Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Οι επιπτώσεις της μονομερούς παραβίασης της Συνθήκης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν στην ΕΕ.



Η απόφαση του Προέδρου Τραμπ στις 8 Μαΐου να αποχωρήσει από τη συμφωνία των οκτώ: Ιράν, ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας, Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας και ΕΕ, σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν,  έχει μια σειρά επιπτώσεων στη διεθνή τάξη πραγμάτων. Ας επικεντρωθούμε όμως, σε αυτό το άρθρο,  στις επιπτώσεις που έχει στην ΕΕ.
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ΕΕ  θέλει να διατηρήσει την Συνθήκη με το Ιράν ζωντανή, δηλαδή να μην αποχωρήσει το Ιράν από τη συμφωνία και αρχίσει πλέον να εμπλουτίζει και πάλι ουράνιο. Αυτό θα σημάνει την εξάλειψη των εμπορικών σχέσεων της ΕΕ με το Ιράν, ύψους 33 δις δολαρίων, και την απειλή ότι οι σκληροπυρηνικοί στην Τεχεράνη θα προχωρήσουν σε κατασκευή ατομικού οπλοστασίου. Η συνέπεια θα είναι επίθεση των ΗΠΑ ή και του Ισραήλ με σοβαρότατες επιπτώσεις στην περιοχή δίπλα στην ΕΕ.
Το ζήτημα της αποχώρησης των ΗΠΑ, μονομερώς από τη συμφωνία με το Ιράν, θέτει πολλά ζητήματα σχετικά με τη συνέχιση των σχέσεων ΗΠΑ- Ευρώπης με τη μορφή  που γνωρίζαμε έως σήμερα. Αν η ΕΕ ακολουθήσει τον Τραμπ, αυτό συνεπάγεται πως αποδέχεται τις μονομερείς ενέργειες των ΗΠΑ σε θέματα εμπορίου αλλά και σε θέματα διεθνών σχέσεων. Στα θέματα εμπορίου και οικονομικών συμφερόντων η ΕΕ βρίσκεται υπό την απειλή μονομερών κυρώσεων με τους υπό θεσμοθέτηση δασμούς σε προϊόντα χάλυβος και αλουμινίου εξαγόμενα στις ΗΠΑ, αλλά και των αυτοκινήτων. Ειδικά το τελευταίο αποτελεί τρομακτικό πρόβλημα για την Γερμανία.
Η ίδια η παραβίαση από τις ΗΠΑ της συμφωνίας με το Ιράν παραβιάζει τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ ακυρώνοντας τις επενδύσεις και εμπορικές συμφωνίες με αυτή τη χώρα.
Κατά δεύτερο λόγο διακυβεύεται η αξιοπιστία και η ανεξαρτησία των πολιτικών της ΕΕ και η οποιαδήποτε υπερηφάνεια σε σχέση με τα επιτεύγματα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Η διεθνής θέση της ΕΕ  περιέρχεται σε κατάσταση εξάρτησης η οποία μειώνει το κύρος της οποιασδήποτε συμφωνίας συνάψει η οποία δεν ακολουθεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Όσο για τη Γερμανία, βρίσκεται η ίδια σε μια ιδιότυπη ομηρία λόγω των πολύ μεγάλων εμπορικών της σχέσεων με την Αμερική (180 δις δολάρια αξία συναλλαγών με εμπορικό πλεόνασμα 65 δις δολαρίων το 2017).
Το όλο ζήτημα καταλήγει στο  ποιος έχει την ισχύ στον οικονομικό τομέα να επιβάλει τη βούλησή του αν βέβαια έχει την πολιτική βούληση να αντιδράσει; Σύμφωνα με την διαμορφωμένη μέχρι σήμερα κατάσταση  η ΕΕ  δεν έχει πολλά όπλα για να απειλήσει τις ΗΠΑ. Η προσαρμογή έχει αρχίσει σε επίπεδο ευρωπαϊκών επιχειρήσεων : ο Διευθύνων Σύμβουλος της Σήμενς  δήλωσε πως δεν μπορεί πλέον να αναλάβει νέα συμβόλαια με το Ιράν, απλά θα τελειώσει τα ήδη υπάρχοντα. Το ίδιο και ο Διευθύνων Σύμβουλος  της γαλλικής Τοτάλ είπε και αυτός το ίδιο. Οι εταιρίες αν συνεχίσουν το εμπόριο με το Ιράν αντιμετωπίζουν την προοπτική να χάσουν την τεράστια Αμερικανική αγορά, να βρεθούν αντιμέτωπες με μεγάλα πρόστιμα και να βρεθούν εκτός του κυρίαρχου Αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ωμή πραγματικότητα ενός Προέδρου ο οποίος δεν περιορίζεται από συμμαχίες ή καλούς τρόπους ή ακόμη και από διεθνείς συνθήκες. Ποιος ευρωπαίος ηγέτης θα μπορέσει  να σύρει το χορό μια σοβαρής αντίδρασης;