Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Ώδινεν όρος και έτεκε μυν.





Τελικά στο Eurogroup της 7ης Απριλίου , στη Μάλτα, αποκαλύφθηκε σε μέγιστο βαθμό η κατάληξη των μακροχρόνιων διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης και των δανειστών. Για ακόμη μια φορά , η ελληνική κυβέρνηση δεν κατάφερε να αμυνθεί σε καμία των επιθέσεων των δανειστών. Το σκορ είναι συντριπτικό υπέρ των δανειστών. Κανένας δεν μπορεί να είναι χαρούμενος για το αποτέλεσμα. Οι αρνητικές επιπτώσεις  των μέτρων αφορούν στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Η κυβέρνηση θα κληθεί να διαχειριστεί μια ακόμη αποτυχία όχι τόσο σε σχέση με τους δανειστές , το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης ,για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, ήταν περίπου γνωστό, αλλά για το πώς τη διαχειρίστηκε επικοινωνιακά. Για του λόγου το αληθές ας ανατρέξει ,όποιος το επιθυμεί, στις δηλώσεις των εχόντων την επίσημη αρμοδιότητα για αυτό. Η επικοινωνία δεν μπορεί να  βασίζεται μόνο στο ψεύδος. Απαιτεί βεβαίως  την χρησιμοποίηση και του ψεύδους αλλά σε θεμιτό ποσοστό, έτσι ώστε να λαμβάνει τη μορφή της μισής αλήθειας. Αυτό απαιτεί γνώση, πείρα, τέχνη, επαγγελματισμό!!!
Οι μακροχρόνιες συζητήσεις  για το κλείσιμο της Β’ αξιολόγησης, πρωτίστως εκ του αποτελέσματος που θα περιλαμβάνει η συμφωνία, όποτε, και αν, αυτή επιτευχθεί , θα πρέπει  να αξιολογηθούν. Καλύτερα, θα έλεγα, θα πρέπει να δικαιολογηθούν  από τη μεριά των Ελλήνων διαπραγματευτών . Αυτό αποτελεί μια στοιχειώδη αποτίμηση κόστους –οφέλους ικανή να μας καταδείξει την αποτελεσματικότητα της διαπραγμάτευσης.
Όμως για να είμαστε σε θέση να αποτιμήσουμε τις μακριές διαπραγματεύσεις θα πρέπει να έχουμε όλα τα στοιχεία. Κάτι που σήμερα δεν συμβαίνει. Επίσης θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τα αιτήματα των δανειστών αλλά και τα αιτήματα της Ελληνικής κυβέρνησης που έχουν τεθεί στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Δυστυχώς μπορούμε να πούμε χωρίς μεγάλο κίνδυνο να κάνουμε λάθος ότι σχεδόν το σύνολο των αιτημάτων των δανειστών ικανοποιήθηκαν ενώ κανένα ουσιαστικό αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης δεν συμπεριελήφθη στη συμφωνία. Το αίτημα για τη μη αύξηση των ομαδικών απολύσεων που παραχωρήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση είναι άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος δεδομένου ότι αντικειμενικά  είναι κάτι που δεν αφορά στην ελληνική οικονομία.
Παρότι δεν έχουμε την ολοκληρωμένη απόφαση μπορούμε να προβούμε σε ορισμένες κατ΄ αρχάς σκέψεις με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία.
Είναι γνωστό το έμμεσο κόστος που καταβάλλει σήμερα η ελληνική οικονομία λόγω της υπάρχουσας αβεβαιότητας λόγω της μη ολοκλήρωσης της Β’ αξιολόγησης. Προσοχή, το κόστος που αναλογεί σε αυτή την κατάσταση. Διότι το αφήγημα ότι όλα θα ακολουθήσουν το σωστό δρόμο μετά το κλείσιμο της Β’ αξιολόγησης έχει πολλούς δράκους που κρύβονται επιμελώς από τους επιτήδειους.  Πάντως πράγματι υπάρχει σημαντικό κόστος διότι στην οικονομία ο χρόνος παίζει μεγάλο ρόλο και επειδή όλα τα οικονομικά μεγέθη λειτουργούν με βάση το εναλλακτικό κόστος. Αυτό θα το γνωρίζουμε όταν θα έχουμε στη διάθεσή μας τα στατιστικά στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ.
Συγχρόνως  υπάρχει άμεσο κόστος. Δηλαδή υπάρχει  συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής  τουλάχιστον μέχρι και το 2020 .Προσωπικά πιστεύω μέχρι το 2022 όταν λήγει η περίοδος χάριτος  των δανείων και θα χρειαστεί  συγκεκριμένη παρέμβαση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους. Όμως όλα αυτά είναι πολύ μακρινά. 
