Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Επιστροφή στον Ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων



Πόσο μακριά είμαστε, τελικά, από την εποχή που ο Φράνσις Φουκουγιάμα και το «Τέλος της Ιστορίας» του, έδιναν τον ιδεολογικό τόνο στις παγκόσμιες  εξελίξεις μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και του Ανατολικού Στρατοπέδου.  Οι γνωστές προβλέψεις του « ότι μετά τις γιγάντιες συγκρούσεις του εικοστού αιώνα, … η ακαταμάχητη νίκη του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού – πάνω σε όλους τους ανταγωνιστές του σημαίνει όχι μόνο- το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ή την παρέλευση μιας συγκεκριμένης περιόδου της μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά αυτό τούτο το τέλος της ίδιας της ιστορίας, δηλαδή το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρωπίνου γένους και την οικουμενοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως της τελικής μορφής ανθρώπινης διακυβέρνησης»[1] έχουν τεθεί κυριολεκτικά στις ελληνικές καλένδες προφανώς  λόγο της αστοχίας τους.
Δεν είναι στις προθέσεις μας να προβούμε σε συνολική κριτική των απόψεων του Φ. Φουκουγιάμα. Όμως ένα σημείο χρειάζεται να αναδειχθεί : αυτό που αναφέρεται στον πόλεμο. Πρόκειται για το πιο σημαντικό σημείο της άποψης του: « Συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας πρέπει να εμπλέκουν μεγάλα κράτη που αναγνωρίζονται (ως τέτοια)στο ρου της ιστορίας, και τα οποία φαίνεται ότι τώρα έχουν φύγει από τη σκηνή»[2]. «Συνεπώς δεν θα υπάρξει Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος , ούτε επιστροφή σε Συγκρούσεις Μεγάλων Δυνάμεων που χαρακτήρισαν τον 18ο και 19ο  αιώνα». Μάλιστα στο κλείσιμο του άρθρου χαρακτήριζε τους επερχόμενους (sic!!!) αιώνες της μετά-ιστορίας ως βαρετούς[3].  
Από την εποχή, που γράφτηκε το άρθρο (1989), δεν υπήρχε λόγος να σκεφτεί κανείς ότι οι παραδοσιακά ιεραρχικές και ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ κρατών θα εξαφανίζονταν έστω και ύστερα από μια υποτιθέμενη γενίκευση της φιλελεύθερης δημοκρατίας.  Η χομπσιανή λογική του διεθνούς πεδίου θα συνέχιζε να προξενεί βίαιες συγκρούσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων ή μικρών. Τι θα εγγυόταν ότι αυτές κάποια μέρα δεν θα μπορούσαν να μετατραπούν σε αυτόν τούτο τον πυρηνικό πόλεμο;
Στην κριτική αυτή, την περίοδο της υπέρμετρης αισιοδοξίας, ο Φουκουγιάμα, απάντησε δικαιολογημένα ότι τα σύγχρονα κράτη ποτέ δεν επεδίωξαν την δύναμη απλά ως ανεξάρτητο στόχο καθαυτό, αλλά μάλλον ως ένα μέσο για την εξασφάλιση ειδικών συμφερόντων που είναι πάντοτε ιδεολογικά προσδιορισμένα.
Για την υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού ο Φουκουγιάμα μπορούσε να παραπέμψει στο αποδεικτικό στοιχείο, σύμφωνα με το οποίο οι ολοκληρωμένες δημοκρατίες δεν έχουν διεξάγει μέχρι σήμερα πόλεμο η μια εναντίον της άλλης: στοιχείο, στο οποίο έχει για αρκετό καιρό επιμείνει μια συγκεκριμένη φιλολογία.[4] Αν το καντιανό όραμα των προϋποθέσεων για μια αιώνια ειρήνη παραμένει ακόμα μακριά από την πραγματικότητα, μπορεί να διατυπωθεί μια εύλογη υπόθεση, σύμφωνα με την οποία μαζί με την εξάπλωση στον κόσμο της συνταγματικής εκλεγμένης κυβέρνησης, η τάση της ανάπτυξης κινείται πιο κοντά προς αυτές.
