Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Το καθεστώς ελευθέρου εμπορίου και οι ανισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία


Για 80 χρόνια οι ΗΠΑ αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος στην εγκαθίδρυση του καθεστώτος του ελευθέρου εμπορίου και της μείωσης των δασμών (Γραφική παράσταση 1). Όλοι οι Πρόεδροι, ανεξαρτήτως παραταξιακής προέλευσης, άλλος περισσότερος , άλλος λιγότερος, υποστήριξαν τους κανόνες του ελευθέρου εμπορίου, παρότι κατά καιρούς υπογράφτηκαν διατάγματα που επέβαλλαν αύξηση δασμών στις εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων . Η τελευταία  περίπτωση ήταν  η επιβολή δασμών στο χάλυβα από τον Πρόεδρο George Bush στις 5  Μαρτίου 2002. Η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε το Δεκέμβριο του 2003 παρότι τα μέτρα είχαν ψηφιστεί να ισχύσουν μέχρι το τέλος του 2005. Το κόστος , όπως υπολογίσθηκε από την U.S. International Trade Commission (ITC), ήταν 110,0 εκατομμύρια δολάρια ((0.0011% του ΑΕΠ) υψηλότερο από το όφελος 65.6 εκατομμύρια δολάρια (0.0006% του ΑΕΠ).
Γραφική παράσταση 1.



Σημείωση : The "dutiable value" αντιπροσωπεύει, γενικά, την τελωνειακή αξία των εισαγόμενων  ξένων  εμπορευμάτων στις ΗΠΑ, οι οποίες υπόκεινται σε δασμολόγηση.
Είναι γνωστό ότι οι ΗΠΑ παρουσιάζουν έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών από το 1971 μέχρι και το 2017. Το μεγαλύτερο έλλειμμα εμφανίστηκε του 2005 ύψους -745,3 δις δολαρίων ή περίπου το 6,21% του ΑΕΠ (Γραφική παράσταση 2)


Γραφική παράσταση 2.
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ΗΠΑ (1970-2016)


Πηγή: FED
Υπό  το καθεστώς του ελεύθερου εμπορίου , οι ΗΠΑ, παρουσιάζουν σε απόλυτους αριθμούς το μεγαλύτερο έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στον πλανήτη, τα τελευταία 20 έτη. Το υψηλότερο έλλειμμα παρατηρήθηκε το 2005 , σε απόλυτους αριθμούς -745,3 δις δολάρια ή 6,21% του ΑΕΠ. Ακολούθησε μια σχετική βελτίωση όλα τα επόμενα έτη.  Το 2017 αυτό ανερχόταν σε -462 δισ. Δολάρια (Γραφική παράσταση 2).
Από την άλλη μεριά η Γερμανία παρουσίασε το 2017,πλεόνασμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ύψους 287 δις δολαρίων , ή 8,3% του ΑΕΠ αυξημένο έναντι του 2016, 7,8%. Το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας έχει στηριχτεί στις εταιρίες που εξάγουν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες στο εξωτερικό από αυτά που εισάγει η χώρα.  Ακολουθεί η Ιαπωνία με πλεόνασμα ύψους 175 δις δολαρίων και έπεται η Κίνα με πλεόνασμα 163 δις δολαρίων πάντα το έτος 2017. Όλα τα στοιχεία προέρχονται από το ΔΝΤ.
Τώρα , το 2017, οι ΗΠΑ παρουσίασαν  έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών με: Κίνα -375,3 δις δολάρια, Ιαπωνία – 136,6 δις δολάρια, Γερμανία -64,3 δις δολάρια (Γραφική παράσταση 3).




Γραφική παράσταση 3
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ΗΠΑ, Κίνας, Γερμανίας.


