Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Η οικονομική κατάσταση της ΠΓΔΜ


Η οικονομική κατάσταση της ΠΓΔΜ



Η οικονομική κατάσταση της γειτονικής χώρας, σε μια πρώτη ανάγνωση, μπορεί να δοθεί από την παρουσίαση των βασικών δεικτών όπως αυτοί παρουσιάζονται στο Πίνακα 1.
Πρόκειται για μια μικρή οικονομία , της οποίας το ΑΕΠ ανέρχεται σε περίπου 10 δις ευρώ. Το κατά κεφαλή εισόδημα ανέρχεται σε 4755 ευρώ ετησίως.
Η σύνθεση του ΑΕΠ ανά τομέα είναι η ακόλουθη:
Αγροτικός τομέας  10,0% , Μεταποίηση 30,0%, Υπηρεσίες 60,0%.



Πίνακας 1.






Στον προσδιορισμό του ΑΕΠ η ποσοστιαία συμμετοχή των επιμέρους συνιστωσών για το 2017  είναι η ακόλουθη:
Πίνακας 2
Ιδιωτική κατανάλωση
65,6
Δημόσια κατανάλωση
15,6
ΑΣΠΚ


13,6
Αποθέματα

20,2
Εξαγωγές

54
Εισαγωγές

69
Πηγή: ΚΤ ΠΓΔΜ

Οικονομικά ενεργός πληθυσμός : 950000. Συνολικός πληθυσμός:2073272 κάτοικοι.
Οικονομικά ενεργός πληθυσμός ανά απασχόληση : αγροτικός τομέας 16,6%, μεταποίηση 29,6%, υπηρεσίες 53,8%.
Το ποσοστό ανεργίας είναι πολύ υψηλό : 23,0% (2017).Στην ΠΓΔΜ το ποσοστό ανεργίας στους νέους (ηλικίες 15-24), παρά τη μείωση των τελευταίων τριμήνων, παραμένει στο επίπεδο του 47% (β’ τρίμηνο 2017).
Τα κύρια  παραγόμενα προϊόντα είναι:
Αγροτικά προϊόντα : καπνός, σταφύλια, λαχανικά, φρούτα, γάλα, αυγά.
Βιομηχανικά προϊόντα : τρόφιμα, ποτά, υφάσματα, χημικά, σίδερο, ατσάλι, τσιμέντο, ενέργεια.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας είναι ελάχιστα ελλειμματικό (2017: 1,9% του ΑΕΠ). Αυτό οφείλεται στο έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών.
Σε απόλυτους αριθμούς το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ανέρχεται σε 261 εκ δολάρια ΗΠΑ(2017). Οι εξαγωγές σε 4,276 δις δολάρια ΗΠΑ (2017). Οι κύριες χώρες στις οποίες εξάγει είναι: Γερμανία 49,0%, Κόσοβο 13,5%, Σερβία 7,7%, Βουλγαρία 4,5% (2016). Οι εισαγωγές της ανέρχονται σε 5,805 δις δολάρια ΗΠΑ (2017). Οι κύριες χώρες από τις οποίες εισάγει είναι: Γερμανία 12,2%, ΗΒ 10,7%, Σερβία 7,9%, Ελλάδα 7,3%, Κίνα 6,2%, Ιταλία 5,6%, Τουρκία 5,1%, Βουλγαρία 4,6% (2016).
Το 2016 η Ελλάδα ήταν ο 4ος σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της ΠΓΔΜ μετά από τη Γερμανία, τη Βρετανία και τη Σερβία, με μερίδιο 5,73% (από 6,1% το 2015) επί του συνόλου των εμπορικών συναλλαγών της. Η αξία του διμερούς όγκου εμπορίου ανήλθε σε 597,4 εκατ. ευρώ. Τα κυριότερα προϊόντα που εξάγει η Ελλάδα στην ΠΓΔΜ είναι πετρελαιοειδή, σίδηρος, χάλυβας και προϊόντα αυτών, κλωστοϋφαντουργικά, πλαστικές ύλες, φρούτα – λαχανικά και παρασκευάσματα αυτών και μηχανήματα.
Αντίστροφα, οι ελληνικές εισαγωγές από την ΠΓΔΜ αφορούν, κυρίως, σε σίδηρο και χάλυβα, ενδύματα και καπνά. Σύμφωνα  με το ελληνικό ΥΠΕΞ, η διαμετακόμιση της ΠΓΔΜ εξαρτάται σχεδόν εξολοκλήρου από τη Θεσσαλονίκη. Αναφέρουμε τις μεγάλες επιχειρήσεις της ΠΓΔΜ που χρησιμοποιούν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης : βιομηχανία νικελίου FENI ( ανήκει στην πολυεθνική Cunico με έδρα το Άμστερντααμ), η χαλυβουργία Μakstil  (ανήκει στον όμιλο της Duferco) αλλά και η μεταλλουργία IGM.