Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Ας ειπωθεί η αλήθεια όσο δυσάρεστη και αν είναι





Δυστυχώς , όλες οι προσπάθειες των ελληνικών κυβερνήσεων να αποκτήσουν βαθμούς ελευθερίας εντός του συγκεκριμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, έχουν αποτύχει. Όταν τα πολιτικά κόμματα βρίσκονται στην κυβέρνηση και έχουν να αντιμετωπίσουν το συγκεκριμένο πρόγραμμα  αλλά και τους δράκους που το περιφρουρούν , γίνεται άμεσα κατανοητή η αδυναμία τους να ξεφύγουν έστω και ελάχιστα από όσα επιβάλλει το πρόγραμμα.  Οι ιδεολογικές διαφορές  των πολιτικών κομμάτων  αποτελούν πεδίο αντιπαράθεσης για εσωτερική κατανάλωση παρά τις επιμέρους πρακτικές προς συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες.  Παράλληλα η συνεχής αντιπαράθεση μεταξύ τους συσκοτίζει όλο και περισσότερο  την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ενώ παράλληλα τρέφει έναν ευρισκόμενο σε σύγχυση και απόγνωση λαό με φρούδες ελπίδες.
Μετά από εφτά χρόνια μνημονιακών πολιτικών κατά τη διάρκεια των οποίων έχουν ακουστεί σχεδόν τα πάντα, (όλα τα λουλούδια άνθισαν ακόμη και οι τσουκνίδες και τα διαβολόχορτα) , εκτός από την ωμή αλήθεια για την πραγματικότητα. Δεν επιθυμώ να αναφερθώ σε όλα αυτά τα θέματα στο παρόν άρθρο.
Τελικά το μοναδικό σενάριο που έχει απομείνει, δυστυχώς είναι αυτό που έχει υποδειχθεί από τους δανειστές και στην ουσία αποτελεί και το αφήγημα της παρούσας ελληνικής κυβέρνησης.
Αυτό συνίσταται :
-        να κλείσει  η αξιολόγηση τουλάχιστον μέχρι και τις 22 Μαΐου.
-       να υπάρξει έστω και υπαινικτική υπόσχεση για συμφωνία  για τα μετά το 2019 πρωτογενή πλεονάσματα και τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος.
-       στα μέσα Ιουνίου, να ανακοινώσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ότι θα εντάξει τη χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης –  πιθανότατα υπάρχει περιθώριο για 3-4 δισ. ευρώ εντός των προσεχών μηνών. Εφόσον η ανακοίνωση του κ. Ντράγκι γίνει εντός Ιουνίου, η Ελλάδα μπορεί να αρχίσει να βγαίνει δοκιμαστικά στις αγορές, για μικρά ποσά, τους άμεσους προσεχείς μήνες. Διότι δεν πρέπει να λησμονούμε ότι με τη λήξη του προγράμματος , το καλοκαίρι του 2018, η Ελλάδα θα πρέπει να αναχρηματοδοτήσει  μόνη το χρέος της.
Αν τέτοιες εξελίξεις επαληθευτούν, η  αβεβαιότητα που διαχέεται με δηλητηριώδη τρόπο, θα αρθεί και το στοίχημα να αποκτηθούν ορισμένοι βαθμοί ελευθερίας και να εισέλθει η ελληνική οικονομία σε μια περίοδο κανονικότητας μπορεί να κερδηθεί.
Από πολλές πλευρές έρχονται μηνύματα ότι επενδυτικά σχέδια υπάρχουν εκ μέρους ξένων ιδιωτικών μακροπρόθεσμων κεφαλαίων για να τοποθετηθούν στην Ελλάδα. Ψάχνουν επενδυτικές ευκαιρίες στο σύνολο σχεδόν της ελληνικής οικονομίας. Στον τουριστικό κλάδο, στην ιδιωτική περίθαλψη, στις υποδομές, στον ασφαλιστικό κλάδο, σε τράπεζες (π.χ. έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον για τα ποσοστά του ΤΧΣ), στην ακτοπλοΐα, σε κλάδους της μεταποίησης, στο real estate. Αυτό προκύπτει διότι κατά την εκτίμηση των ξένων funds (α) έπειτα από 9 συναπτά έτη ύφεσης, η οικονομία τείνει να μπει σε φάση μεγέθυνσης και (β) υπάρχουν κοιτάσματα υποτιμημένων αξιών που δεν θα μείνουν υποτιμημένα για μακρύ χρονικό διάστημα.
Σε συνδυασμό με τη συνέχιση των επενδύσεων στις κατασκευές (αυτοκινητόδρομοι, σιδηροδρομικό δίκτυο κτλ) , τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια και σειρά νέων δημόσιων επενδύσεων υπάρχει η πιθανότητα να επιτευχθεί η πολυπόθητη μεγέθυνση του ΑΕΠ.
Η καθυστέρηση του κλεισίματος της αξιολόγησης έχει δημιουργήσει υψηλό επίπεδο αβεβαιότητας το οποίο τεκμαίρεται συγκεκριμένα από τα παρακάτω:
Το οικονομικό κλίμα υποχώρησε στις 92,9 μονάδες τον Φεβρουάριο του 2017, κυρίως λόγω της σημαντικής πτώσης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης και της κάμψης των προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο. Η σημαντική επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, για 2ο συνεχόμενο μήνα προέρχεται από την έντονη απαισιοδοξία των νοικοκυριών για την οικονομική τους κατάσταση το επόμενο διάστημα, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 10 μηνών και σε ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα ιστορικά.
Η θεμιτή προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να κερδίσει ορισμένα αντίμετρα, ειδικά στο πεδίο της αγοράς εργασίας , σε σχέση με τις απαιτήσεις των δανειστών φαίνεται ότι δεν θα αποδώσει τους αναμενόμενους καρπούς.  Η συνέχιση αυτής της προσπάθειας, η οποία σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις θα έχει πενιχρά αποτελέσματα , θα υποσκάπτει όλο και περισσότερο την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, με αποτέλεσμα όχι μόνο στο τέλος να μην κερδηθεί τίποτε αλλά και να χαθεί η σημερινή συγκυρία και η ελληνική οικονομία να αρχίσει πάλι την περιδίνησή της δεδομένου ότι δεν υφίσταται αξιόπιστη εναλλακτική λύση.