Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Η προοπτική της ελληνικής οικονομίας




Έχουμε πλέον ένα πρώτο αποτέλεσμα για το 2017, ότι αυξήθηκε το ΑΕΠ κατά 1,4%. Ποιος είναι ο πρώτο σχολιασμός σου;
Ναι, έχουμε πρώτη εικόνα, τα στοιχεία είναι προσωρινά, θα περιμένουμε έως τον Απρίλιο και τελικό – τελικό το καλοκαίρι. Ωστόσο, μπορούμε να διακρίνουμε και να κρίνουμε τους παράγοντες που καθόρισαν αυτό το αποτέλεσμα. Από τους θετικούς είναι, ασφαλώς, ότι οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου για πρώτη φορά αυξήθηκαν περίπου 28%. Οφείλεται στις επενδύσεις στις κατασκευές, στον τουρισμό, στις υποδομές κ.α. Από 20,5 δισ. το 2016 προσεγγίσαμε τα 22,6 το 2017. Το δεύτερο θετικό είναι ότι οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 5,3%. Θετικό ασφαλώς αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον κύριο μοχλό ανόδου της οικονομίας. Μοχλός είναι οι επενδύσεις και η κατανάλωση. Η ιδιωτική καταναλωτική δαπάνη, όμως, μειώθηκε κατά 0,3% και αυτό είναι το στενάχωρο του 2017 σε σχέση με το 2016 που ήταν + 0,3%. Αυτό πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις για το τι σημαίνει ακριβώς.
 Να το ερμηνεύσουμε, λοιπόν, να δούμε πού οφείλεται.
Πρέπει να το αναζητήσουμε στο γεγονός ότι το διαθέσιμο εισόδημα εξακολουθεί να μειώνεται, στην υψηλή φορολογία, στη συγκράτηση της δαπάνης από τους πολίτες είτε διότι έχουν εξαντλήσει τις αποταμιεύσεις τους – πάσης φύσεως – είτε διότι υπάρχουν ακόμη αβεβαιότητες. Βέβαια, όταν βγουν τα αναλυτικά στοιχεία θα δούμε πιο συγκεκριμένα και με ακρίβεια όλα αυτά. Η μείωση της καταναλωτικής δαπάνης, να σημειώσουμε, συνέβη παρά το ότι μειώθηκε αισθητά η ανεργία, δηλαδή περισσότεροι πολίτες μπορούσαν να καταναλώσουν. Εν τω μεταξύ η άνοδος του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη ήταν 2,3% το 2017, άρα συνεχίζεται η απόκλιση.
Τα κενά που υπάρχουν στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, προϊδεάζουν για τα τελικά στοιχεία του 2017, μετά τη διόρθωση;
Ναι, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα έχουμε διόρθωση προς τα κάτω, αλλά όπως συνάγεται από κάποια στοιχεία, προς τα πάνω, να πάμε στο 1,6% ίσως και παραπάνω.
 Με βάση όλα αυτά τι μπορούμε να προβλέψουμε για το 2018;
 Οι τάσεις του 2017 θα συνεχιστούν, το πιο πιθανό και το 2018, αλλά μην ξεχάσουμε την αρνητική επίδραση, σαφέστατα, της μεγάλης καθυστέρησης της δεύτερης αξιολόγησης το 2017. Το 2018 πολλά θα κριθούν από την τέταρτη αξιολόγηση, που η κυβέρνηση εργάζεται για να κλείσει γρήγορα, και κυρίως από το τι θα καθοριστεί για μετά τον Αύγουστο, το τέλος του προγράμματος, τι θα συμφωνηθεί για το χρέος. Αυτά θα επηρεάσουν και τις επενδύσεις αλλά και την ιδιωτική καταναλωτική δαπάνη, θα απελευθερώσει συμπεριφορές η αίσθηση ότι πάει πια, βγαίνουμε. Αλλά από την άλλη μεριά η ιδιωτική κατανάλωση αποτελεί το ζητούμενο. Υπάρχει πιθανότητα ότι θα συνεχίσει να συμπιέζεται καθώς δεν διακρίνονται στοιχεία που θα ωθούν στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Μην ξεχνάμε τον στόχο του 3,5% για πρωτογενές πλεόνασμα. Οι παράγοντες, λοιπόν, που θα επηρεάσουν είναι μεικτοί το 2018, έτος το οποίο είναι πολύ κρίσιμο.
