Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Τα νησιά των θησαυρών




1.
Απαιτείται  μια εξονυχιστική διερεύνηση των πολυεπίπεδων μορφών του φαινομένου των φορολογικών παραδείσων ή των εξωχώριων κέντρων, ώστε να αναδειχθεί περίτρανα η πραγματικότητα, η οποία εντέχνως κρύβεται πίσω από ιδεολογήματα τύπου «ελεύθερων και αποτελεσματικών αγορών»  και άλλου τύπου παρόμοια μυθεύματα , όπως π.χ  η «διαφάνεια και η αποτελεσματικότητα» που, δήθεν, υπάρχει σήμερα στη διεθνή οικονομία. Χρειάζεται να αντιμετωπισθεί με σφαιρικό , συστηματικό και συγκροτημένο τρόπο το συγκεκριμένο φαινόμενο ώστε να αναδυθεί  με απόλυτη επιτυχία το πολιτικό ,το ιδεολογικό και το οικονομικό επίπεδο συνάγοντας συμπεράσματα που δύσκολα δύνανται να αμφισβητηθούν. Χρειάζεται να φωτιστούν οι οικονομικές αλληλουχίες του φαινομένου , τα πολιτικά δρώμενα που  το υποστηρίζουν καθώς και τις ιδεολογίες που επιχειρούν να το θεμελιώσουν. Άλλωστε η ανάδειξη των τελευταίων  αυτών  σημείων  αποτελεί και το κύριο ζητούμενο. Τούτο γιατί, λίγο πολύ, οι οικονομικές προεκτάσεις και επιπτώσεις του φαινομένου των «φορολογικών παραδείσων» έχουν αναδειχθεί από πολλές πλευρές. Ειδικότερα εκείνη η πλευρά που αναδεικνύει ας το πούμε έτσι , την λογιστική – φορολογική πλευρά του φαινομένου. Όμως σύμφωνα με τη δικιά μας αντίληψη, η ουσία του προβλήματος είναι η πολιτική  διάσταση του πώς αναπτύχθηκε και τελικά διαμορφώθηκε αυτό το δίκτυο των φορολογικών παραδείσων. Για να το επιτύχουμε χρειάζεται να πάμε λίγο πίσω στην ιστορία.
2
Συγκεκριμένα πρέπει να γυρίσουμε στα χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όταν οι Άγγλοι Τραπεζίτες κατ’ αρχάς κατάφεραν να διατηρήσουν τα προνόμιά τους ως προς τις ρυθμίσεις που επιχείρησε να επιβάλλει η πολιτική ηγεσία της χώρας επικαλούμενοι απλά και καθαρά την άποψη  ότι αποτελούσαν μετά την διάλυση της βρετανικής αυτοκρατορίας το μοναδικό μέσο που είχε τη δυνατότητα να την διατηρήσει αλώβητη με άλλον όμως τρόπο. Ο τρόπος αυτός ήταν η εγκατάσταση ενός  δικτύου  χρηματοπιστωτικών λειτουργιών που θα ξεπερνούσε τα εθνικά σύνορα των κρατών , θα εξυπηρετούσε τα μάλα τα συμφέροντα των διεθνών κεφαλαίων και της νέας ανόδου των πολυεθνικών επιχειρήσεων , κυρίως των αμερικάνικων, που άρχισαν την περίοδο αυτή να κατακλύζουν τον δυτικό και όχι μόνο κόσμο. Η παραγωγική εξασθένιση  του ΗΒ είχε σχεδόν ολοκληρωθεί , η αποικιοκρατία είχε καταρρεύσει , αλλά το ΗΒ έπρεπε πάση θυσία να βρίσκεται σε κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο καταμερισμό ισχύος . Αυτό θα γινόταν μέσω του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου , της εξυπηρέτησής του και της μεγιστοποίησης της απόδοσής του εις βάρος των δημοσίων οικονομικών σε εθνικό επίπεδο αλλά και εν κατακλείδι των παραγωγικών χωρών που μπορούσαν να παράγουν προϊόντα της λεγόμενης πραγματικής οικονομίας. Τι υποστηρίζω με απλά λόγια : ότι η παραδοσιακή τραπεζική ισχύς του City του Λονδίνου μετατρέπεται στην παρούσα φάση σε αιχμή του δόρατος της ισχύος του ΗΒ. Οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες αρχίζουν με την παρέμβαση των Άγγλων τραπεζιτών (δημιουργία της Ευρωαγοράς Συναλλάγματος και Χρεογράφων) σιγά σιγά να αυτονομούνται από τις εθνικές νομισματικές και πιστωτικές πολιτικές που σε παγκόσμιο επίπεδο κινούνταν εντός των πλαισίων του BrettonWoods  και των ρυθμίσεων Glass-Steagal. Σε τι συνίσταται η δημιουργία της ευρωαγοράς . Στην ουσία πρόκειται για την πρώτη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διόγκωση της νομισματικής σφαίρας με την παράλληλη σχετική αυτονόμησή της από τις εθνικές ρυθμίσεις[1].  