Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Γαλλική άκρα δεξιά : από τη «φυλή» στον «πολιτισμό».




Οι θεωρητικοί της άκρας δεξιάς , κυρίως στην Γαλλία, υποστηρίζουν ότι διαβάζουν και εμπνέονται από τη σκέψη του μεγάλου Ιταλού διανοούμενου και πολιτικού Αντόνιο Γκράμσι. Δεν μπορώ να διαφωνήσω ότι απαιτείται γραμμή υπεράσπισης της σκέψης του μεγάλου Ιταλού μαρξιστή πολιτικού και φιλοσόφου, σε σχέση με την ανάγνωση που επιχειρείται από διάφορους διανοουμένους της νέας ριζοσπαστικής άκρας δεξιάς. Οι θεωρητικές  κατηγορίες που χρησιμοποιεί ο Ιταλός μαρξιστής για να περιγράψει , ερμηνεύσει και κατανοήσει την πραγματικότητα ,πόρρω απέχουν από τις αντίστοιχες  που χρησιμοποιούν οι θεωρητικοί της νέας ριζοσπαστικής άκρας δεξιάς.
 Όμως αυτή η προσέγγιση, απλά δείχνει σε θεωρητικό επίπεδο, τις υπάρχουσες διαφορές μεταξύ των δύο σκέψεων. Επιστημολογικά μιλώντας , θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η ενασχόληση με το πόσο η  κάθε άποψη αντιστοιχεί πλησιέστερα στη σημερινή πραγματικότητα της πλανητικής μαζικοδημοκρατίας. Δηλαδή κατά πόσο κάθε θεωρητική άποψη εμπεριέχει μια αυξανόμενη θετική ευρετική στα περίπλοκα προβλήματα των σημερινών κοινωνιών. Όμως όλα αυτά είναι ζητήματα που δεν έχουν θέση στο παρόν άρθρο και αφορούν στη θεωρία.
Εκείνο που θέλω να υπογραμμίσω είναι ότι στην πολιτική, και όχι στη θεωρία, και ειδικά στην εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων που στοχεύουν στην καθοδήγηση της πολιτικής πρακτικής, τα πράγματα αλλάζουν. Τις περισσότερες φορές κλεμμένες  απόψεις με αρχικά ελάχιστη θεωρητική επεξεργασία και ελάχιστο θεωρητικό έρεισμα είναι ικανές να τεθούν στην υπηρεσία συγκεκριμένης  πολιτικής στόχευσης. Και στην πορεία ενδυόμενες   θεωρητική στοιχειοθέτηση  να αποκτήσουν το απαραίτητο βάρος στη διαμάχη των ιδεών.
Μια τέτοια άποψη , κλεμμένη από την γκραμσιανή προβληματική ,  κυρίως από τον Alain de Benoist, ήταν  η παρακάτω: προκειμένου να ηγεμονεύσει ένας ιδεολογικός-πολιτικός χώρος στην κοινωνία απαραιτήτως απαιτείται η πολιτιστική του επικράτηση.
  Γνωρίζουμε ότι ο Αντόνιο Γκράμσι[1] διαχωρίζει την κυριαρχία (dominio) ασκούμενη κυρίως με βίαια μέσα, από τη διεύθυνση-καθοδήγηση (direzione) η οποία ασκείται μέσω των  ιδεολογικών  μηχανισμών. Η αρμονική σύζευξη των δύο αυτών διαδικασιών εγγυάται την κατάσταση ηγεμονίας του Ηγέτη- Κυρίαρχου.