Σαφέστατα υπάρχει νέα δημοσιονομική προσαρμογή : για τα έτη 2019-2020 , 3,8 δις ευρώ ή 2,0% του ΑΕΠ. Αν το ΑΕΠ το 2019 και το 2020 μεγεθυνθεί σύμφωνα με τις προβλέψεις το 3,8 δις ευρώ θα μεγεθυνθεί αναλόγως, δεδομένου ότι το μέτρο είναι το 2,0% του ΑΕΠ. Τώρα αν η εφαρμογή των μέτρων ύψους 1% του ΑΕΠ στο ασφαλιστικό γίνει το 2019 και 1% του ΑΕΠ στο φορολογικό πραγματοποιηθεί  το 2020 έχει ελάχιστη σημασία.
Η συμφωνία αυτή επί της ουσίας επιτρέπει στο ΔΝΤ να ισχυριστεί ότι είναι δυνατόν να επιτευχθούν πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% έως το 2020 κάτι που είναι σύμφωνο με την μέχρι σήμερα, δική του ανάλυση, για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους και επομένως να αρθεί η , συγκυριακά η διαφωνία του με τη Γερμανία. Βεβαίως εξακολουθεί να προτάσσει το σωστό ισχυρισμό του , ότι δεν είναι δυνατή η επίτευξη τέτοιου ύψους πρωτογενών πλεονασμάτων μακροχρονίως ( για δέκα έτη όπως επιθυμεί η Γερμανία).  Παράλληλα επιτρέπει στη Γερμανία να μην υποχωρήσει από τις θέσεις της, ότι το ελληνικό χρέος είναι ρυθμισμένο , όχι μόνο εν όψη εκλογών, αλλά και γενικότερα. Σύμφωνα με το συμπέρασμα αυτό , η ΕΚΤ  μπορεί να εντάξει την Ελλάδα στην ποσοτική χαλάρωση,  να διευκολύνει τον περαιτέρω περιορισμό των capital controls και συγχρόνως να δώσει τον χρειαζούμενο βαθμό εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία για έξοδο στις χρηματοπιστωτικές αγορές.      
Η εξέλιξη αυτή συνιστά σαφέστατη υποχώρηση της Ελληνικής κυβέρνησης και απόλυτη επικράτηση των απόψεων του ΔΝΤ με την ακραιφνή υποστήριξη της Γερμανία και τη σιωπηρή αποδοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το αίτημα της Ελληνικής κυβέρνησης για επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων με επεκτασιμότητα δεν φαίνεται να ικανοποιείται. Θα συζητηθεί μετά το τέλος του προγράμματος , δηλαδή ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι.
Το αίτημα των δανειστών για αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου επίσης φαίνεται ότι γίνεται αποδεκτό. Αντιθέτως φαίνεται να μην αυξάνεται το ποσοστό των ομαδικών απολύσεων.
Τα ενεργειακά θέματα οδηγούνται σε διευθετήσεις σύμφωνες με τις αποφάσεις του θεσμικού πλαισίου  της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απλά σπρώχνονται οι αποφάσεις χρονικά το Φθινόπωρο. ΄
Τα θέματα του χρέους , μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα  το πιθανότερο είναι να αρχίσουν να συζητιούνται μετά τις γερμανικές εκλογές και να βρουν μια κάποια λύση  πριν από την ολοκλήρωση του προγράμματος. Πιστεύω ότι θα υπάρξει μια αναφορά για όλα αυτά , με τη μορφή υποσχετικής, για ικανοποίηση της ελληνικής κυβέρνησης .
Η ελληνική κυβέρνηση θα νομοθετήσει τα μέτρα και λεγόμενα αντίμετρα. Τα τελευταία όπως είναι γνωστό θα ενεργοποιηθούν μόνο αν υπάρξει πρωτογενές αποτέλεσμα υψηλότερο του 3,5%. Δεν χρειάζεται να κάνουμε αναφορά στα αντίμετρα στο παρόν άρθρο. Αξίζει όμως να σημειώσουμε ότι κινούνται στη λογική των προτάσεων του ΔΝΤ.
Τι λοιπόν απέδωσε «εν τοις πράγμασι» η τόσο μακροχρόνια διαπραγμάτευση;
Νομίζω ότι , και με τη συμβολή της αντιπολίτευσης, η οποία πίεζε να κλείσει  απλά  η αξιολόγηση, έδωσε τη δυνατότητα στην Ελληνική κυβέρνηση να στρέψει τον επικοινωνιακό προβολέα μόνο στο στόχο «ολοκλήρωση  της αξιολόγησης πάση θυσία «, και να τον απομακρύνει , επιμελώς , από το περιεχόμενο της αξιολόγησης , όπου η υποχώρηση είναι ολική και άτακτη. Αυτό φαίνεται και από την αμηχανία της αντιπολίτευσης στην περίπτωση που θα κλείσει η Β’ αξιολόγηση.
Το μοναδικό βέβαιο συμπέρασμα μετά από εφτά χρόνια διαπραγματεύσεων είναι ότι οι «δυνατοί» επιβάλλουν τη θέλησή τους. Όσοι στις διαπραγματεύσεις πορεύονται μόνο με ηθικοκανονιστικά  προτάγματα χωρίς αίσθηση της ισχύος  έχουν ηττηθεί πριν καν ξεκινήσει η μάχη.