Ακολούθησαν οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 οι οποίες διόγκωσαν τη διεθνή ρευστότητα και την νομισματική σφαίρα[2] για να κλείσει ο κύκλος με το φαινόμενο που ονομάστηκε παγκοσμιοποίηση όπου η επελθούσα απορρύθμιση οδήγησε και στη περαιτέρω αύξηση του αριθμού των φορολογικών παραδείσων[3]. Οι ΗΠΑ ενώ στην αρχή βρίσκονται εμφανώς στην αντίπερα όχθη  σε σχέση με την πολιτική των Άγγλων Τραπεζιτών όταν και αυτές αντιμετωπίζουν προβλήματα στον παραγωγικό τους τομέα που κυρίως εμφανίζονται με ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο αντιλαμβάνονται ότι έχουν ανάγκη ελεύθερης ροής κεφαλαίων αλλά και πλήθος χρηματοπιστωτικών εργαλείων που να τους δίνει τη δυνατότητα να εξακολουθούν να κυριαρχούν εγκαθιστώντας νέου τύπου δεσμεύσεις στις ανερχόμενες οικονομίες αλλά και στον πλανήτη γενικότερα. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των ενεργειών ήταν η περαιτέρω διόγκωση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας  και η ακόμα μεγαλύτερη αυτονόμησή της από την πραγματική οικονομία.

3.
Τούτη η διόγκωση είναι, κατ’ αρχάς,  το αναγκαίο , αλλά όχι ικανό, αποτέλεσμα του νέου ρυθμιστικού πλαισίου που επιβλήθηκε  (κατ’ εξοχήν με ενέργειες των ΗΠΑ) στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα . Χαρακτηριστικά του σύγχρονου ανοιχτού χρηματοπιστωτικού συστήματος, είναι η ελεύθερη κίνηση των κεφαλαιακών ροών, η απορρύθμιση και αποκανονικοποίηση των πλαισίων λειτουργίας του, η ευρύτατη πρακτική arbitrage  και τα πολύπλοκα συστήματα κάλυψης κινδύνων (παράγωγα προϊόντα), τα οποία ως επί το πλείστο μετατρέπονται και λειτουργούν ως κερδοσκοπικά συστήματα.
Η διαδικασία απορρύθμισης και η έντονη διεθνοποίηση (παγκοσμιοποίηση) των χρηματοπιστωτικών αγορών συμβαδίζουν κατά τρόπο ανακλαστικό. δηλ. με έναν τρόπο, σύμφωνα με τον οποίο η μια διαδικασία (απορρύθμισης) αποτελεί παράγοντα δημιουργίας της άλλης (παγκοσμιοποίησης). Οι ρυθμίσεις που απορυθμίστηκαν ήταν πρωτίστως εθνικές, αφορούσαν δηλαδή, στον οικονομικό χώρο που ονομάζεται έθνος και ως εκ τούτου, οι λιγότερες ρυθμίσεις οδηγούν σε μεγαλύτερη ένταση της διεθνοποίησης. Παράλληλα η καινοτομικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα δημιουργώντας νέες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες μετέβαλε και τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνται οι βιομηχανικές και εμπορικές δραστηριότητες, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τα νοικοκυριά διαχειρίζονται τις οικονομικές πλευρές της ζωής τους. Συγχρόνως, άλλαξαν τις παραμέτρους που καθορίζουν τη λειτουργία των Κυβερνήσεων, σχετικά με τη χάραξη και την άσκηση της οικονομικής πολιτικής.
Η άσκηση της χρηματοπιστωτικής λειτουργίας ουσιαστικά μετατράπηκε σε συνεχή προσπάθεια διαχείρισης κινδύνων μέσα σ΄ ένα εντελώς αβέβαιο και ρευστό περιβάλλον.
