Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Η σώφρονα πολιτική αναγνωρίζει τις νέες διαμορφούμενες συνθήκες




Όταν η κυβέρνηση άρχισε να ομιλεί περί «καθαρής εξόδου», μετά το τέλος της Γ’ αξιολόγησης, αποφεύγοντας ουσιαστικά να αναφερθεί σε τι ακριβώς εννοούσε, ήταν εμφανές  ότι το  αφήγημα αυτό εμπεριείχε μια πολύ μεγάλη δόση επικοινωνιακού χειρισμού της κοινής γνώμης.
Συγχρόνως όμως, κατά την άποψή μου, εμπεριείχε και μια βαθιά άγνοια του οικονομικού επιτελείου για το τι ακριβώς σημαίνει , θεωρητικά και πρακτικά,  η ύπαρξη της αβεβαιότητας ως καθοριστικής διάστασης στη λειτουργία των οικονομιών στην παρούσα φάση.
Απορροφημένη πλήρως στην εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών, και  του κλεισίματος των αλλεπάλληλων αξιολογήσεων και στηριζόμενη σε μια δική της θεώρηση για τη ρύθμιση του ελληνικού δημοσίου χρέους (η οποία όπως φαίνεται απέχει της πραγματικότητας) , υπέθεσε ότι το κλίμα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον θα συνέχιζε να ήταν ευνοϊκό στο διηνεκές , αγνοώντας εμφανώς την παράμετρο της πιθανότητας  αλλαγής του κλίματος με την «πρώτη σταγόνα της βροχής».  
Μάλιστα, φαίνεται να αγνόησε και βασικές παραμέτρους που θα συμβάλλουν στον καθορισμό των μελλοντικών εξελίξεων κατά τρόπο σχεδόν αντικειμενικό. Συγκεκριμένα:
-          Η νομισματική πολιτική της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ γίνεται όλο και περισσότερο «στενή» με αποτέλεσμα να δημιουργείται περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων.
-          Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ , και αυτή αρχίζει να γίνεται περισσότερο περιοριστική με το αναγγελθέν τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης το Δεκέμβριο του 2018.
-          Οι κρίσεις που χτυπούν πολλές από τις αναδυόμενες οικονομίες (μη ξεχνάμε ότι η Ελλάδα σε αυτή την ομάδα βρίσκεται χρηματιστηριακά) με την απόσυρση κεφαλαίων και την δραστική μείωση της αξίας των νομισμάτων τους σε σχέση με το αμερικανικό νόμισμα.
-          Οι γεωπολιτικές αναταραχές που έχουν άμεση επίδραση στα οικονομικά μεγέθη και πρώτα από όλα στην τιμή του πετρελαίου.
-          Οι ρωγμές στην παγκοσμιοποίηση που βαθαίνουν με τις παρεμβάσεις του Προέδρου Τραμπ στο τρόπο λειτουργίας του παγκόσμιου εμπορίου (δασμοί και άλλες συναφείς πρακτικές) και με τις συνέπειες που αυτές έχουν στο άμεσο πολιτικοοικονομικό περιβάλλον της ΕΕ.
-          Η μη ένταξη της Ελλάδος στην νομισματική πολιτική της πιστωτικής χαλάρωσης
-          Η μη αγορά των ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ μετά τη λήξη του προγράμματος λόγο του χαμηλού βαθμού πιστοληπτικής ικανότητας και οι επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα που αδυνατεί να βρει την κανονικότητά του.
Εκτός όλων των παραπάνω η μη ενσωμάτωση στις προσδοκίες των περίπου αναμενόμενων εξελίξεων στην Ιταλία οι οποίες δρουν καταλυτικά στην αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου.
Θεωρώ επιβεβλημένη την επανεξέταση της κατάστασης της σημερινής συγκυρίας με βάση τις πρόσφατες εξελίξεις και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τις μειωμένες προσδοκίες σχετικά με τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων του ελληνικού δημοσίου χρέους.  Μόνο αν γίνει μια μεγάλη εμπροσθοβαρής ελάφρυνση του χρέους –όπως η εξαγορά του δανείου προς το ΔΝΤ (10,441 δις ευρώ) και την ΕΚΤ (12,853 δις ευρώ) από τα υπολειπόμενα χρήματα που υπάρχουν στον ελληνικό πρόγραμμα– τότε η Ελλάδα δεν θα έχει καμία μεγάλη πληρωμή μέχρι το 2023 και έτσι ο κίνδυνος μη πρόσβασης στις αγορές εξαιτίας εξωτερικών λόγων (Ιταλία κ.λπ.) θα είναι σχεδόν μηδαμινός.
Διαφορετικά μέχρι το 2023 η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει λήξεις χρέους ως εξής:
2018 : 39,717 δις ευρώ (εκ των οποίων 22,054 δις ευρώ Συμφωνίες Επαναγοράς – Repo ).
2019: 12,763 δις ευρώ (χωρίς τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό Έντοκα Γραμμάτια ή Συμφωνίες Επαναγοράς )
2020: 5,018 δις ευρώ (χωρίς τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό Έντοκα Γραμμάτια ή Συμφωνίες Επαναγοράς )
2021: 5,092 δις ευρώ (χωρίς τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό Έντοκα Γραμμάτια ή Συμφωνίες Επαναγοράς )
2022 : 9,848 δις ευρώ (χωρίς τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό Έντοκα Γραμμάτια ή Συμφωνίες Επαναγοράς )
2023 : 12,215 δις ευρώ  (χωρίς τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό Έντοκα Γραμμάτια ή Συμφωνίες Επαναγοράς )
Θεωρώ ότι η αβεβαιότητα θα συνεχίσει να υφίσταται στην ευρωζώνη , για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει , αλλά και λόγο των όποιων εξελίξεων στην Ιταλία , η επίδραση των οποίων θα είναι εμφανής σε όλο το 2018.
Η σώφρονα πολιτική αναγνωρίζει τις νέες συνθήκες , τις μελετά προσεκτικά και ανασκευάζει το σχεδιασμό της ώστε να έχει το μικρότερο δυνατό κόστος στην οικονομία.