Πηγή: FED

Δηλαδή επί της ουσίας υπάρχουν τρεις πλεονασματικές οικονομίες  στο σύνολο των χωρών του πλανήτη και μια μεγάλη ελλειμματική οικονομία η οποία απορροφά αυτά τα πλεονάσματα, λειτουργώντας ως ατμομηχανή της μεγέθυνσης πρωταρχικά των συγκεκριμένων χωρών αλλά και των υπολοίπων χωρών του πλανήτη γενικότερα.   Αναμφισβήτητα  διαπιστώνεται μια ανισορροπία σε πλανητικό επίπεδο η οποία φαίνεται ότι δημιουργεί προβλήματα και προφανώς θα ήταν σωστό να αμβλυνθεί. Το τι φαίνεται ότι είναι ορθολογικό σωστό, με κριτήριο την άμβλυνση των ανισορροπιών της παγκόσμιας οικονομίας, γνωρίζουμε ότι δεν συνάδει με την οπτική των επιμέρους χωρών και του τρόπου που αντιμετωπίζουν η κάθε μια την δική τους εθνική οικονομία.
Για πενήντα χρόνια περίπου, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η οικονομία των ΗΠΑ λειτουργούσε ως ο βασικός παράγοντας αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης, απορροφώντας (εισάγοντας) σημαντικές ποσότητες εξαγωγών, αγαθών και υπηρεσιών από τον υπόλοιπο κόσμο, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της. Φυσικά, ήταν εύκολο να χρηματοδοτήσει το συγκεκριμένο έλλειμμα μέσω κεφαλαιακών εισροών (με έκδοση χρέους ή αυτόνομες), αλλά και έκδοση χρήματος , δεδομένου ότι ήταν και είναι η χώρα που κατέχει το βασικό αποθεματικό νόμισμα στον πλανήτη. Όμως, ταυτόχρονα με το γεγονός ότι οι ΗΠΑ επέβαλαν στον υπόλοιπο κόσμο, εν τοις πράγμασι, να πληρώνει για την εξάπλωση της εγχώριας οικονομίας τους, παράλληλα αυτή η εξάπλωση είχε θετικές επιδράσεις στη μεγέθυνση των οικονομιών του υπόλοιπου κόσμου.
Οι ΗΠΑ λειτούργησαν ως η πρωταρχική πηγή ζήτησης των μεγαλύτερων εξαγωγικών χωρών, επιτρέποντας σε αυτές να έχουν αυτά τα επιτεύγματα που τις οδήγησαν σε σταθερή και διαρκή μεγέθυνση των οικονομιών τους. Ειδικά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, ήταν η περίοδος συνεχών υψηλών ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ (Γραφική Παράσταση 2),  και ελλειμάτων στο εμπορικό ισοζύγιο (Γραφική Παράσταση 4) δημιουργώντας σημαντική ζήτηση στις υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη. Την περίοδο αυτή η Κίνα, η Γερμανία και δευτερευόντως η Ιαπωνία εκμεταλλεύτηκαν αυτή τη συγκυρία, με αποτέλεσμα να επωφεληθούν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Όμως υπήρξε και διάχυση στις υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη.
Γραφική παράσταση 4




