Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Ο μέχρι τώρα σχεδιασμός της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης πλησιάζει στα όρια του.




Η μέχρι σήμερα πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πραγματοποιήθηκε χωρίς ποτέ να αντιμετωπισθούν οι θεμελιώδεις αντιθέσεις  στο εσωτερικό της ΕΕ. Θεμελιώδεις και πάγιες αντιθέσεις , όχι απλές αποκλίσεις θέσεων , ποικιλία απόψεων ή έστω ιδεολογικές συγκρούσεις. Τις αντιθέσεις αυτές οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ με την μέχρι σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν θέλησαν να αντιμετωπίσουν. Παραμερίστηκαν με επιμέλεια , κρύφτηκαν κάτω από το χαλί. Η προώθηση της ολοκλήρωσης ουσιαστικά στηρίχθηκε σε «μη-λύση» των βασικών προβλημάτων. Αυτή η λογική της ολοκλήρωσης ήταν απολύτως σύμφωνη με τη «μέθοδο Μονέ»  η οποία στηρίζεται ως γνωστό ,στην αλληλουχία κρίσεων. Με τα ίδια τα λόγια του Μονέ  «Η Ευρώπη θα συντίθεται μέσω κρίσεων και δεν θα είναι παρά το άθροισμα των λύσεων που η ίδια θα φέρει στις λύσεις αυτές» Η κρίση αποτέλεσε πάντοτε ανάγκη γιατί μόνο έτσι η λύση , ο τελικός συμβιβασμός επεκτεινόταν και σε άλλους τομείς , διευρύνοντας το φάσμα των τομέων της από κοινού δράσης , βαθαίνοντας την ολοκλήρωση. Αποτέλεσμα αυτής της νεολειτουργικής λογικής ήταν και η διαμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με προεξάρχουσα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Σε πλήρη αντίθεση με όσα ανέφερε ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean Claude Juncker κατά τον εορτασμό της 60ης επετείου από την ίδρυση της ΕΟΚ (Μάρτιος του 1957) European integration was always a project created by the people, for the people“, Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπήρξε προϊόν μιας συνωμοσίας των πολιτικών ελίτ. Η αδυναμία άρνησης αυτής της πραγματικότητας οδήγησε ακραιφνείς υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης  να δικαιολογήσουν αυτή την κατάσταση λέγοντας ότι ναι  «..η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπήρξε προϊόν μιας συνωμοσίας των πολιτικών ηγεσιών , μιας συνωμοσίας όμως με ευγενείς σκοπούς ….».  Η άποψη αποκαλύπτει περίτρανα την αλήθεια για την βούληση που κινεί τα νήματα της δημιουργίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι ευρωπαϊκοί λαοί παρά την υποτιθέμενη κυριαρχία τους έχουν τεθεί στις ελληνικές καλένδες. Τώρα σχετικά με τους … «ευγενείς σκοπούς» το θέμα είναι από την κυριαρχία ποιου προκύπτει ο συγκεκριμένος προσδιορισμός. Διαισθάνομαι ότι στον αγέρα ίπταται μια αντίληψη «πεφωτισμένης (;) δεσποτείας». 

