλάι πλάι στο αναψυκτήριο, σηματοδοτεί και τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την χώρα.