      

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Οι επιπτώσεις της μονομερούς παραβίασης της Συνθήκης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν στην ΕΕ.



Η απόφαση του Προέδρου Τραμπ στις 8 Μαΐου να αποχωρήσει από τη συμφωνία των οκτώ: Ιράν, ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας, Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας και ΕΕ, σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν,  έχει μια σειρά επιπτώσεων στη διεθνή τάξη πραγμάτων. Ας επικεντρωθούμε όμως, σε αυτό το άρθρο,  στις επιπτώσεις που έχει στην ΕΕ.
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ΕΕ  θέλει να διατηρήσει την Συνθήκη με το Ιράν ζωντανή, δηλαδή να μην αποχωρήσει το Ιράν από τη συμφωνία και αρχίσει πλέον να εμπλουτίζει και πάλι ουράνιο. Αυτό θα σημάνει την εξάλειψη των εμπορικών σχέσεων της ΕΕ με το Ιράν, ύψους 33 δις δολαρίων, και την απειλή ότι οι σκληροπυρηνικοί στην Τεχεράνη θα προχωρήσουν σε κατασκευή ατομικού οπλοστασίου. Η συνέπεια θα είναι επίθεση των ΗΠΑ ή και του Ισραήλ με σοβαρότατες επιπτώσεις στην περιοχή δίπλα στην ΕΕ.
Το ζήτημα της αποχώρησης των ΗΠΑ, μονομερώς από τη συμφωνία με το Ιράν, θέτει πολλά ζητήματα σχετικά με τη συνέχιση των σχέσεων ΗΠΑ- Ευρώπης με τη μορφή  που γνωρίζαμε έως σήμερα. Αν η ΕΕ ακολουθήσει τον Τραμπ, αυτό συνεπάγεται πως αποδέχεται τις μονομερείς ενέργειες των ΗΠΑ σε θέματα εμπορίου αλλά και σε θέματα διεθνών σχέσεων. Στα θέματα εμπορίου και οικονομικών συμφερόντων η ΕΕ βρίσκεται υπό την απειλή μονομερών κυρώσεων με τους υπό θεσμοθέτηση δασμούς σε προϊόντα χάλυβος και αλουμινίου εξαγόμενα στις ΗΠΑ, αλλά και των αυτοκινήτων. Ειδικά το τελευταίο αποτελεί τρομακτικό πρόβλημα για την Γερμανία.
Η ίδια η παραβίαση από τις ΗΠΑ της συμφωνίας με το Ιράν παραβιάζει τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ ακυρώνοντας τις επενδύσεις και εμπορικές συμφωνίες με αυτή τη χώρα.
Κατά δεύτερο λόγο διακυβεύεται η αξιοπιστία και η ανεξαρτησία των πολιτικών της ΕΕ και η οποιαδήποτε υπερηφάνεια σε σχέση με τα επιτεύγματα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Η διεθνής θέση της ΕΕ  περιέρχεται σε κατάσταση εξάρτησης η οποία μειώνει το κύρος της οποιασδήποτε συμφωνίας συνάψει η οποία δεν ακολουθεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Όσο για τη Γερμανία, βρίσκεται η ίδια σε μια ιδιότυπη ομηρία λόγω των πολύ μεγάλων εμπορικών της σχέσεων με την Αμερική (180 δις δολάρια αξία συναλλαγών με εμπορικό πλεόνασμα 65 δις δολαρίων το 2017).