 Υπήρξε εποχή κατά την οποία εκείνο που θεωρούνταν απειλή για την κοινωνική τάξη και τις εκπολιτιστικές παραδόσεις του δυτικού πολιτισμού ήταν η «εξέγερση των μαζών». Στις μέρες μας όμως, φαίνεται πως η πρωταρχική απειλή δεν προέρχεται από τις μάζες αλλά από εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας. Βαθιά ριζωμένες στην πλανητική οικονομία και τις εξεζητημένες τεχνολογίες της, πολιτιστικά φιλελεύθερες , δηλαδή «μοντέρνες», «ανοιχτόμυαλες», θα λέγαμε «αριστερές», οι νέες ελίτ του αναπτυγμένου καπιταλισμού- αυτές που ελέγχουν τις διεθνείς ροές του χρήματος και της πληροφορίας- στον βαθμό που η εξουσία τους ενισχύεται και παγκοσμιοποιείται, εκδηλώνουν μια αυξανόμενη περιφρόνηση για τις αξίες και τις αρετές που , κάποτε, θεμελίωναν το δημοκρατικό ιδεώδες. Έγκλειστες μέσα στα πολλαπλά τους «δίκτυα» , στους κόλπους των οποίων ζουν μονίμως «νομαδικά», βιώνουν τον εγκλεισμό τους , μέσα στον ανθρώπινα συρρικνωμένο κόσμο της Οικονομίας, σαν μια ευγενή, «κοσμοπολίτικη» περιπέτεια, ενώ καθημερινά, γίνεται όλο και πιο έκδηλη η δραματική ανικανότητά τους να κατανοήσουν αυτούς που δεν τους μοιάζουν: και πρώτα απ’ όλους τους καθημερινούς ανθρώπους της ίδιας της χώρας τους.

Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ αντελήφθησαν εγκαίρως ότι η επέκταση της ενοποίησης σε χώρους που παράγουν σύγκρουση και όχι συναίνεση , εκεί δηλαδή όπου διακυβεύεται η ίδια η αυτονομία των κρατών , όπως στους χώρους της «υψηλής πολιτικής» θα υπονόμευε την επιχειρησιακή ικανότητα της υπερεθνικής μεθόδου να ορίσει το κοινό συμφέρον και να το αναδείξει μέσα από συντονισμένες μορφές συλλογικής δράσης.  Σε χώρους εξαιρετικής σημασίας για το εθνικό συμφέρον , τα έθνη προτιμούν τη βεβαιότητα ή την αυτοελεγχόμενη αβεβαιότητα της εθνικής αυτάρκειας έναντι μιας ανεξέλεγκτης αβεβαιότητας…Η λογική της διαφορετικότητας σημαίνει ότι, σε ένα θέμα ζωτικής σημασίας , οι απώλειες δεν αντισταθμίζονται με τα κέρδη σε κάποιο άλλο (λιγότερο ζωτικής σημασίας..) …Η λογική της ενοποίησης μετατρέπει τις αβεβαιότητες της υπερεθνικής λειτουργικής διαδικασίας σε δημιουργικές. Η λογική της διαφορετικότητας τις αντιμετωπίζει ως καταστροφικές μετά από ένα συγκεκριμένο όριο: η ρωσική ρουλέτα αποτελεί ένα ευχάριστο παιχνίδι, φτάνει το όπλο να είναι γεμισμένο με άσφαιρα.
 Βασίσθηκε στην παθητική συναίνεση των πολιτών των ευρωπαϊκών χωρών , οι οποίοι θεώρησαν  κατ’ αρχάς αδιάφορα τα γενόμενα λόγω της σαφούς έλλειψης ενημέρωσης δεδομένου ότι οι διαδικασίες προώθησης της ολοκλήρωσης γίνονταν (και γίνονται ) «εξ’ υφαρπαγής»,(τα «μουλωχτά»)  δευτερευόντως επειδή  φαίνεται ότι «πείσθηκαν» μέσω μιας βασικής υπόσχεσης εκ μέρους των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα έχει θετικές οικονομικές επιδράσεις στην καθημερινότητά τους και στην γενικότερη ευημερία τους φθάνει να εγκαταλειφθεί κάθε είδος «λαϊκισμού» που δημιουργεί μόνο προβλήματα στην οικονομία. Οι πολιτικές ελίτ (και δυστυχώς ολόκληρη η «ανανεωτική» μεταμοντέρνα αριστερά) αφού διαστρέβλωσε  πλήρως την ιστορική έννοια της λέξης , ενός αγώνα για την ελευθερία και την ισότητα, ο οποίος διεξάγεται στο όνομα των λαϊκών αρετών,  εργάσθηκαν μεθοδικά με την χρησιμοποίηση των ΜΜΕ για να εξαλείψουν την αρχική έννοια της λέξης, με μόνη επιδίωξη να μπορούν να καταγγέλλουν σαν «φασιστικές» ή «ηθικιστικές» (που στην εποχή μας αποτελεί ύψιστο έγκλημα της σκέψης) όλες τις προσπάθειες των απλών ανθρώπων να διατηρήσουν μια στοιχειώδη δημοκρατική κοινωνικότητα και να αντιταχθούν στον αυξανόμενο έλεγχο της οργάνωσης της ζωής τους από τους «ειδικούς».