Η δεκαετία του 1960 και 1970 ήταν πέτρινα χρόνια για τη γαλλική ακροδεξιά. Την περίοδο αυτή, η συντηρητική δεξιά, υπό την ηγεσία του Ντε Γκωλ, του Πομπιντού και του Ζισκάρ ντ’ Εσταίν, γνώριζε συνεχείς εκλογικές επιτυχίες επί είκοσι τρία συναπτά έτη, κρατώντας πολιτικούς της άκρας δεξιάς στο περιθώριο. Παραδόξως, ωστόσο, την ίδια περίοδο η αριστερά κυριαρχούσε στη Γαλλία πολιτιστικά και πνευματικά.  Για να ανατρέψει την πολιτισμική ηγεμονία της αριστεράς , ο Alain de Benoist, και οι οπαδοί του (μέσω της οργάνωσης Groupement de Recherches et dEtudes pour une Civilisation Europeene- GRECE, που ιδρύθηκε το 1968) άρχισαν γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1970 να διατυπώνουν ένα νέο πρόγραμμα: έναν «γκραμσισμό της δεξιάς», όπως βάφτισε ο Alain de Benoist[2] τη στρατηγική του για την ανατροπή της πολιτισμικής κυριαρχίας της Αριστεράς και την επικράτηση δεξιών ιδεών και θεματικών. Αυτός ο πολιτιστικός και πολιτικός αγώνας θα προετοίμαζε το έδαφος για την πολιτική κυριαρχία της ακροδεξιάς.
Η μεγάλη καινοτομία της GRECE ήταν ότι έλαβε σοβαρά υπόψη τα ζητήματα του πολιτισμού από τη σκοπιά της δεξιάς. Η πολιτική δεξιά είχε παραχωρήσει το πνευματικό- πολιτιστικό πεδίο στη μαρξιστική αριστερά, ενώ τα ριζοσπαστικά εθνικιστικά κινήματα (η άκρα δεξιά) επιδίδονταν σε έναν αντιδιανοητικό ακτιβισμό, ο οποίος είχε ομοιότητες με τον αντιδιανοουμενισμό του πουζαντισμού, και συνδεόταν με μια μορφή λαϊκίστικης εξέγερσης. Από την άποψη αυτή, η  GRECE επέστρεφε στην παράδοση των ιστορικών-συγγραφέων της Action Francaise (Μωρράς και Μπαρρές μεταξύ άλλων).
Αφού φλέρταρε για πολλά χρόνια με μια πιο ορθόδοξη, φασιστική θεωρία βιολογικού ρατσισμού,  (με έντονες αναφορές στη σκέψη του Ιταλού θεωρητικού του φασισμού βαρόνου Τζούλιους Έβολα), στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η Νέα Δεξιά, ανέπτυξε μια νέα, έξυπνη στρατηγική. Η προσέγγιση αυτή , με την οποία, αποστασιοποιούνταν από τον ξεπερασμένο ιστορικό φασισμό, της επέτρεπε να συνεχίσει τη φασιστική προπαγάνδα αλλά σε μια πιο αποδεκτή μορφή.  Ο Alain de Benoist, εγκατέλειψε τη φυλή και υιοθέτησε τον πολιτισμό. Υποστήριξε ειδικότερα ότι όλες οι πολιτικές συγκρούσεις θα έπρεπε να ερμηνεύονται με όρους πολιτισμού. Λεηλάτησε τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, από την ανθρωπολογία μέχρι την ψυχιατρική, για να στηρίξει τα επιχειρήματά του για τη μακραίων διάρκεια των πολιτιστικών και εθνικών διαφορών. Ο πολιτισμός έπρεπε να αντικαταστήσει την τάξη ως στοιχείο διαφοροποίησης στις ευρωπαϊκές κοινωνίες , οι οποίες γίνονταν όλο και πιο ομοιογενείς κοινωνικά και καλούνταν ως σύνολο να υπερασπίσουν τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες τους απέναντι σε μη Ευρωπαίους ξένους, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό τους. Αυτή η ιδιάζουσα ιδεολογία του «εθνοτικού πλουραλισμού» απαιτούσε τη χάραξη καθαρών διαχωριστικών γραμμών στη βάση εθνοτικών και πολιτισμικών διαφορών. Η έμφαση στη διαφύλαξη της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας – σε αντίθεση με έναν επιθετικό εξισωτισμό και οικουμενισμό της παγκοσμιοποίησης , που οδηγούσε σε μια ανεξέλεγκτη ανάμειξη των λαών και εξαφάνιζε συνεπώς τις ιδιαίτερες παραδόσεις- έφερε το νέο δεξιό στοχασμό κοντά σε ορισμένες μορφές φιλοσοφικού συντηρητισμού. Συμβάδιζε επίσης φιλοσοφικά με ορισμένες εκδοχές του μεταμοντερνισμού, στο μέτρο που οι θεωρητικοί της Νέας Δεξιάς εισηγούνταν ένα παγκόσμιο «δικαίωμα στη διαφορά» (έχω αναπτύξει τα θέματα αυτά στο: Κ. Μελάς – Γ. Παπαμιχαήλ , Το Ανυπόφορο Βουητό του Κενού, Εκδόσεις Αγγελάκη 2017) .