Βεβαίως καθόλου βαρετή δεν αποδείχτηκε η περίοδος των τριάντα χρόνων που πέρασαν από τότε που ο Φουκουγιάμα προέβαινε στις παραπάνω προβλέψεις. Ο Χέγκελ, από τον οποίο είχε παραλάβει ως δάνειο  δύο πτυχές της σκέψης του:  τον συνταγματισμό της Φιλοσοφίας του Δικαίου(ό,τι μπορεί να ονομαστεί φιλελευθερισμός του Χέγκελ) και την αισιοδοξία της αντίληψής του για το τέλος καθαυτό ως πραγμάτωση της ελευθερίας πάνω στη Γη, στο ζήτημα του πολέμου είχε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη. Για τον Χέγκελ ο πόλεμος παρέμενε ως μια αναγκαιότητα του διακρατικού συστήματος, με τα τονωτικά αποτελέσματά του στη ζωή των κοινωνιών. Συνειδητά δεν αποτελούσε γι’ αυτόν πρόβλημα- έστω και αν λογικά, αντέφασκε στην καθολικότητα της πραγμάτωσης της ελευθερίας.
Ο Φουκουγιάμα θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα μεγάλα κράτη, θα μπορούσε να απειλήσει τη νέα παγκόσμια τάξη μόνο αν μια ή περισσότερες απ’ αυτές θα καταλαμβάνονταν από το είδος του εθνικισμού που είχε οικουμενικές φιλοδοξίες- που στοχεύει, δηλαδή, στην παγκόσμια αυτοκρατορία. Θεωρούσε ότι ενός των πλαισίων του παγκόσμιου φιλελεύθερου καπιταλισμού , η κινέζικη εξωτερική πολιτική μοιάζει περισσότερο μ’ εκείνη της γκωλικής Γαλλίας παρά με της Γερμανίας του Γουλιέλμου. Πίστευε ότι μέσα στη ζώνη του προχωρημένου καπιταλισμού το επίπεδο των ανταγωνισμών πέφτει ακόμα περισσότερο. Γι’ αυτόν το πρότυπο των διεθνών σχέσεων κινείται προς το αντίστοιχο των ΗΠΑ με την ΕΕ.
Όμως οι εξελίξεις φαίνεται να διαψεύδουν το θεωρητικό υπόδειγμα του Φουκουγιάμα. Τον Φεβρουάριο του 2018 δόθηκε στη δημοσιότητα : Η Έκθεση για Πυρηνική Στάση των ΗΠΑ, του Αμερικανικού  Υπουργείου Άμυνας ( OFFICE OF THE SECRETARY OF DEFENSE,  NUCLEAR POSTURE REVIEW (NPR), FEBRUARY 2018), στην οποία επανέρχεται με μεγαλοπρέπεια και έμφαση , ο όρος « Ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων» (The Return of Great Power Competition ).
Η  νέα έκθεση NPR ρητά αναφέρει ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι και η όποια απόφαση θα προσδιορίσει τη θέση της στον Κόσμο. Για τις ΗΠΑ η κατάσταση σχετικά με την διεθνή ασφάλεια είναι πολύ σύνθετη ίσως περισσότερο σύνθετη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αναφέρεται ρητά στην έκθεση: « Από το 2010 έχουμε επιστρέψει στον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων. Σε διαφορετικούς βαθμούς, Ρωσία και Κίνα έχουν καταστήσει με καθαρότητα ότι επιδιώκουν την ουσιαστική αναθεώρηση της διεθνούς τάξης και των κανόνων συμπεριφοράς που εγκαθιδρύθηκαν στον Πλανήτη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η Ρωσία έχει αποδείξει τη θέλησή της να χρησιμοποιήσει δύναμη για να μεταβάλλει τη γεωγραφία της Ευρώπης και να επιβάλλει τη θέλησή της στους γείτονές της, με ρητούς και άρρητους εκφοβισμούς, στηριζόμενη πρωταρχικά στο πυρηνικό της οπλοστάσιο…. Η Κίνα αρνήθηκε τους κανόνες του Permanent Court of Arbitration Tribunal (Διαρκούς Δικαστηρίου  Επίλυσης Διαφορών) το οποίο δεν έκανε αποδεκτές τις απαιτήσεις της Κίνας στην South China Sea (Νότια Κινέζικη Θάλασσα) και μη νόμιμες μερικές ενέργειές της σε σχέση με το Δίκαιο της Θάλασσας. Στη συνέχεια , η Κίνα συνέχισε να λαμβάνει δυναμικές στρατιωτικές πρωτοβουλίες ώστε να δημιουργηθούν “facts on the ground” προκειμένου να υποστηριχθούν εδαφικές απαιτήσεις στην Ανατολική και Νότια Θάλασσα της Κίνας»[5].
