Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Η απόσταση που χωρίζει τις αρχικές από τις τελικές προβλέψεις για τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ του 2017 μήπως πρέπει να αξιολογηθούν συστηματικά από την ελληνική κυβέρνηση ;



Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής , του ΔΝΤ και κατά συνέπεια και της Ελληνικής Κυβέρνησης , το φθινόπωρο του 2016 για το ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας ήταν στο 2,7% ή και λίγο μεγαλύτερο. Από τότε έχουμε προβλέψεις που συνεχώς μειώνουν το ρυθμό μεγέθυνσης του ελληνικού ΑΕΠ.
Οι  φθινοπωρινές προβλέψεις  για την εξέλιξη των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών της ΕΕ που είδαν πρόσφατα (8.11.2017)  το φως της δημοσιότητας  δείχνουν μια περισσότερο συγκρατημένη εικόνα για τα μεγέθη το έτος 2017 σε σχέση με τις αντίστοιχες εαρινές προβλέψεις της ΕΕ αλλά και με τον προϋπολογισμό του 2017.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν ο ρυθμός μεγέθυνσης για το 2017 θα είναι 1,6%. Αυτό το απέδιδε  στο ότι, με βάση τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου που είχε στη διάθεσή της, διαπίστωνε  μικρότερη επέκταση της ιδιωτικής κατανάλωσης και μια καθυστέρηση, ειδικά το δεύτερο τρίμηνο, των επενδύσεων. Τελικά αυτό ενέγραψε και η Ελληνική Κυβέρνηση στον Προϋπολογισμό του 2018.
Η προηγούμενη πρόβλεψή της, τον Μάρτιο του 2017, ήταν 2,1%. Αν κρίνουμε τις εξελίξεις με το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που κατέθεσε η κυβέρνηση έως το 2020 είναι πιο κοντά οι προβλέψεις τους.
 Το μεσοπρόθεσμο προβλέπει 1,8% το 2017, μεγέθυνση της ιδιωτικής κατανάλωσης 1,3% και αύξηση των επενδύσεων κατά 5,9%. Και είμαστε πολύ πιο μακριά από τον Προϋπολογισμό για το 2017, που κατέθεσε η κυβέρνηση πριν έναν, περίπου, χρόνο όπου εκεί, ο ρυθμός μεγέθυνσης ήταν 2,7% για το 2017, αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8% και αύξηση των επενδύσεων κατά 9,1%.
Τα προσωρινά στοιχεία (υπογραμμίζω) της ΕΛΣΤΑΤ, για το τρίτο τρίμηνο του 2017 δείχνοντας ρυθμό μεγέθυνσης 1,3% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2016, καθιστούν και τον στόχο του 1,6% δύσκολο να επιτευχθεί. 
Η λογική υπαγορεύει πως  για να πιαστεί ο στόχος  για ρυθμό ανάπτυξης 1,6% την φετινή χρονιά θα πρέπει  η οικονομική δραστηριότητα της περιόδου Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017 να αναθεωρηθεί σημαντικά προς τα πάνω. Μόνο  έτσι θα γίνει εφικτή η επίτευξη του στόχου με ένα λογικό ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας το τελευταίο τρίμηνο του 2017.
Δηλαδή θα πρέπει να γίνει κάτι το αντίστοιχο με αυτό που συνέβη το 2ο τρίμηνο φέτος όπου ο αρχικός ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης διπλασιάσθηκε στο 1,6% από 0,8%.   Μάλλον κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί. Συγκεκριμένα:
Από τα επιμέρους στοιχεία του ΑΕΠ του 3ου τριμήνου προκύπτει ότι η τελική καταναλωτική δαπάνη ήταν μειωμένη σε σύγκριση με το ίδιο τρίμηνο το 2016 ( – 1,0% ) και το προηγούμενο τρίμηνο του 2017 ( -0,1%). 
Αυτό οφείλεται στη στασιμότητα της ιδιωτικής κατανάλωσης  (0,0%) και στη μείωση της δημόσιας (- 2,2%) το τρίτο τρίμηνο του 2017 σε σχέση με το αντίστοιχο του 2016.  Επίσης σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο του 2017 η ιδιωτική κατανάλωση παρουσιάζει μείωση (-0,3%) ενώ αντίστοιχα η δημόσια αύξηση ( + 0,9%).