Όμως , σύμφωνα με την δικιά μας αντίληψη, την ικανή συνθήκη , η οποία θα μας επιτρέψει να κατανοήσουμε τις παρατηρούμενες εξελίξεις, θα πρέπει να αναζητηθεί στην ίδια τη διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου και ειδικά στη «σημερινή» συγκυρία της διευρυμένης αναπαραγωγής του.
Στις παλαιότερες χρονικές περιόδους , πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και την πρώτη δεκαετία της μεταπολεμικής περιόδου η χρηματοπιστωτική σφαίρα αντιμετωπιζόταν ως το λιπαντικό που ήταν απαραίτητο στην εξυπηρέτηση των αναγκών της παραγωγής. « Παρόλα αυτά υπήρχε η τάση σχετικής αυτονόμησής της  και τη δημιουργία κερδοσκοπικών υπερβολών  στα τελευταία στάδια της ανόδου του οικονομικού κύκλου. Κατά κανόνα , τα επεισόδια αυτά είχαν σύντομη διάρκεια και δεν επέφεραν μακροχρόνιες επιπτώσεις στη δομή και τη λειτουργία της οικονομίας[4]».
Τα τελευταία χρόνια , όμως , κυρίως στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, παρατηρείται ένας δομικός μετασχηματισμός στην ίδια τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου με την έννοια ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας τείνει να αυτονομηθεί από την παραγωγή και από κυριαρχούμενος να μετατραπεί σε κυρίαρχο. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη νέα συγκρότηση της παγκόσμιας οικονομικής τάξης υπό την καθοδήγηση του νέου χρηματιστικού κεφαλαίου και ειδικά του αμερικάνικου, το οποίο τείνει να επιβληθεί  στον πραγματικό τομέα της οικονομίας  ,δηλαδή στην παραγωγή, στην απασχόληση, στους μισθούς και στην κατανομή του παραγόμενου πλούτου, καθορίζοντας σε μεγάλο ποσοστό τη λειτουργία τους.
Το χρηματιστικό κεφάλαιο αντιστοιχεί στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, όταν αυτό το τελευταίο υπερισχύει  σε οποιαδήποτε ιστορική συγκυρία ,έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου. Όταν  δηλαδή οι διαμεσολαβούμενες από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους οιονεί χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, πιστώσεις (κλασσικές ή νέας μορφής) δεν κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση των αναγκών της πραγματικής οικονομίας, αλλά αυτονομούμενες από αυτές καθίστανται αυτάρκεις μορφές «επενδυτικής τοποθέτησης» στην υπηρεσία εξυπηρέτησης των ίδιων συμφερόντων των κοινωνικών ομάδων που τις κατέχουν .
Η ουσία της προβληματικής που επιχειρούμε να αναπτύξουμε  μπορεί να συνοψιστεί στο εξής[5] :
Το χρηματιστικό κεφάλαιο  δεν αποτελεί απλή «συγχώνευση» του τραπεζικού κεφαλαίου με το αντίστοιχο  βιομηχανικό. Αντιθέτως ,το φαινόμενο αυτό σηματοδοτεί την οριστική ,στην  ιστορική περίοδο που διάγουμε , κατίσχυση των χρηματικών προδιαγραφών πάνω στις οικονομικές και παραγωγικές  …με την επικράτηση της εισοδηματικής λογικής εις βάρος της παραγωγικής ,του χρήματος …εις βάρος της οικονομίας. Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν σηματοδοτεί τόσο έναν ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής «καθαρού εισοδήματος», όσο κυρίως έναν τρόπο συγκέντρωσης και οικειοποίησης του ήδη διαθέσιμου εισοδήματος.
