Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις για την οικονομία ο Ερντογάν.



Το αποτέλεσμα των τουρκικών εκλογών δεν δίνει αυτομάτως  λύση στο σημαντικότερο ερώτημα για την τουρκική οικονομία: πώς θα αποφύγει μια ανώμαλη προσγείωση. Η κατάσταση της τουρκικής οικονομίας βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Αυτό το έχουμε αναδείξει σε πολλές μας παρεμβάσεις.
Το βασικό ερώτημα, όμως, συνίσταται, στο κατά πόσον τα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας είναι συγκυριακά, δηλαδή οφείλονται στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική του Ερντογάν, ή παρατεταμένη «υπερθέρμανση» της οικονομίας έχει δημιουργήσει και προβλήματα δομικού χαρακτήρα. Όταν γράφω δομικού χαρακτήρα, εννοώ βασικά την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου οικονομικού υποδείγματος ανάπτυξης που στηρίχτηκε, τα χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από το κόμμα Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης, πρωταρχικά στις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, στις μεγάλες  εισροές  Άμεσων Ξένων Επενδύσεων και στις ακόμα μεγαλύτερες εισροές Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου. Μάλιστα όλα αυτά συνέβησαν σε μια εποχή αυξημένης ρευστότητας σε παγκόσμιο επίπεδο και χαμηλών επιτοκίων. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι όλες αυτές οι τεράστιες εισροές στην τουρκική οικονομία, επέτρεψαν την σημαντική ενδυνάμωση του παραγωγικού ιστού της, αλλά συγχρόνως έδωσαν τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί παράλληλα και μια εγχώρια πιστωτική επέκταση που συνέτεινε σε εξαιρετικό βαθμό στη μεγάλη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Το πρώτο που χρειάζεται να παρατηρήσουμε είναι ότι οι συγκεκριμένοι τεράστιοι πόροι αποτελούν δάνεια, δηλαδή υποχρεώσεις, προς το εξωτερικό, και σε κάθε δύσκολη περίπτωση είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν την χώρα. Φαίνεται λοιπόν, ότι, σε γενικές γραμμές το συγκεκριμένο υπόδειγμα αγγίζει τα όρια του για την Τουρκική οικονομία. Αφενός διότι το διεθνές περιβάλλον έχει μεταβληθεί και αφετέρου οι ιδιωτικοποιήσεις που αποτελούσαν τη μηχανή της μεγέθυνσης έχουν φθάσει στα όρια τους. Στην Τουρκία έχουν ιδιωτικοποιηθεί τα πάντα. Ακολουθώντας το υπόδειγμα αυτό η τουρκική οικονομία δεν κατάφερε να επιλύσει ένα από τα βασικά προβλήματα που δημιουργεί αυτός ο τύπος ανάπτυξης , την όλο μεγαλύτερη εξάρτηση της από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές η οποία εκφράζεται κυρίως από την όλο αυξανόμενη μεγέθυνση του βραχυχρόνιου εξωτερικού χρέους των επιχειρήσεων της (πραγματικής οικονομίας και τραπεζικού τομέα) το οποίο σχεδόν φθάνει στο 25,0% του ΑΕΠ. Παράλληλα και σε συνάρτηση με αυτό δεν κατάφερε να επιλύσει το πρόβλημα του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το οποίο παρά την μεγάλη αύξηση των εξαγωγών παραμένει έντονα αρνητικό (περίπου στο 4,5%) απαιτώντας συνεχώς δάνειους πόρους από το εξωτερικό για να το εξυπηρετεί. Το συνεχώς υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών συσχετίζεται αρνητικά με την αξία της τουρκικής λίρας η οποία μετά τη νομισματική μεταρρύθμιση του 2005 (1,5 τουρκικές λίρες προς 1 δολάριο ΗΠΑ) έχει φθάσει σήμερα, να ανταλλάσσεται 4,61 λίρες προς 1 αμερικάνικο δολάριο. Δηλαδή υποτίμηση περίπου 300,0% γεγονός που έχει επιδράσει στη μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού. Ο τελευταίος άγγιξε το 12,4% τον Μάιο 2018 έναντι στόχου 5,0%  της ΚΤ.
Ο Ερντογάν πέρα από όλα τα άλλα , που δεν μπορούμε να αναλύσουμε εδώ,  έχει δημιουργήσει πρόβλημα με τις ανορθόδοξες απόψεις του περί του τρόπου άσκησης της οικονομικής πολιτικής (πχ πώς μπορεί να αναχαιτιστεί ο πληθωρισμός) αλλά και τις συνεχείς επιθέσεις του σε όλους τους δυτικούς οικονομικούς θεσμούς, στο σημείο  που δεν έπρεπε, δηλαδή στο ζήτημα  της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, το οποίο  ήταν ακριβώς το χαρακτηριστικό που του είχε δώσει τη δυνατότητα να προσελκύσει όλους αυτούς τους τεράστιους πόρους που συνέτειναν στη νέα διαμόρφωση της τουρκικής οικονομίας.
Το έλλειμμα εμπιστοσύνης, που δημιούργησε ο Ερντογάν , μαζί με τη νέα διαμορφούμενη κατάσταση στο παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό, δύσκολα μπορεί να επανακτηθεί. Χρειάζεται χρόνος και πρωτίστως μέτρα που θα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση και μάλιστα άμεσα. Ο χρόνος θα δείξει αν ο Ερντογάν θα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Διαφορετικά η επιδείνωση της τουρκικής οικονομίας είναι το μόνο βέβαιον. Ήδη, ο οίκος Moody’s προειδοποίησε για ενδεχόμενη υποβάθμιση της Τουρκίας, που θα εξαρτηθεί από το ποια πολιτική θα εφαρμόσει μετά τη νέα νίκη του ο  Ερντογάν.