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το εμπόριο μεταξύ Ελλάδας και πΓΔΜ για το 2016 ανήλθε σε 797 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 6,9% σε σχέση με το 2015. Οι εξαγωγές της Ελλάδας στην πΓΔΜ το 2016 ανήλθαν σε 566 εκατ. ευρώ έναντι 586 εκατ. ευρώ το 2015, παρουσιάζοντας μείωση κατά 3% σε ετήσια βάση, ενώ αντίστοιχα οι εισαγωγές της Ελλάδας από την πΓΔΜ το 2016 ανήλθαν σε 221 εκατ. ευρώ έναντι 229 εκατ. ευρώ το 2015, παρουσιάζοντας μείωση κατά 4%. Στο δεκάμηνο Ιανουαρίου Οκτωβρίου 2017, καταγράφηκε βελτίωση με αύξηση των ελληνικών εξαγωγών κατά 13%, στα 522 εκατ. ευρώ, σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα που προηγουμένου έτους. Οι εισαγωγές από την πΓΔΜ διατηρήθηκαν αμετάβλητες στο ποσό των 187 εκατ. ευρώ για το εξεταζόμενο διάστημα.
Τα συναλλαγματικά της αποθέματα και ο χρυσός ανέρχονται σε 2,794 δις δολάρια ΗΠΑ (2017).
Η ισοτιμία του εγχωρίου νομίσματος (μακεδονικό δηνάριο) από το 2000 έχει «αγκιστρωθεί» με το ευρώ και κυμαίνεται  γύρω από την κεντρική ισοτιμία των 61 δηναρίων προς ένα ευρώ. Στα τέλη του Ιανουαρίου 2018 βρίσκεται στα 61,5 δηνάρια προς ένα ευρώ.
Οι σωρευτικές Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (απόθεμα) ανέρχονται σε 7,15 δις δολάρια ΗΠΑ (31.12.2017).
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το ύψος του επενδυμένου ελληνικού κεφαλαίου την περίοδο 1997-2015 (στοιχεία Κεντρικής Τράπεζας ΠΓΔΜ) ανέρχεται σε 477,3 εκατ. ευρώ, ή 10,8% επί του συνόλου. Σήμερα, στην ΠΓΔΜ δραστηριοποιούνται περίπου 200 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων, εκτιμάται όμως ότι υπάρχουν πολλές περισσότερες. Σημαντική είναι επίσης η παρουσία μεγάλων ελληνικών κατασκευαστικών επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν αναλάβει έργα υποδομών, με διεθνείς διαγωνισμούς. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 3η θέση, μεταξύ των χωρών προέλευσης Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) στην ΠΓΔΜ, σε επίπεδο συσσωρευμένων επενδύσεων από το 1997, με κατεύθυνση κυρίως τους κλάδους των τραπεζών, των πετρελαιοειδών, της μεταποίησης (ιδιαίτερα της κλωστοϋφαντουργίας), της εξόρυξης και των λατομείων, του εμπορίου τροφίμων/ποτών και της αγροτικής παραγωγής.  Στο εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2017 οι άμεσες ξένες επενδύσεις, γενικότερα κινήθηκαν έντονα πτωτικά, μόλις 45,65 εκατ. ευρώ, έναντι 219,66 εκατ. ευρώ το 9μηνο του 2016. Στο εξεταζόμενο διάστημα η Ελλάδα επένδυσε στη ΠΓΔΜ 3,33 εκατ. ευρώ, ποσό που την κατέταξε στην 7η θέση στις Α.Ξ.Ε. (πρώτη ήταν η Αυστρία με 23,63 εκ).
Μεγάλοι ελληνικοί όμιλοι είναι παρόντες στην ΠΓΔΜ, όπως τα ΕΛΠΕ μέσω της ΟΚΤΑ, ο Τιτάνας μέσω της Cementarnica, η ΕΤΕ μέσω της Stopanska Banka, στο λιανεμπόριο η Veropoulos, η ΣΙΔΕΝΟΡ με τη Dojran Steel, η Παυλίδης Μάρμαρα με τη Mermeren Kombinat, ο όμιλος Σαράντη στον κλάδο καλλυντικών, αλλά και ο ΑΚΤΩΡ, ενώ πριν περάσει ο ΟΤΕ στη γερμανική D.T., είχε και αυτός σημαντική παρουσία στη γειτονική χώρα.
Το συνολικό (δημόσιο και ιδιωτικό) εξωτερικό χρέος της χώρας ανήλθε , το 2017, στο 71,8% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος ανήλθε αντίστοιχα στο 47,1% του ΑΕΠ.
Το δημοσιονομικό της έλλειμμα βρίσκεται στο 3,0% του ΑΕΠ (2017).
Παρουσιάζει υψηλές ακαθάριστες επενδύσεις ,ως % του ΑΕΠ, 33,2% του ΑΕΠ, οι οποίες χρηματοδοτούνται σχεδόν συνολικά από την εγχώρια αποταμίευση , 31,3% του ΑΕΠ.
Το 2017, ο ελάχιστος μισθός ήταν 239,7 ευρώ το μήνα ή 2876 ευρώ τον χρόνο (12 μήνες). Αντιστοίχως ο μέσος ακαθάριστος μηνιαίος μισθός ανέρχεται στις αρχές του 2018 σε 34079 «μακεδονικά» δηνάρια ή περίπου σε 554 ευρώ.