 Παράλληλα παρατηρούμε ότι οι σημερινές μορφές χρηματιστικής συσσώρευσης δεν επαναδιοχετεύουν τον παραγόμενο πλούτο στην οικονομία ,ώστε να συνεχίζει να λειτουργεί αναπόσπαστο ένα σύστημα διευρυμένης αναπαραγωγής , αλλά τον  αποσπούν μονόπλευρα από τη σφαίρα της παραγωγής και τον εναποθέτουν στην χρηματοπιστωτική, δηλαδή σε αυτήν που χωρίς να παράγει συντηρείται από τις παραγωγικές δυνατότητες της πρώτης». Το χρηματιστικό κεφάλαιο και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται ,παραγόμενο και αναπαραγόμενο ,στη σημερινή παγκόσμια αλλά και ελληνική συγκυρία ,παράγει ασύγκριτα περισσότερες εισοδηματικές προσόδους που εκτρέφουν αργούντες αποταμιευτές ,εισοδηματίες και χρηματιστηριακούς κερδοσκόπους απ’ ότι παραγωγικά επιχειρηματικά εισοδήματα και εργατικούς μισθούς .

Διαπιστώνεται λοιπόν μια μεγάλη μεταφορά κεφαλαίου από τους άμεσα παραγωγικούς τομείς στους χρηματοπιστωτικούς. Ο λόγος που πραγματοποιείται αυτή η μεταφορά , θα πρέπει να αναζητηθεί στην αδυναμία διεύρυνσης της παραγωγής. Στις δυσκολίες δηλαδή που συναντά το Κεφάλαιο να διευρύνει την αναπαραγωγή του. Δηλαδή χρειάζεται να οδηγηθούμε στο κεντρικό σημείο της καπιταλιστικής συσσώρευσης ή στη διαδικασία αποταμίευσης – επένδυσης στην καρδιά της καπιταλιστικής οικονομίας. Ακόμα περισσότερο , είναι αναγκαίο, να αναγνωρισθεί ότι στη σημερινή ώριμη και ευρισκομένη στη στασιμότητα (με την ευρεία έννοια) οικονομία (της αναπτυγμένης δύσης), η υποστήριξη της μεγέθυνσης μπορεί να γίνει μόνο με τον κερδοσκοπικό τρόπο δημιουργίας χρέους . Αυτή η κατάσταση φαίνεται(;) να είναι καθοριστική  για  το  σύστημα  της δύσης αλλά  το πλέον σημαντικό είναι ότι  δεν μπορεί  να διορθωθεί[6]. Παράλληλα ο μόνος τρόπος για να γίνει κατανοητή η λειτουργία του καπιταλισμού στη δύση και όχι μόνο , είναι η αλληλεξάρτηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και της πραγματικής οικονομίας με τον πρώτο να έχει το πάνω χέρι. 
4.
Το εφαρμοσθέν τα τελευταία σχεδόν τριάντα χρόνια νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα με την ολοκληρωτική απορρύθμιση που επέβαλε πρωταρχικά στα καθεστώτα κίνησης των κεφαλαίων και στα θεσμικά πλαίσια διαπραγμάτευσης της εργατικής δύναμης, με αποκλειστικό εργαλείο τους εθνικούς κρατικούς μηχανισμούς και τους πολιτικούς σχηματισμούς που βρέθηκαν στην κυβέρνηση, επιχείρησε να δώσει ώθηση στην μεγέθυνση του καπιταλιστικού συστήματος καθώς το τελευταίο είχε οδηγηθεί σε στασιμοπληθωρισμό (δεκαετία του 1970) κάτω από την καθοδήγηση της κεϋνσιανής-κλασικής  ρύθμισης και των υπέρμετρων δημοσιονομικών ελλειμμάτων που είχαν δημιουργηθεί.

Η ώθηση προήλθε κυρίως από τη τρομακτική διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα ο οποίος κατέστησε ιδιωτικό το χρέος που διοχετεύονταν στην καπιταλιστική μηχανή για τη συνέχιση της λειτουργίας της ως μέσο τόνωσης της ιδιωτικής ζήτησης. Ο περιορισμός των εργατικών μισθών, ως αποτέλεσμα της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, επειδή δημιουργούσε προβλήματα στην πραγμάτωση της παραγωγής (και της υπεραξίας) «αντισταθμίστηκε» με την εύκολη πρόσβαση στο δανεισμό και το χρέος. Η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους δεν υποκατέστησε το δημόσιο χρέος, όπως εύκολα επιχειρηματολογεί η νεοφιλελεύθερη σκέψη, αλλά προστέθηκε σε αυτό δημιουργώντας μια πρωτοφανή στο μέγεθος οικονομία του χρέους, ενώ συγχρόνως ιδιωτικοποίησε τον κίνδυνο.