Το πρόβλημα ήταν ότι οι χώρες προσπάθησαν να εξάγουν τον τρόπο μεγέθυνσής τους που εδραζόταν στο κίνητρο της εξωτερικής ζήτησης, κάτι το οποίο μπορεί να συμβεί εις βάρος των υπόλοιπων οικονομιών. Ένας καλύτερος και προτιμότερος δρόμος για την παγκόσμια μεγέθυνση θα ήταν αυτός που θα συμπεριλάμβανε, σε πρώτο επίπεδο, την εγχώρια εξάπλωση των οικονομιών κάθε χώρας. Αυτό, βεβαίως, θα απαιτούσε, όπως συνήθως λέγεται, έναν μεγαλύτερο διεθνή συντονισμό.
 Όμως παρά τα λεγόμενα, κανένας συντονισμός δεν βελτίωσε τις έντονες ανισορροπίες που διαπιστώνονται κυρίως μεταξύ των αναφερομένων μεγάλων οικονομιών. Το θεσμικό πλαίσιο του διεθνούς εμπορίου, με την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, φαίνεται ότι δεν βοηθά στην αναζήτηση λύσεων σε προβλήματα αυτού του είδους.
Παρά τα λεγόμενα του  Keynes το μακρινό 1936, (J.M. Keynes, “Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος”, Εκδόσεις Παπαζήσης, 2001, σ. 397-398):
«Ο πόλεμος έχει πολλές αιτίες. Οι δικτάτορες και οι όμοιοί τους, στους οποίους ο πόλεμος, τουλάχιστον ως προσδοκία, προσφέρει μια ευχάριστη συγκίνηση, βρίσκουν εύκολο να οικοδομούν στη φυσική φιλοπόλεμη διάθεση των λαών τους. Όμως, πέρα και πάνω από αυτό, που απλώς τους διευκολύνει να υποκινούν τη λαϊκή φλόγα, βρίσκονται οι οικονομικές αιτίες του πολέμου, δηλαδή η πληθυσμιακή πίεση και ο ανταγωνισμός για αγορές. Είναι ο δεύτερος παράγοντας, ο οποίος, πιθανώς, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον 19ο αιώνα και ίσως να ξαναπαίξει παρόμοιο ρόλο στο μέλλον.
Στο σύστημα του εγχώριου laissez - faire και με διεθνή κανόνα χρυσού, όπως ήταν η Ορθοδοξία στο δεύτερο μισό του 19oυ αιώνα, το κράτος δεν διέθετε άλλα μέσα για να αμβλύνει την οικονομική δυσπραγία στο εσωτερικό, παρά μόνο τον ανταγωνισμό για τις αγορές. Όλα τα επιβοηθητικά μέτρα που είχε στη διάθεσή του το κράτος για τη χρόνια ή διαλείπουσα υποαπασχόληση διαγράφηκαν, εκτός από εκείνα που στόχευαν στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου...
Αν, όμως, τα κράτη μπορούν να μαθαίνουν να εξασφαλίζουν πλήρη απασχόληση για τον εαυτό τους, με την εσωτερική τους πολιτική, δεν χρειάζονται σημαντικές οικονομικές δυνάμεις για να στρέφουν το συμφέρον μιας χώρας ενάντια στο συμφέρον των γειτόνων της. Θα υπήρχε ακόμη χώρος για τον διεθνή δανεισμό σε κατάλληλες συνθήκες. Δεν θα υπήρχε πλέον πιεστικό κίνητρο ώστε μια χώρα να χρειάζεται να επιβάλει τα εμπορεύματά της σε μια άλλη ή να αποκρούσει τις προσφορές των γειτόνων της, όχι επειδή κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο για να την καταστήσει ικανή να πληρώσει ό,τι επιθυμεί να αγοράσει, αλλά με ρητό σκοπό να ανατρέψει την ισορροπία των πληρωμών, έτσι ώστε να αναπτύξει ένα ευνοϊκό γι’ αυτήν εμπορικό ισοζύγιο. Το διεθνές εμπόριο θα έπαυε να είναι αυτό που είναι, δηλαδή μέσο απελπισίας για τη διατήρηση της εγχώριας απασχόλησης, με την επιβολή πωλήσεων σε αλλοδαπές αγορές και τον περιορισμό των αγορών - πράγμα που, αν στεφόταν από επιτυχία, απλώς θα μετατόπιζε το πρόβλημα της ανεργίας στον γείτονα, που θα είχε ηττηθεί - και θα μετατρεπόταν σε εκούσια και ανεμπόδιστη ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών σε συνθήκες αμοιβαίου οφέλους», οι εξελίξεις κινούνται στον αντίποδα αυτών των σχέσεων.
Οι παραπάνω αντιλήψεις, οι οποίες αποτελούν έναν συγκεκριμένο κανόνα δράσης μεταξύ των χωρών, δεν έχουν τη θέση που τους αρμόζει στον σημερινό κόσμο. Η ανταγωνιστικότητα, με τον τρόπο που προβάλλεται πανταχόθεν σήμερα, και κυρίως από τα παγκόσμια ΜΜΕ, έχει καταντήσει να ταυτίζεται ως έννοια με τον αγώνα επιβίωσης των άγριων ζώων στη ζούγκλα. Οι πολιτικές ηγεσίες των χωρών, όπως επανειλημμένα στο παρελθόν, αλλά και σήμερα, βρίσκουν εύκολο να οικοδομούν στη φυσική φιλοπόλεμη διάθεση των λαών τους.
Το ερώτημα επομένως είναι το πώς αμβλύνονται αυτές οι ανισορροπίες που ταλανίζουν την παγκόσμια οικονομία. Οι κινήσεις Τραμπ όπως αυτές διατυπώθηκαν είναι βέβαιο ότι δεν οδηγούν σε λύση του ελλειμματικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ. Ανεξαρτήτως της θεωρητικής ορθότητας ή όχι , ποσοτικά αφορούν μόνο στο 2,0% (περίπου 46 δις δολάρια) των συνολικών εισαγωγών των ΗΠΑ. Η αδυναμία επίλυσης του προβλήματος θα φανεί σύντομα. Όμως, το ζήτημα είναι η συνέχεια: πως θα αντιδράσει ο Τραμπ αντιμέτωπος με αυτή την αποτυχία; Θα επεκτείνει τους δασμούς και σε άλλα προϊόντα ; Και πως θα αντιδράσουν οι πλεονασματικές χώρες όταν θα έρθουν αντιμέτωπες με αυτές τις απειλές; Μη ξεχνάμε ότι τα μέτρα που εξάγγειλε ο Τραμπ κατευθύνονται σε «φιλικές» γεωπολιτικά και ιδεολογικά χώρες : στις χώρες της Δύσης (ΕΕ, Ιαπωνία, Ν. Κορέα). Η μόνη «εχθρική» χώρα είναι η Κίνα , αλλά η αξία των εξαγωγών της σε χάλυβα και αλουμίνιο στις ΗΠΑ, ανέρχεται  μόλις σε 2,8 δις δολάρια, που αντιπροσωπεύει μόλις το 6,0% των αντίστοιχων συνολικών εισαγωγών.
Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ είναι ο ηγέτης της Δύσης τα πράγματα μπορούν να περιπλακούν. Σαφέστατα οι Γερμανοί θα πρέπει να μειώσουν το τρομακτικό πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Όμως αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την αύξηση της εγχώριας ζήτησης του και την σταδιακή βελτίωση των μισθών των εργαζομένων. Κάτι που δεν διακρίνεται στο άμεσο μέλλον.