Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Το 2018 έρχεται.





Για το 2018 οι προβλέψεις των μακροοικονομικών μεγεθών είναι οι ακόλουθες :
Οι προβλέψεις διεθνών και εγχώριων φορέων για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ συγκλίνουν στην πρόβλεψη ενός ρυθμού της τάξης του 2% και άνω, με ανώτατο όριο το 2,6%.
Η διαφοροποίηση των ανωτέρω σεναρίων δεν μπορεί παρά να σχετίζεται  με διαφορετική αξιολόγηση των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται η ελληνική οικονομικά, όπως και των παραγόντων εκείνων που η επίδρασή τους κρίνεται ως θετική.
Υπάρχουν κίνδυνοι που μπορούν να προέλθουν από την  αβεβαιότητα για την έκβαση της διαδικασίας αποχώρησης της Μ. Βρετανίας από την ΕΕ, καθώς και η ενίσχυση των πολιτικών προστατευτισμού στις ΗΠΑ. Επίσης σοβαρός κίνδυνος μπορεί να προέλθει από την  μεταβλητότητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού τομέα και τις επιλογές του προέδρου Τραμπ ως προς το ρυθμιστικό και ελεγκτικό πλαίσιο κάτι που συνιστά έναν ακόμα διεθνή παράγοντα επισφάλειας, αλλά και την αναμενόμενη σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής (FED)
Στους εγχώριους παράγοντες το κυριότερο πρόβλημα είναι  η διευθέτηση του ζητήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζικών ιδρυμάτων και γενικότερα η κατάσταση των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών.
Σημειώνω με έμφαση : χωρίς την εκτίμηση των διεθνών παραγόντων ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι υγιές ( χωρίς εξειδίκευση για την ώρα) δεν πρόκειται να τελειώσει το πρόγραμμα. Οι ρητές παρεμβάσεις του Μ Ντράγκι , καθώς και η επίσπευση της διαδικασίας  των stress tests για τις ελληνικές τράπεζες   η οποία μπορεί να επιφέρει πολλαπλά οφέλη στην τόνωση της επενδυτικής ώστε τα αποτελέσματα να είναι γνωστά αρκετούς μήνες πριν τον Αύγουστο του 2018 αποτελούν επιβεβαιώσεις της άποψής μου. Η κατάσταση του ελληνικού  τραπεζικού συστήματος θα κρίνει εν πολλοίς τον τρόπο λήξης του προγράμματος.

Το ζήτημα της διευθέτησης του χρέους της Ελλάδος,  αποτελεί ένα κρίσιμο στοίχημα για την ελληνική οικονομία. Ο νέος πρόεδρος του Eurogroup ο Πορτογάλος Mario Centeno  με δηλώσεις του επανέλαβε όσα δήλωνε και ο προηγούμενος επικεφαλής ότι το ζήτημα του ελληνικού χρέους θα εξεταστεί στο τέλος του προγράμματος. Βεβαίως είχαμε και τις δηλώσεις  του αντιπροέδρου της ΕΕ  Βάλντις Ντομπρόβσκις, ότι οι συζητήσεις  θα αρχίσουν τον Φεβρουάριο –Μάρτιο 2018.
Όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι  το συγκεκριμένο θέμα αποτελεί  αρμοδιότητα του Eurogroup όπου συμμετέχουν οι χώρες μέλη, και,  οι οποίες , ουσιαστικά, είναι υπεύθυνες για το δανεισμό των χωρών της ευρωζώνης.
Συνεπώς μεγαλύτερο βάρος θα πρέπει να δοθεί σε αυτό που υποστηρίζει ο επικεφαλής του  Eurogroup.  