 Σύμφωνοι, διότι θα κριθεί αν υπερβούμε αυτό, που καταγράφεται έως τώρα, την αργή οικονομική ανάκαμψη.
Όντως, αυτός είναι ο κίνδυνος της, όπως θα τη λέγαμε, αναπτυξιακής στασιμότητας που επιπλέον θα ανοίγει το χάσμα με την ΕΕ. Όσο περνά ο καιρός και η κυβέρνηση εφαρμόζει το πρόγραμμα, αποκτιέται μια μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τους ευρωπαίους εταίρους μας και τις αγορές, πες το όπως θέλεις, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να υπάρξει μια καλύτερη αντιμετώπιση και από τους επενδυτές αν δοθεί μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ελληνική διοίκηση, αν προχωρήσουν οι συμφωνημένες ιδιωτικοποιήσεις, αν σταθεροποιηθεί το τραπεζικό σύστημα, όλα αυτά τα πράγματα, τελικά, το 2018 μπορεί να αποδώσουν. Η διαδικασία, όμως, θα είναι αργή, δεν θα είναι γρήγορη. Παράλληλα θα πρέπει να αξιολογηθεί η μακροχρόνια σταθερότητα αυτού του δρόμου. Εδώ προφανώς υπάρχουν πληθώρα αντιρρήσεων. Πρόκειται για βάσιμες αντιρρήσεις που δεν επιτρέπουν αισιοδοξία και επιπλέον θέτουν μεγάλα ερωτηματικά για το υπόδειγμα λειτουργίας της οικονομίας το οποίο έχει σχεδιαστεί και στο οποίο οδηγείται η χώρα.

Εντωμεταξύ, οι διαπραγματεύσεις για το «μετά» έχουν αρχίσει. Οι δανειστές την ίδια ώρα που δίνουν εύσημα για την έως τώρα εξέλιξη, στο τραπέζι φέρνουν ποικιλία δεσμεύσεων.
Αυτό είναι μια τακτική από την πλευρά των δανειστών, το πρώτο εξάμηνο θα υπάρχει, για όλους, μια αυξημένη επιτήρηση. Αλλ’ επειδή η Ελλάδα, σε σχέση με τις άλλες χώρες που ήταν σε πρόγραμμα, έχει μεγάλο χρέος, έχει, τελικά, και πιο μεγάλα προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα, και επειδή το 2019 και το 2020 θα συνεχιστεί η δημοσιονομική προσαρμογή με τη μείωση του αφορολόγητου και της συνταξιοδοτικής δαπάνης, κάτι που δεν είχαν οι άλλες χώρες, αυτά προϋποθέτουν ότι θα υπάρξει υψηλότερη επιτήρηση. Δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει, είναι βέβαιο. Επομένως με βάση και τις πληροφορίες που υπάρχουν, ανάλογα με τα δημοσιονομικά αποτελέσματα που θα προκύψουν έως τον Μάιο θα επιχειρηθεί να μεταφερθεί  η μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης.
Το επιχείρημα θα είναι η μειωμένη ζήτηση;
 Το επιχείρημα θα είναι κυρίως ότι υλοποιούνται οι στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%, ότι τα δημοσιονομικά πάνε καλύτερα. Αυτό θα το δούμε τον Απρίλη. Ένα από τα 88 προαπαιτούμενα είναι η κατάρτιση νέου μεσοπρόθεσμου. Εκεί θα τα δούμε αυτά, θα πρέπει να γραφτούν όλα αυτά. Εκεί θα δούμε και τα αντίμετρα που προτείνει η κυβέρνηση, υπάρχει μια συνεργασία της κυβέρνησης.
 Ο Ρέγκλινγκ στη συνέντευξή του την Τετάρτη αναφέρθηκε κάπως συγκεκριμένα επ’ αυτού, μίλησε για «δυνατότητα μείωσης της φορολογίας» προσθέτοντας, βέβαια, «αν τα μέτρα που έχουν αποφασιστεί μέχρι τώρα, συμπεριλαμβανομένων αυτών για το 2019, εφαρμοστούν».