Παράλληλα όμως δεν έχουμε μόνο τη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα (ποσοτικά) αλλά και τη χρηματιστηρικοποίησή του (ποιοτική αλλαγή) γεγονός που μετατρέπει το σύνολο των ιδιωτικών και δημόσιων περιουσιών αλλά και κάθε στοιχείου του ενεργητικού σε διαπραγματευόμενο, άμεσα ή έμμεσα, χρηματιστηριακό είδος. Αυτή η μετατροπή αγγίζει τους πάντες εκόντες και άκοντες. Όλοι ανεξάρτητα της θέλησής τους γίνονται συμμέτοχοι αυτού του παιχνιδιού. Οι εργαζόμενοι μέσω του ίδιου δανεισμού για να ανταπεξέλθουν στις απαραίτητες υποχρεώσεις τους, μέσω των αποθεματικών των ταμείων τους που τοποθετούνται σε κάθε μορφής χρηματιστηριακό είδος, μέσω της όποιας περιουσίας που διαθέτουν η οποία  υφίσταται  στις διακυμάνσεις των τιμών των μετοχών του χρηματιστηρίου και των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι επιχειρήσεις εκτός των ευκόλως εννοούμενων και μέσω της στήριξης της κερδοφορίας τους από χρηματιστηριακές πράξεις. Δεν υπάρχει κανείς, άτομο ή θεσμικό υποκείμενο που να μπορεί να διαφύγει από αυτή την προδιαγεγραμμένη πορεία. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα διαχέεται στα κύτταρα του οικονομικού καπιταλιστικού συστήματος μετατρεπόμενο σε δομικό χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών.

Παρατηρείται ένας δομικός μετασχηματισμός στην ίδια τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, με την έννοια ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας συμμετέχει με βαρύνοντα ρόλο στην προσπάθεια της διευρυμένης αναπαραγωγής του (κεφαλαίου). Αυτός ο ρόλος εμπεριέχει και στοιχεία αυτονόμησής του από την παραγωγή και από κυριαρχούμενος να τείνει να μετατραπεί σε κυρίαρχο. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη νέα συγκρότηση της παγκόσμιας οικονομικής τάξης υπό την καθοδήγηση του νέου χρηματιστικού κεφαλαίου και ειδικά του αμερικανικού, το οποίο τείνει να επιβληθεί στον πραγματικό τομέα της οικονομίας, δηλαδή στην παραγωγή, στην απασχόληση, στους μισθούς και στην κατανομή του παραγόμενου πλούτου, καθορίζοντας σε μεγάλο ποσοστό τη λειτουργία τους.

Επομένως, αν ισχύει η παραπάνω συνοπτικά εκτεθείσα συλλογιστική η βαθιά κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν μπορεί παρά να έχει σοβαρότατες επιπτώσεις γενικότερα σε όλους τους τομείς της παγκόσμιας οικονομίας.







[1] Δες: Κ. Μελάς, Παγκοσμιοποίηση , Εξάντας 1999, Κεφάλαιο 2. Για τα τεχνικά χαρακτηριστικά της Ευρωαγοράς δες: Yoon.S. Park and Jack Zwick , Διεθνής Τραπεζική : Θεωρία και Πρακτική , Παπαζήση 1988 καθώς και Κ. Μελάς – Φ. Χρηστίδου , Διεθνής Τραπεζική στην Αλλαγή του Αιώνα , Ε. Μπένου 1999. 
[2] Η ρευστότητα αυτή κατευθύνθηκε κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες του τρίτου κόσμου ως δάνεια υποστήριξης της αναπτυξιακής τους προσπάθειας . Η αδυναμία αποπληρωμής των δανείων αυτών για λόγους που δεν μπορούν να αναλυθούν εδώ, αποτέλεσαν τα περίφημα χρέη των χωρών  του τρίτου κόσμου και κυρίως αυτών της Λατινικής Αμερικής.
[3] Για τα θέματα αυτά δες: Nicholas Shaxson, Offshore, Τα νησιά των θησαυρών, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2011.
[4] Sweezy .P .M, Economic Reminiscences, Monthly Review, Vol.47, No 1, May 1995, pages. 8-9.
[5] Δες : Κ. Μελάς , Σύγχρονες Χρηματοπιστωτικές Κρίσεις 1974-2008. ΑΑ. Λιβάνης ,Νοέμβριος 2011.
[6] J Sweezy .P .M, The Triumph of Financial Capital, Montly Review June 1994.