Η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης  χρειάζεται μεγαλύτερη  διερεύνηση διότι :

Πρώτον,  δεν ακολουθεί την ανοδική τάση του 1ου και του 2ου τριμήνου το 2017 σε ετήσια βάση (δηλαδή σε σχέση με τα αντίστοιχα τρίμηνα του 2016). Σύμφωνα με τα στοιχεία η καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά  0,9%  και 1% σε ετήσια βάση , σε κάθε ένα από τα δυο προηγούμενα τρίμηνα του 2017.
Το αποτέλεσμα  ήταν η τελική καταναλωτική δαπάνη να αυξηθεί  κατά 0,4% και 0,5% παρότι η δημόσια κατέγραψε  μείωση (- 3,5%)  το 3ο τρίμηνο και (- 2,1%)  το 2ο τρίμηνο του 2017.

Δεύτερον, η ιδιωτική κατανάλωση δεν επωφελείται το 3ο τρίμηνο από το ισχυρό τουριστικό ρεύμα που φέτος συνοδεύεται από ανάλογη αύξηση της τουριστικής δαπάνης. Πιο συγκεκριμένα, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις  αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 970 εκ. ευρώ περίπου το 3ο τρίμηνο σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.  Είναι δύσκολο να δεχθούμε ότι μέρος των συγκεκριμένων πόρων δεν οδηγήθηκαν στην κατανάλωση , ακόμη κι αν λάβουμε υπόψη τους αυξημένους φόρους, και τις γενικότερες υποχρεώσεις των πολιτών.
Αν  δεν προκύψει αναθεώρηση προς τα πάνω της ιδιωτικής και συνολικής καταναλωτικής δαπάνης  το 3ο τρίμηνο που θα αποτυπωθεί στο ΑΕΠ , τότε τα πράγματα θα είναι πάρα πολύ δύσκολα για την ελληνική οικονομία και για το μίγμα της οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί μέσα στο στενό πλαίσιο του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Αναφέρομαι προφανώς στα υπέρμετρα πρωτογενή πλεονάσματα πέρα και πάνω από τους στόχους του προγράμματος δημοσιονομικής πολιτικής.
Τώρα σε σχέση με τον Ακαθάριστο Σχηματισμό Παγίου Κεφαλαίου (ΑΣΠΚ) παρατηρούμε ότι τα στοιχεία του τρίτου τριμήνου 2017 σε ετήσια βάση δείχνουν μείωση -8,1%. Τα δύο πρώτα τρίμηνα , πάντα σε ετήσια βάση, ο ΑΣΠΚ  είχε παρουσιάσει αύξηση +17,0 %  στο πρώτο τρίμηνο και 1,0% στο δεύτερο τρίμηνο. 
Η πρόβλεψη για ρυθμό ανάπτυξης +1,6% για το 2017, προϋποθέτει ρυθμό αύξησης των επενδύσεων 5,1%  σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό του 2018. 
Θα πρέπει , όμως να περιμένουμε την  περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση των στοιχείων για ασφαλή συμπεράσματα.
Όμως στο σημείο αυτό ένα είναι σχεδόν σίγουρο: η μεγέθυνση του ΑΕΠ δεν θα είναι 2,7% αλλά γύρω από το 1,5% .


Το Υπουργείο Οικονομικών θα έπρεπε να δώσει κάποια  εξήγηση για τους λόγους που παρατηρήθηκε αυτή η μείωση . Λόγους όχι περιγραφικούς αλλά αξιολογικούς. Τι δεν πήγε καλά; Υπάρχει λάθος στο μίγμα της οικονομικής πολιτικής ή όχι; Η δική του συμμετοχή αξιολογείται ως σωστή ; Η «ταξική» (sic) πολιτική που ακολουθεί μήπως έχει επιπτώσεις στη μεγέθυνση του ΑΕΠ; Τέλος πάντων κάτι πρέπει να μας πει σε σχέση με την απτή πραγματικότητα.