Η πλειονότητα των τραπεζικών ιδρυμάτων της χώρας (όπως άλλωστε και όλων των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων), αποτελούν θυγατρικές επιχειρήσεις χρηματοπιστωτικών ομίλων της Αυστρίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας και, σε μικρότερο πλέον βαθμό, της Ελλάδος. Μετά την κρίση, την πρώτη περίοδο 2010-2014, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ανεπτυγμένων γειτονικών προς τη ΝΑ Ευρώπη οικονομιών―μητρικά των τραπεζικών ιδρυμάτων της ΝΑ Ευρώπης― βρέθηκαν τα ίδια σε στενότητα ρευστότητας και άντλησης κεφαλαίων, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να υλοποιήσουν μέτρα “εκτάκτου ανάγκης” που συμπεριλάμβαναν στρατηγικές απομόχλευσης και μείωσης των περιφερειακών τους θέσεων. Επίσης, ανασχετικό ρόλο στην εγχώρια χρηματοπιστωτική λειτουργία διαδραμάτισε ο υψηλός αριθμός μη εξυπηρετούμενων δανείων που συσσωρεύθηκε στη διάρκεια της κρίσης. Σταδιακά, μετά το 2014 οι χώρες της ΝΑ Ευρώπης ξεπερνούν το φαινόμενο της ανάπτυξης χωρίς ή με αναιμικό τραπεζικό δανεισμό (creditless growth). Στις χώρες των δυτικών Βαλκανίων (πλην της Αλβανίας), η τάση ανάκαμψης της πιστωτικής επέκτασης, με έμφαση στην καταναλωτική πίστη, ξεκίνησε το 2015, συνεχίστηκε το 2016 και φαίνεται να εδραιώνεται το 2017.
Ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΠΓΔΜ ανέρχεται σε  15,8% (β’ τρίμηνο 2017), ενώ τα δάνεια σε καθυστέρηση , την ίδια περίοδο, στο 6,7%.


Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Περί καθαρής εξόδου.