Το χαρακτηριστικό αυτό απόσπασμα μας επιτρέπει να αντιληφθούμε ότι έχει παρέλθει η εποχή της απόλυτης μονοκρατορίας των ΗΠΑ , παρότι εξακολουθεί η χώρα αυτή να βρίσκεται πολύ μπροστά σε σχέση με τις υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις , όπως ονομάζονται η Ρωσία και η Κίνα. Όμως φαίνεται ότι και οι ίδιοι οι Αμερικανοί ιθύνοντες έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν εύκολα πλέον να  θεωρούν την χώρα τους ως κυρίαρχη δύναμη. Ο συνήθης πολιτικός ορισμός της κυρίαρχης δύναμης είναι αυτός που ορίζει σαν κυρίαρχη δύναμη εκείνη που μπορεί να αναμετρήσει την ισχύ της ενάντια σε όλους τους αντιπάλους μαζί. Ο Περικλής υποστήριζε ότι η ισχύς της Αθήνας έγκειτο στο ότι είχε στην κατοχή της ναυτικές δυνάμεις πολύ-αριθμότερες και αποτελεσματικότερες απ’ όλες τις άλλες μαζί της υπόλοιπης Ελλάδας. Αλλά μια κυρίαρχη δύναμη πρέπει να περιγράφεται με βάση τους σκοπούς, όπως και με βάση την ισχύ της. Κάθε κυρίαρχη δύναμη εμπλέκεται σε άμεση επέκταση, αλλά σε γενικές γραμμές επικαλείται κάποιο σχεδιασμό διεθνούς ενότητας και ομοψυχίας.
Βρισκόμαστε στο πεδίο ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων. Πιθανόν ο πιο ικανοποιητικός ορισμός για το τι ονομάζουμε Μεγάλη Δύναμη , είναι εκείνος που ενσωματώνει τη διάκριση που έγινε στη Διάσκεψη του Παρισιού το 1919, ανάμεσα σε δυνάμεις με γενικά συμφέροντα, δηλαδή πλατιά όσο και του ίδιου του συστήματος κρατών, πράγμα που σημαίνει παγκόσμια.[6]
Αυτό σηματοδοτεί , βήμα – βήμα, ότι έχει αρχίσει μια διαδικασία δημιουργίας ενός νέου διεθνούς πλαισίου κατανομής της ισχύος που όλο και πιο πολύ θα απομακρύνεται από το υπάρχον πλαίσιο.

















[1] F. Fukuyama, The End of History? The National Interest, Καλοκαίρι 1989.
[2] Όπως παραπάνω
[3] “Perhaps this very prospect of centuries[!] of boredom at the end of history will serve to get history started once again.”

[4] Michael Doyle: Kant, Liberal Legacies and Foreign Affairs, in Philosophy and Public Affairs, Καλοκαίρι 1983.
[5] Office of the Secretary of Defense, Nuclear Posture Review (NPR), February 2018), σ. 6
[6] Δες: Martin Wight, Πολιτική Δυνάμεων, Εκδόσεις Ειρήνη