Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Ο Μ. Draghi της ΕΚΤ εμμέσως πλην σαφώς υποδεικνύει ότι η Ελλάδα θα πρέπει να σκεφθεί με μεγάλη προσοχή εάν πρέπει να βγει από το μνημόνιο.



Τη θέση ότι είναι στο χέρι της ελληνικής κυβέρνησης αν θα χρειαστεί τέταρτο πρόγραμμα εξέφρασε την Πέμπτη  14.12.2017 ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, στο πλαίσιο συνέντευξής Τύπου. Τι άραγε ώθησε τον Μάριο Ντράγκι να εκφρασθεί με αυτόν τον τρόπο , όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και ο ESM υποστηρίζουν ότι όλα βαίνουν καλώς και η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί 4ο πρόγραμμα;
Νομίζω ότι χρειάζεται να σκεφτούμε προσεκτικότερα αυτό που εννοούσε ο Ντράγκι και το οποίο αφορά στο  πεδίο της άμεσης εποπτείας του: τη σημερινή και μελλοντική κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Χωρίς να είμαστε στο μυαλό του Μάριο Ντράγκι μπορούμε να κατανοήσουμε ότι ο προβληματισμός του συνίσταται σε δύο βασικά σημεία:
Το πρώτο : όπως είναι γνωστό η ύπαρξη του 3ου προγράμματος επιτρέπει (σύμφωνα με το ερμηνεία του καταστατικού της ΕΚΤ) στα ελληνικά ομόλογα να γίνονται αποδεκτά από την ΕΚΤ και να τροφοδοτείται με αυτό τον τρόπο  το ελληνικό τραπεζικό με χαμηλού  κόστους ρευστότητα (σχεδόν μηδενική). Αυτό συμβαίνει επειδή ο επενδυτικός βαθμός των ελληνικών ομολόγων από τους  διεθνείς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης, είναι εκτός των πλαισίων αποδοχής από την ΕΚΤ.  Η Ελλάδα διαθέτει ομόλογα υψηλού ρίσκου και η χώρα δεν διαθέτει βαθμολογία πιστοληπτικής ικανότητας  πάνω από ΒΒΒ-.
 Επομένως με τη λήξη του παρόντος προγράμματος στήριξης και χωρίς την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας οι ελληνικές τράπεζες δεν θα μπορούν να δανειστούν  απευθείας από το ευρωσύστημα.
 Η ύπαρξη του μνημονίου ή τρίτου προγράμματος στήριξης επιλύει το πρόβλημα της πιστοληπτικής ανεπάρκειας της χώρας. Τώρα παρά τις θετικές εξελίξεις, οι οποίες καταγράφονται στην τρέχουσα περίοδο, στην αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, ειδικά με τα την εφαρμογή του  γνωστού swap, δεν διακρίνεται στον ορίζοντα αναβάθμιση του αξιόχρεου των ελληνικών ομολόγων σε επίπεδο που θα επιτρέπει την χρησιμοποίησή τους ως εγγύηση στην ΕΚΤ για παροχή ρευστότητας χαμηλού κόστους.
Αυτό σημαίνει, ότι στην περίπτωση αυτή και με τα σημερινά στοιχεία  θα πρέπει η προερχόμενη ρευστότητα κατευθείαν από την  ΕΚΤ (περίπου 13 δις ευρώ ) να επανέλθει στον ELA με πολύ υψηλότερο κόστος (περίπου 2,55% ). Παράλληλα αυτή η εξέλιξη θα επιβαρύνει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών προς τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά προϊόντα.
Το δεύτερο σημείο συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με το πρώτο. Η μη ύπαρξη προγράμματος στήριξης ουσιαστικά καθιστά τις χρηματοπιστωτικές αγορές ελεγκτή της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και κατά συνέπεια και του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ως προς τη ρευστότητά του. Ο κίνδυνος να αφεθεί η χώρα στις ορέξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών είναι σημαντικός. Μάλιστα αν ληφθούν υπόψη οι μελλοντικές εξελίξεις στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου με την επερχόμενη αλλαγή της νομισματικής πολιτικής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ και της ΜΒ , αλλά και τον περιορισμό της πιστωτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ , αλλά και τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα με τα μη αποτελεσματικά δάνεια.
Η Δ’ αξιολόγηση αποτελεί κομβικό σημείο των μελλοντικών εξελίξεων για πλείστα όσα θέματα. Για το θέμα που μας απασχολεί στο παρόν άρθρο η σημασία έγκειται στο πως θα χρησιμοποιηθούν τα περίπου 25 δις ευρώ που υπολογίζεται ότι θα απομείνουν μετά τις δόσεις της Γ’ και Δ’ αξιολόγησης.  Το χειρότερο σενάριο είναι αυτό να επιστραφούν στον ESM και επομένως να μην υπάρχουν πόροι για πιθανή χρησιμοποίησή τους σε περίπτωση ανάγκης ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού συστήματος. Το καλύτερο σενάριο είναι μέρος αυτών των κεφαλαίων να αποτελέσει ένα μαξιλάρι για πιθανή χρησιμοποίησή του σε περίπτωση ανάγκης του τραπεζικού συστήματος. Επομένως χρειάζεται να περιμένουμε για να δούμε ποιες πραγματικά θα είναι οι ελελίξεις.