Αυτό το ανέφερε και ο Πρωθυπουργός μιλώντας στο συνέδριο της ΓΕΣΕΒΕ την Πέμπτη. Είπε ότι η φορολογία των επιχειρήσεων είναι πολύ υψηλή και θα επιχειρήσει μια μείωση. Όλα αυτά θα τα δούμε, επαναλαμβάνω, στο νέο μεσοπρόθεσμο. Πάντως είναι δύσκολο να δούμε στο άμεσο μέλλον θετικά αποτελέσματα.
 Να δούμε λίγο τις τράπεζες. Πού βρισκόμαστε τώρα; Όπως φαίνεται τα Stress tests περνούν.
Ναι περνούν, δεν θα απαιτηθεί νέα ανακεφαλαιοποίηση. Το θέμα, όμως, είναι ότι οι στόχοι που έχουν τεθεί για μείωση των κόκκινων δανείων μέσω πλειστηριασμών έως το τέλος του 2019, δεν νομίζω ότι είναι εύκολο να επιτευχθούν. Γι’ αυτό και όπως είδαμε ο κ. Γιάννης Στουρνάρας στην Έκθεσή του για την ελληνική οικονομία ανέφερε, για πρώτη φορά, ότι το 2019 θα χρειαστεί, ίσως, η δημιουργία μιας «κακής Τράπεζας», Bad Βank. Αυτό τι σηματοδοτεί όταν λέγεται από τον Κεντρικό τραπεζίτη; Ότι υπάρχουν σκέψεις ότι αυτό το ιδιωτικό χρέος που υπάρχει στις τράπεζες, τα κόκκινα δάνεια κτλ, δεν είναι δυνατό να μειωθεί ουσιαστικά με τον τρόπο που έχουν σχεδιάσει. Αυτό, νομίζω, είναι το συμπέρασμα. Αυτό σημαίνει ότι θα πάμε σε μια πρακτική μορφή, που έπρεπε να έχει γίνει από την αρχή, μια «κακή τράπεζα» που θα απορροφήσει ένα μέρος των κόκκινων δανείων ελαφρύνοντας από το βάρος τις τράπεζες αλλά και τις επιχειρήσεις. Αυτές που πραγματικά δεν μπορούν να πληρώσουν.
Αυτό όμως συνεπάγεται ότι πρέπει να μπει στη διαχείριση και το κράτος, βάζοντας χρήματα.
 Σαφέστατα, διότι κάποιος πρέπει να βάλει τα χρήματα κάτι που αποτελεί και ένα πρόβλημα. Αυτό, βέβαια, έπρεπε να έχει γίνει πολύ ενωρίτερα, από το 2012, παράλληλα με τη μείωση του δημόσιου χρέους. Σε άλλες χώρες, που είναι ασφαλώς καπιταλιστικές, το έκαναν αυτό με επιτυχία. Εδώ δεν επιλέχθηκε για διάφορους λόγους.
 Η κυβέρνηση δεν τοποθετήθηκε. Θα έπρεπε, κατά τη γνώμη σου, να το αντιμετωπίσει θετικά;
Ασφαλώς. Να το δει θετικά, χωρίς συζήτηση παρότι είναι αργά και έχουν υποστεί τεράστια κόστη, θα πρέπει να προχωρήσει η λύση αυτή. Και οι τράπεζες να μπορέσουν να παίξουν τον ρόλο τους και οι επιχειρήσεις που δεν μπορούν να πληρώσουν να αντιμετωπισθούν. Οι τράπεζες γνωρίζουν, ποιος μπορεί να πληρώσει και ποιος όχι. Να σβήσουν, λοιπόν, όσα δεν μπορούν να πληρωθούν και να ρίξουν το βάρος τους σ’ αυτούς που μπορούν να πληρώσουν.
 Από ό,τι αποδείχθηκε η πίεση μέσω των πλειστηριασμών κτλ οδήγησε στο Ταμείο ένα 30% και άρχισαν να πληρώνουν.
Αυτό αν θυμάσαι το τονίζαμε από παλιά, ότι ένα 30% - 35% μπορεί να πληρώσει και δεν πληρώνει. Υπήρχε μια ευθύνη εδώ χωρίς συζήτηση.