Το όλο ζήτημα καταλήγει στο  ποιος έχει την ισχύ στον οικονομικό τομέα να επιβάλει τη βούλησή του αν βέβαια έχει την πολιτική βούληση να αντιδράσει; Σύμφωνα με την διαμορφωμένη μέχρι σήμερα κατάσταση  η ΕΕ  δεν έχει πολλά όπλα για να απειλήσει τις ΗΠΑ. Η προσαρμογή έχει αρχίσει σε επίπεδο ευρωπαϊκών επιχειρήσεων : ο Διευθύνων Σύμβουλος της Σήμενς  δήλωσε πως δεν μπορεί πλέον να αναλάβει νέα συμβόλαια με το Ιράν, απλά θα τελειώσει τα ήδη υπάρχοντα. Το ίδιο και ο Διευθύνων Σύμβουλος  της γαλλικής Τοτάλ είπε και αυτός το ίδιο. Οι εταιρίες αν συνεχίσουν το εμπόριο με το Ιράν αντιμετωπίζουν την προοπτική να χάσουν την τεράστια Αμερικανική αγορά, να βρεθούν αντιμέτωπες με μεγάλα πρόστιμα και να βρεθούν εκτός του κυρίαρχου Αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ωμή πραγματικότητα ενός Προέδρου ο οποίος δεν περιορίζεται από συμμαχίες ή καλούς τρόπους ή ακόμη και από διεθνείς συνθήκες. Ποιος ευρωπαίος ηγέτης θα μπορέσει  να σύρει το χορό μια σοβαρής αντίδρασης; 

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Η πτώση της τουρκικής λίρας : σύμπτωμα ή δομικό πρόβλημα;



Μετά από απώλειες ρεκόρ μέσα στο έτος , περίπου 20,0% , η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας αύξησε το ύψος του  επιτοκίου του λεγόμενου   Late Liquidity Window Facility κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες, από 13,5% στο 16,5%. Πρόκειται για το επιτόκιο με βάση το οποίο, λειτουργώντας η ΚΤ ως «έσχατος πιστωτής» δανείζει το τραπεζικό σύστημα ( αργά το απόγευμα από ώρα 16,0 μέχρι 17,0) προκειμένου οι τράπεζες να καλύψουν τις ημερήσιες ανάγκες ρευστότητας στο τέλος της ημέρας με στόχο να αποφευχθούν προβλήματα στο σύστημα πληρωμών. Με το ίδιο επιτόκιο οι πλεονασματικές τράπεζες δανείζουν τις ελλειμματικές ημερησίως. Πρόκειται για τη δεύτερη αύξηση των επιτοκίων  από τον Απρίλιο, οπότε το βασικό επιτόκιο δανεισμού ήταν 12,75%. Παράλληλα διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια  Overnight , του δανεισμού στο 9,25% και της αποδοχής στο 7,25%. Επίσης διατήρησε σταθερό στο 8,0% το επιτόκιο του εβδομαδιαίου repo.

