Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Οι ελληνικές επιχειρήσεις αλλάζουν χέρια.




Οι συνέπειες του επιβληθέντος μνημονιακού προγράμματος, αναφορικά με την ιδιοκτησία των στοιχείων ενεργητικού της ελληνικής οικονομίας, και  σε συνάρτηση με τις ανακόλουθες, αποσπασματικές, πλήρεις ιδεολογισμών και ασάφειας απόψεις των ελληνικών κυβερνήσεων, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, δρουν απολύτως σωρευτικά, αποκαλύφθηκαν ,με τον πλέον καθαρό τρόπο, με την  τρέχουσα διακυβέρνηση. Σιγά αλλά σταθερά, μέσω των μηχανισμών που έχουν διαμορφωθεί με αποφάσεις των δανειστών, είμαστε μάρτυρες μεταφοράς , αφού προηγήθηκε η δραστική μείωση της αξίας τους και η δραστική απαξίωσή τους, με ευθύνη του επιβληθέντος προγράμματος, των στοιχείων ενεργητικού της ελληνικής οικονομίας σε νέα χέρια.
Είναι γνωστοί οι οργανισμοί-μηχανισμοί που έχουν αναλάβει αυτή τη διαδικασία: το  Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το ΤΑΙΠΕΔ και το Υπερταμείο Διαχείρισης της Δημόσιας Περιουσίας.
Επί της ουσίας οι δανειστές, μέσω των εκπροσώπων τους, στους παραπάνω οργανισμούς ,ελέγχουν και κατευθύνουν, σε μεγάλο βαθμό, τις μελλοντικές εξελίξεις στην ελληνική οικονομία. Παρά τις όποιες ενστάσεις ακούγονται από την παρούσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε μια προσπάθεια να προστατευτούν οι ιδεολογικές αναφορές της στην Αριστερά και στον Πατριωτισμό, η αδήριτη πραγματικότητα περί άλλων τυρβάζει.

Ο πλήρης έλεγχος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας φανερώνουν ακριβώς την απώλεια ελέγχου του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Η πλήρης απώλεια του ελέγχου του ΤΧΣ είναι το αποτέλεσμα της νέας  ανακεφαλαιοποίησης  που απαιτήθηκαν στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα  έπειτα από την πρώτη περίοδο διαχείρισης της οικονομίας από την κυβέρνηση του κ. Τσίπρα.( Κ. Μελάς, Μπροστά στη νέα ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. http://www.kostasmelas.gr/2015/10/blog-post_5.html)

Χωρίς αμφιβολία οι ελληνικές τράπεζες ανήκουν πλέον στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στους ξένους μετόχους. Η ελληνική κυριαρχία επί των τραπεζών μας έχει χαθεί. Και μαζί της θα χαθεί και η κυριαρχία συνολικά επί της ελληνικής οικονομίας.
Μέσω της επερχόμενης διαχείρισης των κόκκινων δανείων αλλά και των νέων αρχών που θα επικρατήσουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέσω του Υπερταμείου διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας η ελληνική οικονομία θα αλλάξει στην κυριολεξία χέρια.
Η επόμενη περίοδος θα χαρακτηριστεί από ένα κύμα εξαγορών, συγχωνεύσεων και αναδιαρθρώσεων, στις οποίες κυρίαρχο ρόλο θα έχουν οι ελεγχόμενες από τους ξένους διοικήσεις των τραπεζών και των κρατικών επιχειρήσεων.
Σήμερα , επτά  χρόνια  εφαρμογής του Μνημονίου, υπό το βάρος των επισφαλών δανείων των επιχειρήσεων και των ενδεχομένων  κινδύνων που μπορούν να προκύψουν για το τραπεζικό σύστημα , η κυβέρνηση εξαναγκάζεται να προχωρήσει στην εφαρμογή των όσων έχει υπογράψει και να ασχοληθεί με την «αναδιάρθρωση»  του επιχειρηματικού ιστού της χώρας αναθέτοντας την επίλυση του τεράστιου αυτού προβλήματος … στις τράπεζες οι οποίες ως εμπλεκόμενες στο πρόβλημα έχουν έννομο συμφέρον να προχωρήσουν σε λύσεις (όπως θα έπραττε άλλωστε ο καθένας που θα βρισκόταν σε παρόμοια θέση)   οι οποίες συνάδουν με την όσο μεγαλύτερη δυνατή εξασφάλιση των ίδιων συμφερόντων τους.
Η αναμενόμενη «αναδιάρθρωση» ουσιαστικά σημαίνει στην παρούσα φάση  ένα μεγάλο downsizing  της υπάρχουσας παραγωγικής βάσης μέσω εξαγορών, συγχωνεύσεων και κλεισίματος επιχειρήσεων ώστε η εκκαθάριση των αγορών να συμβεί στο κατώτατο σημείο. Οι συνέπειες ,στην απαξίωση φυσικού κεφαλαίου αλλά και στην αγορά εργασίας θα είναι περαιτέρω αρνητικές. Δυστυχώς η επικρατούσα λογική της γραμμικής και «εν σειρά» σταδιακής αντιμετώπισης  των προβλημάτων αποδεικνύεται λανθασμένη , αναποτελεσματική και με υψηλό κόστος.
Παράλληλα ,είναι σχεδόν βέβαιο, ότι σε  πέντε χρόνια, θα έχουμε μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχήματα, οι ξένοι μέτοχοι θα παίζουν κεντρικό ρόλο στην ελληνική επιχειρηματικότητα και η ελληνική πολιτική θα έχει περιορισμένη επιρροή στην οικονομία της χώρας.
Με άλλα λόγια, η ελληνική πολιτική θα πάψει να έχει τον έλεγχο στα μεγαλύτερα και πιο δυναμικά κομμάτια της οικονομίας και το έργο της θα περιορίζεται στη διοίκηση του στενού κράτους, στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών και στη διοίκηση των φόρων.
Αλλά και σε αυτά τα πεδία θα ετεροκαθορίζεται από προκαθορισμένους στόχους και συγκεκριμένες επιδιώξεις που θα εξασφαλίζουν τη δημοσιονομική σταθερότητα. Το δυστύχημα είναι ότι η ελληνική πολιτική δεν συνειδητοποιεί τη μεταβολή των συνθηκών και σε κάθε περίπτωση βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τα τεκταινόμενα στην οικονομία.
Εμβληματικές επιχειρήσεις, leader άλλοτε στον κλάδο τους, έχουν κατά τη διάρκεια της κρίσης συσσωρεύσει τεράστια δάνεια τα οποία δεν εξυπηρετούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα.  Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια  (NPLs) των επιχειρήσεων το πρώτο τρίμηνο του 2017 διαμορφώθηκαν στα 42,7 δισ. ευρώ ενώ τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα NPEs (περιλαμβάνονται και τα δάνεια με καθυστέρηση και κάτω από 90 ημέρες)  διαμορφώθηκαν στα 61,9 δισ. ευρώ (53% του συνόλου).
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες σε διατραπεζικό επίπεδο σύστησαν πριν από έναν χρόνο - εκτός πλαισίου της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών - το NPLs Forum με στόχο την από κοινού αντιμετώπιση των προβληματικών δανείων. Έχει καταρτιστεί ήδη λίστα  75 επιχειρήσεων, τα «κόκκινα» δάνεια των οποίων ανέρχονται στα 10 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύουν το 20% των NPLs. Αυτή η λίστα με κωδικό «Μεγάλες Υποθέσεις» περιλαμβάνει επιχειρήσεις από όλους τους κλάδους. Για να ενταχθεί μια εταιρεία στη λίστα αυτή πρέπει να έχει κοινή έκθεση δανείων σε τουλάχιστον τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.
Στόχος της διατραπεζικής  αυτής συνεργασίας  είναι εντός του  2018 οι συγκεκριμένες  υποθέσεις, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να έχουν διευθετηθεί. Ρυθμίσεις, αναδιαρθρώσεις δανείων, πώληση σε τρίτους, ανάληψη ελέγχου, ρευστοποίηση εξασφαλίσεων, διαγραφές, αλλά και εκτόπιση μη συνεργαζόμενων διοικήσεων είναι ορισμένες από τις πρωτοβουλίες που θα ληφθούν, ανάλογα βεβαίως με το προφίλ της κάθε εταιρείας και της δανειακής έκθεσης που διαθέτει.
Οι δεσμεύσεις των ελληνικών τραπεζών έναντι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επιτάσσουν τη μείωση κατά 40 δισ. του συνόλου των «κόκκινων» δανείων (στεγαστικά, καταναλωτικά, επιχειρηματικά) έως το 2019, εκ των οποίων τα 23 δισ. - βάσει του σχεδιασμού - θα προέλθουν από την επιχειρηματική πίστη και ακόμη πιο συγκεκριμένα τα 6,5 δισ. από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Οπότε, η αποτελεσματική διαχείριση των «Μεγάλων Υποθέσεων» που εντάσσονται στη λίστα θα είναι κομβική για την εκπλήρωση των στόχων.