Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Η λήξη του Μνημονίου, με τον τρόπο που γίνεται θα αυξήσει τις αβεβαιότητες.


Είναι γνωστό ότι το πρόγραμμα του τρίτου μνημονίου τελειώνει στις 20 Αυγούστου 2018. Δυστυχώς και αυτό το θέμα , μπλέχθηκε στα γρανάζια της κομματικής αντιπαράθεσης. Καθαρή έξοδος από τη μια μεριά , μη καθαρή έξοδος από την άλλη. Από τη στιγμή που αυτό που εννοεί ο καθένας ως καθαρή έξοδο, είναι διαφορετικό από αυτό που εννοεί ο άλλος, δεν υπάρχει καμία περίπτωση συνεννόησης αλλά και ούτε περίπτωση καταγραφής των πραγματικών προβλημάτων της οικονομίας. Τα πάντα καλύπτονται από το πέπλο των μερικών αληθειών που έχουν υφάνει οι κομματικές αρχηγεσίες.
Χρειάζεται να διαρρηχθεί  το συγκεκριμένο πέπλο έτσι ώστε να φανεί η ωμή πραγματικότητα. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια και με λίγο κόπο μπορούμε να «δούμε» την πραγματικότητα μετά τη λήξη του προγράμματος.
Για αρκετά ακόμη χρόνια , σίγουρα μέχρι το 2022, οι ελληνικές κυβερνήσεις θα υποχρεωθούν να έχουν την ιδιοκτησία του συγκεκριμένου προγράμματος το οποίο αποπνέει με μεγάλη σαφήνεια  συγκεκριμένο ιδεολογικό προσανατολισμό. Αυτό σημαίνει ότι το πλαίσιο άσκησης της οικονομικής πολιτικής είναι απολύτως δεδομένο και οι όποιες επεμβάσεις θα γίνουν θα βρίσκονται ενταγμένες σε συγκεκριμένη λογική.
Η Ελλάδα θα συνεχίσει να βρίσκεται σε συνεχή  δημοσιονομική προσαρμογή για τους εξής  λόγους: ο πρώτος αφορά στην υποχρέωσή της να μειώσει τη συνταξιοδοτική δαπάνη κατά 1,0% του ΑΕΠ το 2019 και να μειώσει το ύψος του αφορολογήτου έτσι ώστε να προέλθει αύξηση των εσόδων επίσης κατά 1,0% το 2020. Ο δεύτερος είναι ότι θα πρέπει να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% μέχρι και το 2022.
Ο τρίτος λόγος είναι ότι και μέχρι το 2030 (ξεχνώ την υπόλοιπη περίοδο μέχρι το 2060) θα πρέπει να συνεχίσει να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα πάνω και κοντά στο 2,0% ετησίως.  Συνεπώς από την πλευρά της δημοσιονομικής πολιτικής, δύσκολα θα υπάρξουν βαθμοί ελευθερίας ικανοί, να απελευθερώσουν πόρους που θα μπορούν να διοχετευτούν στη μεγεθυντική διαδικασία της οικονομίας.
Ο τέταρτος λόγος ακούει στο όνομα δημόσιο και ιδιωτικό χρέος τα οποίο ουσιαστικά αποτελούν τους αρνητικούς υπερκείμενους καθορισμούς της ελληνικής οικονομίας. Με απλά λόγια η άρνηση των δανειστών να προχωρήσουν στην αποκατάσταση των δύο μεγεθών με τον ενδεδειγμένο τρόπο θα συνεχίσει να καθορίζει τη μεταμνημονιακή περίοδο της ελληνικής οικονομίας. Ακόμη και σήμερα το τι θα γίνει με το χρέος παραμένει ασαφές και απρόβλεπτο,
Εκτός από τη συνεχή δημοσιονομική προσαρμογή , θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν και να διευρύνονται το σύνολο των «μεταρρυθμίσεων» που έχουν επιβληθεί από τα μνημονιακά προγράμματα  και μάλιστα η όποια αλλαγή θα επιχειρηθεί όχι μόνο θα πρέπει να χαίρει της συμφωνίας των δανειστών αλλά και να κινείται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ιδεολογικής αντίληψης που διέπει τις αντιλήψεις τους. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ο τρόπος που επιχειρείται να στηθεί , πχ, η κοινωνική προστασία και όλα τα συναφή θα συνάδει με τη συγκεκριμένη λογική.
Για παράδειγμα η απόλυτη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας θα συνεχιστεί και θα απέχει πολύ από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα ακόμη και αν επέλθουν οριακές βελτιώσεις που οραματίζεται τουλάχιστον η σημερινή κυβέρνηση.
Επιπλέον η Ελλάδα θα έχει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με την αναχρηματοδότηση των υποχρεώσεών της πλέον μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών σε ένα περιβάλλον το οποίο καθίσταται όλο και πιο δυσμενές. Η άνοδος των επιτοκίων στις ΗΠΑ, η σταδιακή σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ με το διαφαινόμενο τέλος του προγράμματος της πιστωτικής χαλάρωσης , η γεωπολιτική ρευστότητα στο διεθνές περιβάλλον αλλά και στην εγγύς Μέση Ανατολή, η κατάσταση στην Ιταλία, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου αλλά και των άλλων εμπορευμάτων δημιουργούν συνθήκες έντονης αβεβαιότητας. Το μαξιλάρι των περίπου 20 δις ευρώ που σχηματίζει η κυβέρνηση αρκεί μόνο για ένα χρόνο. Η Πορτογαλία όταν εξήλθε στις αγορές είχε και παρόμοιο μαξιλάρι αλλά και τη βοήθεια από την ένταξή της στο πρόγραμμα πιστωτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ (περίπου 30 δις ευρώ πορτογαλικά ομόλογα παρακρατεί η ΕΚΤ).
Τελευταίο ζήτημα αφορά στις αμοιβές εργασίας (μισθωτοί και συνταξιούχοι) οι οποίες δεν προβλέπεται να αυξηθούν παρά τη μείωση της ανεργίας.
Με απλά λόγια η λήξη του Μνημονίου και η έναρξη της επόμενης φάσης επιτήρησης από τον Αύγουστο και έπειτα δεν συνοδεύεται από βεβαιότητες αλλά ίσως αυξάνονται οι αβεβαιότητες. Ούτε προβλέπεται αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας όσον αφορά στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Συγχρόνως δεν προβλέπεται καλυτέρευση αυτού που οι οικονομολόγοι, και όχι μόνο, ονομάζουν αύξηση της ευημερίας του λαού.