Ο στόχος προφανής, να υποστηρίξει το καταρρέον τουρκικό νόμισμα ,το οποίο την Τετάρτη 23.05.2018 είχε διολισθήσει σε  4,9290 λίρες έναντι ενός δολαρίου και είχε καταγράψει τη χαμηλότερη ισοτιμία έναντι του αμερικανικού νομίσματος από το έτος 2005 όταν καθιερώθηκε η ισοτιμία της νέας τουρκικής λίρας με το δολάριο στην ισοτιμία 1,29/1.

Μετά την παρέμβαση η ισοτιμία  διαμορφώθηκε, στις 4,6704 λίρες έναντι του δολαρίου.

Απομένει να φανεί κατά πόσον η αύξηση του επιτοκίου θα μπορέσει να λειτουργήσει ως αντίδοτο στο λεγόμενο «αποτελέσματος Ερντογάν»,  δηλαδή της  άρνησης του Τούρκου προέδρου να επιτρέψει στην ΚΤ να ασκήσει περισσότερο σφιχτή νομισματική πολιτική προκειμένου να μειωθεί ο πληθωρισμός  (αγγίζει το 11,0%) και να συγκρατηθεί η έντονη διολίσθηση του τουρκικού νομίσματος.
 
Είναι αρκετοί οι αναλυτές που θεωρούν ότι  η ιλιγγιώδης πτώση που έχει σημειώσει η τουρκική λίρα αντανακλά τη δυσπιστία των επενδυτών στη δυνατότητα της κεντρικής τράπεζας να περιφρουρήσει το νόμισμα και να χαράξει νομισματική πολιτική ανεξάρτητη από τις επίμονες πολιτικές πιέσεις. Δηλαδή θεωρούν ότι ουσιαστικά η αρνητικές εξελίξεις του τουρκικού νομίσματος αποτελούν περισσότερο ένα σύμπτωμα που οφείλεται στη στάση του Τούρκου προέδρου που έχει ως τώρα κωφεύσει στις προειδοποιήσεις των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης και έχει εμποδίσει την κεντρική τράπεζα να προχωρήσει σε μια γενναία αύξηση του κόστους δανεισμού.
Όμως ακόμη και αν δεχθούμε αυτή την ερμηνεία, πόσο εύκολα μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη προς την Τουρκική οικονομία, όταν όπως φαίνεται ο Πρόεδρος Ερντογάν θα συνεχίσει να ασκεί την εξουσία και να υποστηρίζει τις γνωστές πρωτοφανείς οικονομικές απόψεις του. Νομίζω ότι δεν θα είναι καθόλου εύκολο.
Όμως θα ήταν λάθος να μην λάβουμε υπόψη μας ορισμένα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας που θα μπορούσαν να καταταχθούν περισσότερο στα δομικά παρά στα συγκυριακά.
Στην Τουρκία τα μέτρα δημοσιονομικής και νομισματικής χαλάρωσης που τέθηκαν σε εφαρμογή από το β’ εξάμηνο του 2016 μέχρι και τον Μάιο του 2018, ώθησαν το γενικό επίπεδο τιμών σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα και αρκετά μακριά από τον επίσημο στόχο της κεντρικής τράπεζας, 5%. Ο πληθωρισμός στην Τουρκία τον Απρίλιο  του 2018 ήταν 10,85% ενώ ο κινητός μέσος των δώδεκα μηνών ανήλθε στο 11,83%.
Το γενικό δημοσιονομικό έλλειμμα παρουσιάζει χειροτέρευση (2016: -2,0%, 2017: -2,2%), ενώ σύμφωνα με τις προβλέψεις το ίδιο θα συμβεί και τα επόμενα δύο έτη (2018: -3,1% , 2019: -3,3%).
Παρά την αύξηση των εξαγωγών το εμπορικό ισοζύγιο της Τουρκίας επιδεινώθηκε περαιτέρω από 7,8% του ΑΕΠ το 2016, σε 8,4% του ΑΕΠ το 2017, λόγο του υψηλότερου ρυθμού αύξησης των εισαγωγών. Επίσης το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσιάζει έλλειμμα της τάξεως του 4,0% (2017) παρά τη βελτίωση των τουριστικών ροών.
