Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Η κυριαρχία της μαζικοδημοκρατίας και η επικράτηση της μεταδημοκρατίας.



1.
Είναι αρκούντως γνωστό ότι η φιλελεύθερη κοινοβουλευτική (μαζικο) δημοκρατία, όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζεται, αποτέλεσε το διάδοχο σχήμα του αστικού αυταρχικού φιλελευθερισμού του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Επικράτησε στις χώρες της Δύσης κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχοντας ως βασικά χαρακτηριστικά:
Α) Την παραχώρηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στο σύνολο του πληθυσμού στο όνομα της λαϊκής παράδοσης, δηλαδή της ισότητας και της ισονομίας.
Β) Την κατοχύρωση όλων εκείνων των φιλελεύθερων δικαιωμάτων και ελευθεριών που ως σώμα αποτέλεσε το δικαιϊκό πολιτισμό των χωρών της Δύσης.

Γ) Την παράλληλη δημιουργία του κοινωνικού κράτους, του δημόσιου νοικοκυριού, θέτοντας τις προϋποθέσεις για την άμβλυνση και τον περιορισμό των οικονομικών ανισοτήτων που εκ προοιμίου και εγγενώς ενυπάρχουν στις φιλελεύθερες οικονομίες. Η όλη προσπάθεια εντάχθηκε στο γενικότερο πλαίσιο πρόσδοσης ουσιαστικού περιεχομένου στη νομοτυπική έννοια της ισότητας.                   .

Η αστική νεωτερικότητα νοηματοδότησε την έννοια της ισονομίας και της ελευθερίας, η πραγμάτωση των οποίων επιχειρήθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, κυρίως κάτω από το βάρος των πιέσεων των εργαζομένων μαζών που εισήλθαν με δύναμη στον ρου της ιστορίας.                         .

Οι δύο αυτοί βασικοί πυλώνες της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η ισονομία -ισότητα και η ελευθερία, υπέστησαν σοβαρότατους κλυδωνισμούς κατά τη διεργασία της παγκοσμιοποίησης και την επιβαλλόμενη μονοκρατορία των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να έχουν καταρρεύσει σήμερα σε μεγάλο βαθμό, και η φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία να έχει μεταλλαχθεί σε μεταδημοκρατία[1].

Συγκεκριμένα αναφορικά με τον πρώτο πυλώνα ισχυριζόμαστε τα ακόλουθα:

Η υποχώρηση της συλλογικής ρύθμισης και η άρνηση του ελέγχου της αγοράς, η κατάργηση του δημόσιου νοικοκυριού ως φορέα εξισορρόπησης των ανισοτήτων, η ιδιωτικοποίηση των πάντων, η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων αλλά όχι ανθρώπινου δυναμικού, η επικράτηση «ουδέτερων εκσυγχρονιστικών» μηχανισμών και ιδεολογιών, η απίστευτη διόγκωση της χρηματιστηριακής σφαίρας, ο υπερκαταναλωτισμός των οικονομικών ελίτ, έχουν προκαλέσει σοβαρότατες αλλαγές στις υλικές συνθήκες παραγωγής και κατανομής του πλούτου, οξύνοντας στο έπακρον τις υπάρχουσες ανισότητες έτσι ώστε ο πυλώνας της ισότητας και της ισονομίας ουσιαστικά να μην υφίσταται πλέον. Αυτό σημαίνει ουσιαστική εγκατάλειψη του αιτήματος της ισότητας, παρότι, στα λόγια, η ισότητα προσδιορίζεται συνεχώς ως το ζητούμενο, γεγονός που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία του φαινομένου του λαϊκισμού ο οποίος κυριαρχεί σε ολόκληρη την αναπτυγμένη Δύση και όχι μόνο.                     .