Όμως παρόλα αυτά , η ΕΕ , αυτό το ιδιαίτερο μόρφωμα, κατάφερε να δημιουργήσει, με το πέρασμα του χρόνου και παρά το τεράστιο δημοκρατικό έλλειμμα ,  ένα δικό του πολιτικό σύστημα , ιδιόμορφο, με τους δικούς του κανόνες και τα δικά του θεσμικά όργανα που νομοθετούν σ’ ένα εξαιρετικά ευρύ πεδίο, ξεκινώντας από την Οικονομία  και φθάνοντας μέχρι τον χώρο της Δικαιοσύνης , του Περιβάλλοντος και της Μετανάστευσης. Με τη διαδικασία αυτή και στα «μουλωχτά» δημιουργήθηκε ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο , ένα νομικό δίχτυ που απλώθηκε πάνω από τα εθνικά κράτη   υποτάσσοντας σημαντικά κομμάτια της κυριαρχίας τους. Επομένως είναι λίγο παράδοξο σήμερα να ομιλούμε για απουσία πολιτικής πρακτικής  εκ μέρους των πολιτικών ελίτ των ευρωπαϊκών χωρών.  Το Πολιτικόν αναπόφευκτα είναι πάντοτε παρών στις ανθρώπινες και ως εκ τούτου και στις κοινωνικές διεργασίες. Όμως πρόκειται για το Πολιτικόν χαμηλής εντάσεως που κατευθύνεται σε    σφαίρες όπως η οικονομία και ο πολιτισμός. Αλλά και σε αυτά τα επίπεδα οι επιτυχίες ως προς τους αρχικούς σκοπούς ήταν αποκαρδιωτικές «με την πρώτη σταγόνα της βροχής ».
 Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου  η «πολιτική» έκφραση  στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτέλεσε τη συνισταμένη των «διακυβερνητικών» βουλήσεων των εθνικών κυβερνήσεων. Οι βουλήσεις αυτές ,παρότι διαθλούμενες σε ένα βαθμό από την ιστορικότητα του κάθε εθνικού κράτους, ουσιαστικά συγκλίνουν στην εγκαθίδρυση και στην   διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς ως βασικού εργαλείου της ολοκλήρωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η «κοινή υπόθεση» της Ευρώπης αποτέλεσε μέχρι την περίοδο αυτή,  στόχο  «διακρατικών» συμφωνιών ελλείψει  μιας ενιαίας(;) πολιτικής βούλησης. Απλά επικρατεί η δύναμη του ισχυρότερου με σχεδόν απροκάλυπτο τρόπο.
Οι εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση  δείχνουν με ακρίβεια ότι το σχέδιο που εφαρμόζεται για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση , ειδικά μετά την χρηματοπιστωτική κρίση και κυρίως από τον τρόπο που αυτή αντιμετωπίσθηκε , αλλά και μετά το «μη κανονικό» φαινόμενο της προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης πλησιάζει στα όρια του. Οι ενδείξεις που υπήρχαν σε θεωρητικό επίπεδο εδώ και πολύ καιρό (σχεδόν από την αρχή του εγχειρήματος) , έχουν μετατραπεί σε χειροπιαστές αποδείξεις. Δεν γνωρίζω ποιο θα πρέπει να είναι το σχέδιο εκείνο που θα δώσει νέα ώθηση στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης , όμως είμαι πεπεισμένος ότι τα προβλήματα θα οξύνονται όσο η λογική του σχεδίου παραμένει η ίδια και μάλιστα ενισχύεται με βάση τις νέες προτάσεις που έχουν τεθεί στο τραπέζι.