Οι τελευταίες εξελίξεις στον εξαγωγικό τομέα της τουρκικής οικονομίας δείχνουν ότι συνεχίζεται η αύξηση του εμπορικού ελλείμματος της Τουρκικής οικονομίας και το Α’ τρίμηνο του 2018 : το έλλειμμα αυξήθηκε κατά 20,7 δις δολάρια.
Στην Τουρκία οι ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, αγγίζοντας το 23,0%. Ο δείκτης της κεφαλαιακής επάρκειας του τραπεζικού συστήματος της χώρας βρίσκεται στο 14% , με ελάχιστο όριο το 12%. Προσοχή, η οικονομική μεγέθυνση στην Τουρκία από το 2003 μέχρι και σήμερα (την περίοδο που στην κυβέρνηση είναι το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) στηρίχτηκε ,εκτός των άλλων,  πρωτίστως στην τεράστια εγχώρια πιστωτική επέκταση που χρηματοδοτήθηκε από τον τουρκικό τραπεζικό σύστημα. Συγκεκριμένα ο λόγος δανείων/ καταθέσεων από 40,0% το 2003 , έφθασε στο 130,0% το 2016. Ο δείκτης Μη Αποτελεσματικών Δανείων κυμαίνεται γύρω στο 3,0% . Δηλαδή είναι χαμηλός. Όμως ο δείκτης αυτός αντανακλά την συγκεκριμένη πραγματικότητα όπως αυτή καθορίζεται  σε κατάσταση συνεχούς πιστωτικής επέκτασης και της συνεχούς χορήγησης νέων δανείων τα οποία χρησιμοποιούνται και για την  αποπληρωμή των παλαιών.  Είναι εύκολα κατανοητό ότι στην περίπτωση μείωσης του ρυθμού της πιστωτικής επέκτασης ή αναγκαστικής σύσφιξης  των πιστωτικών κριτηρίων ,το ποσοστό των ΜΑΔ θα αυξηθεί και μάλιστα κανείς δεν γνωρίζει με ποιο ρυθμό.
Συνεχίζεται η αύξηση του δανεισμού των επιχειρήσεων, σε ξένο νόμισμα, καθιστώντας τις επιχειρήσεις ευάλωτες στις αλλαγές των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών. Η Τουρκία ετησίως χρειάζεται να αναχρηματοδοτεί υποχρεώσεις σε ξένο νόμισμα περίπου στο 25,0% του ΑΕΠ, (το ΑΕΠ ανέρχεται  περίπου σε 880 δις δολάρια), με συνεχώς  αυξανόμενο κόστος. Ένα μέρος του αυξανόμενου τραπεζικού δανεισμού χρηματοδοτείται από ξένο δανεισμό ο οποίος συνεχώς ανακυκλώνεται με μεγαλύτερη διάρκεια  ωρίμανσης.  Οι τράπεζες έχουν μεταφέρει μέρος  του συναλλαγματικού κινδύνου στις επιχειρήσεις και μέρος στους ξένους επενδυτές.
Παράλληλα , η συνεχής υποτίμηση του τουρκικού νομίσματος δυσκολεύει αφάνταστα τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην εγχώρια αγορά , να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις σε ξένα νομίσματα. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι οι τουρκικές  επιχειρήσεις έχουν υποχρεώσεις σε ξένο νόμισμα ύψους περίπου 336 δις δολαρίων. Αν από αυτές αφαιρεθούν τα στοιχεία του ενεργητικού που αυτές κατέχουν στο εξωτερικό , ύψους 114 δις δολαρίων οι καθαρές υποχρεώσεις του επιχειρηματικού τομέα ανέρχονται σε 222 δις δολάρια ή 40,0% του τουρκικού ΑΕΠ.