Παράλληλα η αναγωγή του πολέμου κατά της τρομοκρατίας (ζήτημα εμφανώς πραγματικό αλλά με λύσεις που δεν προστατεύουν τις ελευθερίες των πολιτών. Ας θυμηθούμε τη ρήση του Βενιαμίν Φραγκλίνου: Όσοι θυσιάζουν στοιχειώδεις ελευθερίες για λίγη ασφάλεια, δεν αξίζουν ούτε ελευθερία ούτε ασφάλεια.)   σε κυρίαρχο πολιτικό δόγμα σιγά -σιγά υποσκάπτει, αν δεν έχει ήδη ολοκληρώσει το έργο του, τον δεύτερο πυλώνα, αυτόν των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Απειλούνται, όπως η σκληρή πραγματικότητα δείχνει, όχι μόνο ο δημοκρατικός έλεγχος των κυβερνήσεων, αλλά και το ίδιο το κράτος δικαίου, η διάκριση των εξουσιών, η ελευθερία της έκφρασης, τα αστικά δικαιώματα, το απόρρητο του ιδιωτικού βίου, της αλληλογραφίας και γενικά ότι κατοχυρώνει τις ανθρώπινες ελευθερίες. Επιπλέον  η ελευθερία δεν απειλείται μόνο από τα ολοκληρωτικά ή τα αυταρχικά καθεστώτα. Απειλείται , με πιο ύπουλο και ίσως πιο επικίνδυνο τρόπο , από την εξαφάνιση της κριτικής και της σύγκρουσης, από την εξάπλωση της αμνησίας και της ασημαντότητας , από την αυξανόμενη ανικανότητα αμφισβήτησης της παρούσας κατάστασης και των υπαρχόντων θεσμών , είτε αυτοί είναι καθαρά πολιτικοί είτε είναι κοσμοθεωρητικοί , δηλαδή θεσμοί που αφορούν τη θεσμισμένη παράσταση του κόσμου και της ζωής[2] . Η φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία μετατρέπεται σε μεταδημοκρατία, από κοινοβουλευτική κατ’ αρχάς σε κυβερνητική, με βασικά της χαρακτηριστικά την επικράτηση της ολιγαρχίας και του δεσποτισμού.                                .

Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν άνευ νοήματος και τη διαδικασία του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι αλλά και την πολιτική ως πρακτική γενικότερα.
Ο προεκλογικός αγώνας είναι ένα πλήρως ελεγχόμενο θέαμα που ενορχηστρώνεται από ανταγωνιστικές ως προς την αποκομιδή κέρδους  επαγγελματικών ομάδων ειδικευμένων στις τεχνικές της πειθούς και επικεντρώνεται σε μικρό αριθμό θεμάτων που οι ομάδες αυτές επιλέγουν και επιβάλλουν στη λεγόμενη κοινή γνώμη.
 Οι βουλευτές, αδυνατώντας εκ των πραγμάτων να εξυπηρετήσουν τους ψηφοφόρους τους, δεδομένου ότι οι πραγματικές πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται μέσα από τη «διαπλοκή» κυβερνήσεων και μεγάλων συμφερόντων, για να αποκτήσουν κάποιο  ρόλο εξυπηρετούν, υποκύπτοντας με τη σειρά τους, τους ολιγάρχες του πλούτου. Υποτάσσονται μετατρέποντας την πολιτική σε ελεγχόμενο θέαμα, σε θέατρο σκιών μέσα από τους δείκτες των τηλεοράσεων. Παραχωρούν το προνόμιο «του καθορισμού των ερωτήσεων» άρα και της επιλογής των θεμάτων  στους τηλεπαρουσιαστές – δημοσιογράφους. Γίνονται υποχείρια εκτός των πάσης φύσεως επιχειρηματιών και των αντίστοιχων ιδιοκτητών  των ΜΜΕ.
Δεν είμαστε μακριά από την πραγματικότητα υποστηρίζοντας ότι το κοινοβούλιο έχει υποστεί διάβρωση από τη διαφθορά και τη διαπλοκή. Στη βουλή δεν αντιπροσωπεύεται ο λαός, αλλά το κράτος. Η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία έχουν συγχωνευθεί και η βουλή λειτουργεί ως διαβιβαστικός ιμάντας μεταξύ ολιγαρχίας και λαού. Παράλληλα και τα κόμματα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας έχουν αποκτήσει ολιγαρχικές δομές. Η δημοσιότητα και ο δημόσιος διάλογος έχουν δώσει τη θέση τους σε μια «αντιπροσώπευση» που δεν αναπαράγει την πραγματικότητα του θεμελιώδους κοινωνικού ανταγωνισμού αλλά τον καταστέλλει και τον απωθεί. Επομένως καμία ορθολογική διαβούλευση δεν μπορεί να εκφράσει την πραγματική κοινωνική σύγκρουση, καθώς η σύγκρουση παραμένει καλυμμένη και δεν βγαίνει ποτέ στην επιφάνεια. Το κοινοβούλιο έχει απολύτως παρακμάσει. Έχει καταλήξει να είναι τόπος υπόγειων συναλλαγών και τόπος αντιδημοκρατικών συμφωνιών ισχυρών κοινωνικών συμφερόντων.   
 


2.
Οφείλουμε , ωστόσο, να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε πως η δημοκρατία μετά από μια μακρά πορεία με σκληρούς ανταγωνισμούς και μεγάλες δοκιμασίες που οδήγησαν στην αναγνώριση των τυπικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και τη στιγμή που έδινε την εντύπωση ότι θριάμβευε οριστικά , εξουδετερώνοντας τους αντιπάλους της , αποδείχτηκε ανίκανη να διαφυλάξει τις κατακτήσεις της από μια οδυνηρή συντριβή. « Η παρακμή της νεωτερικής δημοκρατίας και η προοδευτική σύγκλισή της με τα ολοκληρωτικά κράτη στις μεταδημοκρατικές κοινωνίες του θεάματος (που άρχισαν να γίνονται εμφανείς ήδη με τον  Tocqueville   και βρήκαν στις αναλύσεις του Debord  την οριστική επικύρωσή τους) …» [3] πρέπει να μας οδηγήσει σε μια πειστική απάντηση γιατί συνέβησαν όλα αυτά.

Για να έχουμε πειστικές απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα  είναι βέβαιον ότι χρειάζεται ενδελεχής  και συστηματική μελέτη των όρων και των προϋποθέσεων κάτω από τους οποίους ασκήθηκε η πολιτική την εποχή της νεωτερικότητας και της ανάπτυξης του καπιταλισμού.
Οι δύο αιώνες που προηγούνται του 21ου , δηλαδή ο 19ος και ο 20ος , αποτελούν ίσως τους πρώτους αιώνες της ιστορίας που μπορούν να χαρακτηριστούν ως πολιτικοί αιώνες. Η περίοδος που αρχίζει με την αμερικανική και γαλλική επανάσταση συνεχίζεται με το δημοκρατικό και εργατικό κίνημα και φαίνεται να κλείνει με την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων και με ότι αυτά για, εβδομήντα χρόνια, αντιπροσώπευσαν. Η περίοδος αυτή περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην ανθρώπινη ιστορία επιφόρτισε την πολιτική με τον σημαντικότερο ρόλο για την επίλυση των ανθρωπίνων προβλημάτων και προκάλεσε , επί τα βελτίω αλλά και ενίοτε και επί τα χείρω , τη μαζική συμμετοχή των λαών στις πολιτικές δραστηριότητες.
Υπάρχουν δύο βασικές συνιστώσες που οδήγησαν στην πλήρη απαξίωση και τον ίδιο ακόμα τον όρο πολιτική. 
Η πρώτη αφορά στην παταγώδη  αποτυχία του όποιου «σοσιαλιστικού» πειράματος , προεξαρχούσης  της απόλυτης χρεοκοπίας του σοβιετικού υποδείγματος και συμπεριλαμβανομένων των πειραμάτων στις αραβικές χώρες, στην Κίνα , την Κούβα ,ακόμα και στην Ευρώπη όπου η σοσιαλδημοκρατία παρότι κατάφερε αρκετά πράγματα τελικά υποτάχθηκε πολύ εύκολα.      Ο συγκλονισμός που υπέστη  τεράστιος αριθμός ατόμων ανά την υφήλιο ήταν κάτι το πρωτόγνωρο.
Η δεύτερη αφορά στην αυξανόμενη απογοήτευση του κόσμου μπροστά στην έκδηλη ανικανότητα του συντηρητικού φιλελευθερισμού να ανταποκριθεί  στοιχειωδώς στις υποσχέσεις του. Δημιούργημά του είναι οι κοινωνίες τα χαρακτηριστικά των οποίων  περιγράψαμε σε αυτές τις σελίδες.
 Δημιούργημά του είναι η εξαφάνιση του πολιτικού, κοινωνικού , συλλογικού ορίζοντα, η εγκατάλειψη της ιστορίας, η επιβεβαίωση του ταυτού.
  Δημιούργημά του είναι η παγίδα της «μόνιμης και διαρκούς» συναίνεσης η οποία μετέθεσε τη λύση των πιεστικών προβλημάτων και ταυτόχρονα οδήγησε στην κρίση των ριζοσπαστικών προταγμάτων, στο φιλελεύθερο τέλος της ιστορίας , στη λοιδορία της συμμετοχής και στο έντονο δημοκρατικό έλλειμμα.
Δημιούργημά του είναι η  σταδιακή κατάργηση του κοινωνικού κράτους , η επαναφορά του άγριου καπιταλισμού της παγκοσμιοποίησης , η απαξίωση της πολιτικής  ,η αδιαφορία και η απορία των ψηφοφόρων  εμπρός στην κάλπη είναι τα αναμενόμενα συμπτώματα της απουσίας των συγκρούσεων και της  απώθησης των ρήξεων.






[1] Colin Crouch, Post-democracy, Cambridge, Polity 2004. Ελληνική Μετάφραση : Μεταδημοκρατία . Εκκρεμές 2006.
[2] Κ.Καστοριάδης  Το «Τέλος της Φιλοσοφίας» στο «Οι Ομιλίες στην Ελλάδα». Ύψιλον  2000.
[3] G.Agamben: Homo Sacer. Scripta 2005. Σελίδα 30.