Η αντίληψη της Νέας Δεξιάς για το πολιτικό ήταν πολιτισμική με μια διττή έννοια. Αφενός ο πολιτισμός καθόριζε τις πολιτικές εντάσεις, αφετέρου ο δρόμος προς την πολιτική εξουσία περνούσε κατεξοχήν μέσα από τον πολιτισμό.
Αντί να προχωρήσει απευθείας στην ίδρυση πολιτικών κομμάτων (ή στη δημιουργία παραστρατιωτικών ομάδων ή την οργάνωση φασιστικών κινημάτων ευρείας βάσης) η Νέα Δεξιά επιχείρησε να διεισδύσει στα ΜΜΕ και το εκπαιδευτικό σύστημα και να κατακτήσει τα υψίπεδα του πνεύματος. Τότε μόνο, όταν θα είχε αποκτήσει πολιτισμική εξουσία, θα μπορούσε να περάσει στον πολιτικό στίβο και να μεταφράσει αυτή τη δύναμη σε εκλογικές νίκες.
Η Νέα Δεξιά απέκτησε για πρώτη φορά δημόσιο βήμα το 1978, όταν ο εκδότης του Figaro Magazine  Louis Pauwels άρχισε να δημοσιεύει τακτικά άρθρα του Alain de Benoist και άλλων ομοϊδεατών του. Με τη σταθερή  του παρουσία στο κυριακάτικο ένθετο μιας μεγάλης συντηρητικής εφημερίδας της Γαλλίας, το όνομα του Alain de Benoist  έγινε πολύ οικείο μέσα σε λίγους μόνο μήνες. Η αρθρογραφία του Alain de Benoist, προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις κυρίως με τις αριστερές απόψεις καθιστώντας τον επίκεντρο του ενδιαφέροντος.
Η όλη πολιτιστική λογική της άκρας δεξιάς δεν θα μπορούσε ποτέ να προκαλέσει το ενδιαφέρον μεγάλο μέρους των πολιτών , αν οι κοινωνικές διεργασίες που προκαλούσε η εν εξελίξει παγκοσμιοποίηση , δεν έδιναν την αφορμή για μια εδραία  ερμηνευτική πρόταση, εντελώς διαφορετική τόσο από την καθεστηκυία άποψη όσο φυσικά και από την αντίστοιχη αριστερή . Η ριζοσπαστική άκρα δεξιά εγκαταστάθηκε ως σημαίνουσα ιδεολογία στο κέντρο του πολιτικού γαλλικού συστήματος. Αποτέλεσμα το 33,5 % του εκλογικού σώματος που έλαβε η άκρα δεξιά στις τελευταίες προεδρικές εκλογές στην Γαλλία.  






[1] A. Gramsci: Note sul Machiavelli, sulla politica e sullo stato moderno. Editori Riuniti 1974.
[2] Μία σφαιρική ανάλυση για τη σκέψη του Alain de Benoist υπάρχει στο: Pierre Milza, Fascisme francais : passe et present , Flammarion 1987.