Το ελάχιστο ζητούμενο εδώ, από τη μεριά της Ελληνικής κυβέρνησης, ώστε να υπάρξει μια αναγκαία (αν και όχι ικανή) κανονικότητα  είναι αφενός να εφαρμοστούν τα ήδη αποφασισμένα μεσοπρόθεσμα μέτρα και να ληφθούν ορισμένα ακόμα , όπως, το πώς θα χρησιμοποιηθούν τα περίπου 25 δις ευρώ που θα περισσέψουν από το πρόγραμμα των 86 δις ευρώ. Το χειρότερο σενάριο είναι αυτό να επιστραφούν στον ESM και επομένως να μην υπάρχουν πόροι για πιθανή χρησιμοποίησή τους :
-          για συμμετοχή στη δημιουργία του αποθέματος ύψους 15 δις ευρώ που θα χρησιμεύσει ως κάλυψη των υποχρεώσεων της χώρας , τουλάχιστον για το πρώτο έτος μετά τη λήξη του προγράμματος ,-
-           σε περίπτωση ανάγκης ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού συστήματος, -
-          ή την αποπληρωμή των δανείων του ΔΝΤ.
Τα θέματα του χρέους  έχουν πάρει μια περίεργη κατεύθυνση από τη στιγμή που ο ESM  αναθεώρησε τις εκτιμήσεις του σχετικά με τη μείωση  που θα επιφέρουν στο λόγο Δημόσιο Χρέος  προς ΑΕΠ , τα  βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους .
Οι τελευταίες εκτιμήσεις θεωρούν ότι ο λόγος ΔΧ/ΑΕΠ θα μειωθεί κατά περίπου 25 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2060 και τον λόγο Ακαθάριστων Αναγκών Χρηματοδότησης προς το ΑΕΠ κατά περίπου έξι ποσοστιαίες μονάδες.
Η προηγούμενη εκτίμηση του Μηχανισμού ήταν για μείωση του χρέους ως ποσοστού επί του ΑΕΠ κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες.
Πάντως ένα είναι βέβαιον, το ελληνικό χρέος για τους ευρωπαίους κρίνεται «βιώσιμο» έως το 2022 δηλαδή για τα επόμενα 5 χρόνια σε αντίθεση με τις απόψεις του ΔΝΤ αλλά και της ΕΚΤ. Αυτό σημαίνει ότι την προσεχή πενταετία , λίγα ουσιαστικά πράγματα  θα επιτρέψουν οι Ευρωπαίοι να συμβούν , πάντοτε εντός του πλαισίου -  λογικής που έχουν οι ίδιοι χαράξει. Εκτός της επίτευξης των πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ, οι ιδιωτικοποιήσεις  φαίνεται ότι θα αποτελέσουν τα κριτήρια πίεσης για περαιτέρω πιθανές διευκολύνσεις στο ελληνικό δημόσιο χρέος. Συγκεκριμένα τα ποσά που προβλέπεται να συλλεγούν από τις ιδιωτικοποιήσεις για τα έτη 2017,2018,και 2019 είναι αντίστοιχα: 1,4 δις ευρώ, 2,0 δις ευρώ και 1,0 δις ευρώ, έναντι 0,3 δις ευρώ και 0,5 δις ευρώ το 2015 και το 2016 αντίστοιχα. Βεβαίως θα πρέπει να περιμένουμε τις αποφάσεις προκειμένου να τις αξιολογήσουμε με σωστό τρόπο. Πάντως , δοθείσας της ευκαιρίας , θα πρέπει να σημειώσουμε ότι πλέον καμία αντίθεση (ιδεολογική, πολιτική) δεν προβάλλεται από την κυβέρνηση για τις ιδιωτικοποίησης σχεδόν του συνόλου της δημόσιας περιουσίας.
 Ο βασικός κίνδυνος για την ελληνική οικονομία εξακολουθεί να είναι η ενδεχόμενη παράταση ενός καθεστώτος οιονεί στασιμότητας, με παρατεταμένη περίοδο χαμηλών ρυθμών μεγέθυνσης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα υπονομεύει διαχρονικά  την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, λόγω της μη αποκλιμάκωσης ή και διεύρυνσης ακόμα του λόγου δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ. Επιπλέον, θα παρεμποδίζει την έγκαιρη και αποτελεσματική εκμετάλλευση της πλεονάζουσας παραγωγικής δυναμικότητας (υψηλά παραγωγικά κενά). Ακόμη , η συνεπαγόμενη απαξίωση της παραγωγικής δυναμικότητας, συνοδευόμενη από την παρατηρούμενη διαρροή νεανικού εργατικού δυναμικού με αυξημένα προσόντα  των τελευταίων ετών και τη σταθερή γήρανση του πληθυσμού, υπονομεύουν τη μακροχρόνια μεγέθυνση της οικονομίας και πολλαπλασιάζουν τους κινδύνους για τη δημοσιονομική σταθερότητα.

Ο στόχος που τίθεται για το 2018 για πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3,5% είναι πολύ απαιτητικός. Εξαρτάται πρωτίστως από την επίτευξη υψηλού ρυθμού μεγέθυνσης της τάξεως του 2,4%. Όσο προσεγγίζεται ο στόχος για αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2018 κατά 2,4% τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες για ευθυγράμμιση του προϋπολογισμού με το στόχο που έχει τεθεί.
Επίσης   εδράζεται στην πρόβλεψη για σημαντικότατη βελτίωση του ισοζυγίου των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ). Το βελτιωμένο ισοζύγιο των ΟΚΑ, σε σχέση με το ΜΠΔΣ, αναμένεται να τροφοδοτηθεί από την υψηλότερη του αναμενομένου αύξηση των εσόδων από ασφαλιστικές εισφορές και ρυθμίσεις παλαιών οφειλών και να υποστηριχθεί από τη χαμηλότερη, έναντι της προβλεπόμενης στο ΜΠΔΣ, συνταξιοδοτική δαπάνη.
 Σε κάθε περίπτωση ενδεχόμενη μεγάλη αρνητική απόκλιση μεταξύ του τελικού πραγματοποιηθέντος δημοσιονομικού αποτελέσματος και της πρόβλεψης για το ισοζύγιο των ΟΚΑ θα θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης. Τούτο διότι  οι ΟΚΑ αποτελούν επί της ουσίας το κλειδί για την επίτευξη των στόχων  του 2018.