Περί καθαρής εξόδου.
Αφήνοντας  κατά μέρος τις γνωστές ρητορείες των πολιτικών κομμάτων που απλά το καθένα από αυτά  διατυπώνει,  με σκόπιμη υπερβολή,  και με μοναδικό σκοπό  να θιγούν τα υπόλοιπα, ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τι σημαίνει , εν τοις πράγμασι,   αυτό  που στο δημόσιο διάλογο ονομάστηκε  «καθαρή έξοδος». Συγκεκριμένα:
1.        Σύμφωνα με ό,τι ισχύει στην ΕΕ, μια χώρα βρίσκεται κάτω από αυστηρή επιτήρηση ώσπου να εξοφλήσει το 75% του δημόσιου χρέους που έχει δοθεί από τα κράτη μέλη της ευρωζώνης (δάνεια EFSF και ESM) . Σήμερα αυτό ανέρχεται περίπου σε 240 δις ευρώ (χωρίς την ανακεφαλαιοποίηση των τόκων της χαριστικής περιόδου).  Το πώς θα πραγματοποιηθεί αυτού του είδους η επιτήρηση σαφώς έχει σχέση με τον τρόπο που θα διευθετηθεί το ελληνικό δημόσιο χρέος. Η απαίτηση για πρωτογενή πλεονάσματα (3,5% του ΑΕΠ  μέχρι το 2022 και κοντά στο 2,2-2,4%  του ΑΕΠ για αρκετά έτη στη συνέχεια) αποτελεί σίγουρα βασική μορφή επιτήρησης. Όμως η απαίτηση αυτή βρίσκεται πάντα υπό την αίρεση του τρόπου που μια κυβέρνηση θα επιδιώξει να τα επιτύχει μετά το 2022. Συνεπώς δεν γνωρίζουμε ακόμη αν η απαίτηση για επίτευξη αυτών των πλεονασμάτων θα πραγματοποιηθεί δίνοντας βαθμούς ελευθερίας στη κυβέρνηση να επιλέξει τα μέσα και τους τρόπους ή θα τις επιβληθούν συγκεκριμένα μέσα και τρόποι.
2.       Η Ελλάδα έχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις μέχρι το 2022. Θα πρέπει να επιτύχει εκτός των πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% και μείωση των κρατικών δαπανών ύψους 2,0% η οποία θα πρέπει να προέλθει από την μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης (1,0% του ΑΕΠ το 2019) και της μείωσης του αφορολόγητου (1,0% του ΑΕΠ το 2020).
3.       Η Ελλάδα, με απλά λόγια έχει πρόβλημα χρέους, γεγονός που επιβάλλει διαφορετική αντιμετώπιση από τους δανειστές σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες που εξήλθαν από τα αντίστοιχα Μνημόνια. Σε αυτόν το λόγο συνίσταται η αυστηρή εποπτεία της χώρας, η οποία, πιθανότατα θα γίνεται με διαδικασίες tailor made ειδικά για την Ελλάδα, μέσω μιας υπό όρους σταδιακής εφαρμογής της ρύθμισης του δημοσίου χρέους. Σχεδιάζεται να γίνει με προϋποθέσεις, τη διατήρηση όσων μεταρρυθμίσεων έχουν γίνει, την υλοποίηση ενός μακρόχρονου μεταρρυθμιστικού προγράμματος που θα το καταρτισθεί σε συνεννόηση  με τους δανειστές και τη συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
4.        Εφόσον, λοιπόν, η επιτήρηση, όπως περιγράψαμε παραπάνω είναι δεδομένη, αλλά για την ώρα λείπουν οι λεπτομέρειες, η καθαρή έξοδος περιορίζεται στο να μπορέσει η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει τις μελλοντικές της υποχρεώσεις  μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών χωρίς την ύπαρξη πχ. προληπτικής πιστοληπτικής γραμμής (που επιβάλλει νέους όρους και απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη των κοινοβουλίων των δανειστών) .  Δεν γνωρίζουμε αν θα της προταθεί,( προτάθηκε μέχρι τώρα από την ΕΚΤ)  παρότι κάτι τέτοιο προτάθηκε  στις υπόλοιπες χώρες (Πορτογαλία και Κύπρο) που εξήλθαν από τα αντίστοιχα μνημόνια. Όμως ήδη γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει πολιτική βούληση για κάτι τέτοιο από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης, δια στόματος πρωθυπουργού, επομένως δεν υπάρχει θέμα συζήτησης, όπως άλλωστε συνέβη και στις δύο προαναφερόμενες  χώρες: και οι δύο αρνήθηκαν την πρόταση για προληπτική γραμμή.
5.       Επομένως τα βασικά ερωτήματα συνίστανται στην ανάδειξη ,κατ’ αρχάς, των προβλημάτων που θα ανακύψουν από την χρηματοδότηση των υποχρεώσεων μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αυτά , (απλά τα περιγράφουμε) είναι:
6.       Η τιμολόγηση εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών αγορών του κόστους δανεισμού των νέων εκδόσεων χρέους της Ελλάδος. Αρνητική συμβολή  η μη ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, δεδομένου ότι βρίσκονται σε μη επιλέξιμη  βαθμίδα πιστοληπτικής ικανότητας,( έξι βαθμίδες κάτω από την απαιτούμενη). Σημειωτέο, η Πορτογαλία είχε αξιολόγηση επενδυτικής βαθμίδας (από τον οίκο Dbrs) από τις 24.05.2014 και εντάχθηκε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης με σημαντικότατη μείωση του κόστους δανεισμού. Η Κύπρος πέρασε από τον κύκλο. Πρόλαβε με ενεργό το πρόγραμμα στήριξης να δει την αγορά ομολόγων της από την ΕΚΤ στο πλαίσιο του Προγράμματος Ποσοτικής Χαλάρωσης – με την έξοδο από το μνημόνιο, τα χρεόγραφά της αποκλείσθηκαν!   Σύμφωνα με τις υπάρχουσες αναλύσεις η Ελλάδα χρειάζεται , με την προϋπόθεση να συνεχισθεί η κανονικότητα, περίπου 24-36 μήνες για να αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα από τους οίκους αξιολόγησης. Βεβαίως μέχρι το 2022, οι χρηματοδοτικές ανάγκες είναι περιορισμένες και τα διαπραγματεύσιμα ελληνικά ομόλογα αποτελούν μικρό ποσοστό του συνολικού χρέους.
7.       Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα να αντιμετωπίσει το τραπεζικό σύστημα. Ως γνωστό, η ΕΚΤ αποδέχεται μόνον χρεόγραφα αξιολογημένα ως «επενδύσιμα». Εξαίρεση αποτελούν οι χώρες που ακολουθούν πρόγραμμα στήριξης. Χωρίς πιστοληπτική διαβάθμιση και χωρίς πρόγραμμα στήριξης, οι ελληνικές τράπεζες δεν θα έχουν πρόσβαση στη φθηνή ρευστότητα της ΕΚΤ και πρέπει να στραφούν στις αγορές ή στον ELA – αμφότερα πολύ ακριβότερα. Υπάρχει εξαιρετικό ενδιαφέρον το πώς θα διαμορφωθεί στο προσεχές μέλλον το τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα. Είναι εμφανής  ο κίνδυνος να περάσει συνολικά  ο έλεγχός του στα ξένα funds παρότι η διάσωσή τους έγινε με χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων  επιβαρύνοντας το δημόσιο χρέος.
8.       Αντί για νέα πιστοληπτική γραμμή, έχει συμφωνηθεί (ήδη από τον περασμένο Ιούνιο) να μας δοθούν 9 δισ. ευρώ εκ των προτέρων, από τα αδιάθετα κεφάλαια του τρίτου μνημονίου, που μαζί με τα 6-7 δισ. που αναμένεται να αντλήσουμε από τις αγορές το πρώτο εξάμηνο φέτος, θα αποτελέσουν έναν «κουμπαρά», ένα μαξιλάρι ασφαλείας 16 δισ., που καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες μας έως τέλος 2019, για κάθε ενδεχόμενο.
9.       Η αντιπολίτευση, αντί να καταγγέλλει το ψευδεπίγραφο της καθαρής εξόδου, σύμφωνα με τις δικές της προσλαμβάνουσες, πρέπει να επικεντρωθεί και να αναδείξει τις σίγουρες επιπτώσεις αλλά και τις πιθανές αρνητικές συνέπειες. Μάλιστα θα πρέπει να πει τι προτείνει αντί της συγκεκριμένης κυβερνητικής επιλογής. Να δεχθεί , πχ αν μας προταθεί, προληπτική πιστοληπτική γραμμή ή κάτι άλλο; Αυτό είναι το κύριο αντεπιχείρημα , όπως έχει επιχειρηματολογήσει στο πρόσφατο παρελθόν πρωτοκλασάτος υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά;  
10.   Η ημερολογιακή λήξη του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής δεν συνεπάγεται ούτε τη λήξη της δημοσιονομικής προσαρμογής ,ούτε την αποκατάσταση της κανονικότητας στη λειτουργία της οικονομίας που είναι ενταγμένη στην ΕΕ. Τα οικονομικά προβλήματα που έχουν συσσωρευθεί απαιτούν προκειμένου να είναι διαχειρίσιμα  να συνειδητοποιηθούν από τους κυβερνώντας και τους αντιπολιτευόμενους. Διαφορετικά πάλι στο άμεσο μέλλον θα ομιλούν περί αυταπάτης οι πρώτοι και περί απάτης οι δεύτεροι. Εν τω μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει.