Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Η αντίληψη του Σόϊμπλε , αναφορικά με το ελληνικό δημόσιο χρέος



Η αντίληψη των Γερμανών , αναφορικά με το ελληνικό δημόσιο χρέος, ξεκινά από την παρακάτω βασική θέση: από το 2018 και μετά η Ελλάδα δεν πρέπει να παράγει νέο χρέος. Δεδομένης της συνεχούς ύπαρξης πρωτογενών πλεονασμάτων στο διηνεκές , ο μόνος τρόπος παραγωγής νέου χρέους είναι ο ακόλουθος: το ετήσιο ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων πρέπει να καλύπτει την ετήσια πληρωμή τόκων. Το υπάρχον χρέος θα αναχρηματοδοτείται  (ομόλογα και δάνεια) διαμέσου της αγοράς.
Με απλά λόγια : τους Γερμανούς ενδιαφέρει να μην μεγαλώνει ο αριθμητής του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ, δηλαδή το δημόσιο χρέος. Δεν τους ενδιαφέρει να μειώνεται ο λόγος ΔΧ/ΑΕΠ λόγω της αύξησης του παρονομαστή  του  συγκεκριμένου λόγου (δηλαδή του ΑΕΠ) με ρυθμούς μεγαλύτερους από τους αντίστοιχους ρυθμούς αύξησης του αριθμητή (δηλαδή του ΔΧ). Η λογική τους στηρίζεται σε αυτή τη θέση. Μέχρι το 2022 , με πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ , αυτό επιτυγχάνεται.
Από το 2023 και μετά, ακόμη και με πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% , για συγκεκριμένα έτη αυτό δεν επιτυγχάνεται. Επομένως χρειάζονται παρεμβάσεις εξορθολογισμού έτσι ώστε τα πρωτογενή πλεονάσματα να καλύπτουν τους τόκους. Αυτό σημαίνει παρεμβάσεις επιμήκυνσης ή άλλου είδους,  μείωσης των υποχρεώσεων των τόκων που θα πρέπει να καταβάλει η Ελλάδα για να καλύπτονται από τα παραγόμενα πρωτογενή πλεονάσματα.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι, κατ’ αρχάς , το ακόλουθο: τι ύψους πρωτογενή πλεονάσματα μπορεί να παράγει η Ελλάδα; Είναι γνωστή η θεωρία που υποστηρίζει ότι τα δυνητικά πρωτογενή πλεονάσματα που μπορεί να παράγει μια οικονομία συναρτώνται με κάποιο τρόπο με τη μεγέθυνση του ΑΕΠ.
Επομένως το επόμενο ερώτημα είναι τι ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ μπορεί να επιτύχει η ελληνική οικονομία τα προσεχή έτη; Ο Σόϊμπλε υποστηρίζει ότι η  μεγέθυνση θα είναι τέτοια μέχρι το 2030, που θα επιτρέπουν πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% (για αυτό μιλούσε για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% για δέκα έτη μετά τη λήξη του προγράμματος). Όμως μετά την υποχώρηση του σε αυτό το σημείο δέχτηκε ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν να είναι γύρω στο 2,5% κατά μέσο όρο , μετά το 2023. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει πρόταση, επιμήκυνσης κ.τ.λ. του ελληνικού δημοσίου χρέους έτσι ώστε τα πρωτογενή πλεονάσματα να καλύπτουν τις πληρωμές των τόκων (δες πρόταση του ESM).
 Το ΔΝΤ, ως γνωστόν, διαφωνεί ως προς το ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας και των συναρτωμένων από αυτόν, πρωτογενών πλεονασμάτων. Γι’ αυτό τον λόγο θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που συμμετέχει μέχρι σήμερα. Δηλαδή χωρίς χρηματοδότηση. Φυσικά για να μην αποδεχθεί την αδυναμία  να επιβάλλει τις απόψεις του στην Γερμανία υποχωρεί μέχρι να αποχωρήσει «αξιοπρεπώς».
Για να μην παράγεται, επομένως νέο χρέος, το ύψος των τόκων θα πρέπει να αντισταθμίζεται από το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων. Χρηματοοικονομικά όσο μεγαλύτερη είναι η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων , ceteris paribus, όλων των υπολοίπων παραγόντων, τόσο μικραίνει η παρούσα αξία των δανείων και δημιουργεί πρόβλημα στο Σόϊμπλε, με τις γνωστές του αντιλήψεις. Άρα επιδιώκει όσο μπορεί υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα και μικρότερη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, για να μπορεί να υποστηρίζει, πρωτίστως στην γερμανική κοινή γνώμη, αλλά και στους υπόλοιπους Ευρωπαίους  ότι δεν χαρίστηκε  τίποτε στην Ελλάδα . Επίσης με αυτό τον τρόπο η αποπληρωμή του χρέους γίνεται σε μικρότερο χρονικό διάστημα αλλά και υπό μια έννοια με τρόπο εμπροσθοβαρή.
Όμως, το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι επί της ουσίας ,  μόνο πολιτικό. Δηλαδή , το ζήτημα καταλήγει σ’ ένα απλό ερώτημα. Ποιο είναι το μέγεθος της ελάφρυνσης του χρέους που επιθυμούν να δώσουν οι πιστωτές;  
Βεβαίως παραλείπεται από όλη αυτή τη συζήτηση  η παγκοίνως αποδεκτή θέση ότι η παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων , γενικά, αλλά και ειδικότερα στην ελληνική περίπτωση λειτουργούν προ-κυκλικά ως προς τη μεγέθυνση του ΑΕΠ.  Αλλά δυστυχώς αυτή είναι μια ξεχασμένη συζήτηση.